- Salvador Santino Regilme

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επικίνδυνη σύγκλιση εξελίξεων: ασταθείς αγορές ναρκωτικών, αυξανόμενη κοινωνικοοικονομική ανασφάλεια και ένα πολιτικό κλίμα στο οποίο οι κυβερνήσεις μπορούν να εμφανίζονται αποφασιστικές, αστυνομεύοντας τους φτωχούς και τους πλέον ευάλωτους.
Η τελευταία Ευρωπαϊκή Έκθεση για τα Ναρκωτικά περιγράφει παράνομες αγορές που γίνονται ολοένα πιο ισχυρές, πιο διαφοροποιημένες και δυσκολότερες στη διαχείριση. Συνθετικά οπιοειδή, όπως οι νιταζένες, εμφανίζονται σε νέες μορφές, ενώ η κοκαΐνη παραμένει βαθιά ενσωματωμένη στα λιμάνια, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις αστικές οικονομίες. Η Παγκόσμια Έκθεση του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά 2026 προειδοποιεί ότι οι διακινητές πειραματίζονται με νέες διαδρομές, τεχνολογίες και ουσίες, ενώ οι νιταζένες έχουν ήδη συνδεθεί με θανάτους σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Οι συνέπειες είναι απολύτως πραγματικές. Οικογένειες και κοινότητες πλήττονται από υπερβολικές δόσεις, νοθευμένες ουσίες, εξαναγκασμό μέσω χρεών, εκμετάλλευση ανηλίκων, εκφοβισμό και οργανωμένη βία. Τα εγκληματικά δίκτυα εδραιώνονται εκεί όπου η κοινωνική προστασία έχει αποδυναμωθεί, ενώ οι νέοι παρασύρονται στις παράνομες οικονομίες προτού μπορέσουν να διαμορφώσουν μια αξιόπιστη προοπτική για το μέλλον τους.
Τον Ιούνιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προώθησε το Σχέδιο Δράσης 2026–2030 κατά της διακίνησης ναρκωτικών, δίνοντας έμφαση στα λιμάνια, στη θαλάσσια συνεργασία και σε μια ισχυρότερη προσέγγιση «ακολούθησε το χρήμα». Πρόκειται για σωστές προτεραιότητες. Οι ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες, οι εταιρείες-βιτρίνες, τα δίκτυα ξεπλύματος χρήματος και οι επαγγελματίες που τα διευκολύνουν απαιτούν διαρκή και ουσιαστικό έλεγχο. Όπως έχει δείξει η Europol, το οργανωμένο έγκλημα δεν δρα μόνο στις σκιές, αλλά αξιοποιεί νόμιμες υποδομές, τεχνολογικά συστήματα και χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Ωστόσο, η επιβολή του νόμου σπάνια φτάνει στα ιδρύματα και στους παράγοντες που αποκομίζουν τα μεγαλύτερα κέρδη από τις παράνομες αγορές. Αντίθετα, στρέφεται προς όσους είναι ευκολότερο να σταματήσουν, να ελεγχθούν, να συλληφθούν, να απελαθούν, να εκδιωχθούν ή να στιγματιστούν δημόσια. Οι αστυνομικές επιχειρήσεις επικεντρώνονται στις φτωχές γειτονιές, στους συγκοινωνιακούς κόμβους, στα καταφύγια αστέγων, στις εργατικές κατοικίες, στις συνοικίες μεταναστών και στα σημεία λιανικής διακίνησης στους δρόμους. Εν τω μεταξύ, τα πιο επικερδή επίπεδα του εμπορίου προστατεύονται πίσω από νόμιμες επιχειρήσεις, τη χρηματοοικονομική αδιαφάνεια, τις επαγγελματικές υπηρεσίες και τα προνόμια της κοινωνικής τάξης.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιεραρχία τιμωρίας. Ο μετανάστης που μεταφέρει ναρκωτικά, ο άστεγος χρήστης, ο φυλετικά στοχοποιημένος έφηβος, ο επισφαλώς εργαζόμενος, η χρεωμένη γυναίκα που εξαναγκάζεται να μεταφέρει ουσίες και ο εξαρτημένος άνθρωπος που έχει διαμορφωθεί μέσα από τραύμα και στέρηση γίνονται το ορατό πρόσωπο μιας αγοράς που συντηρείται από τον πλούτο, τη ζήτηση, τις υποδομές και την ατιμωρησία. Ο πανικός γύρω από τα ναρκωτικά προσφέρει στις κυβερνήσεις ένα βολικό εργαλείο: μπορούν να διαχειρίζονται τη φτώχεια χωρίς ποτέ να την κατονομάζουν.
Αυτό είναι που καθιστά τη σημερινή συγκυρία στην Ευρώπη τόσο κρίσιμη. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025, 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή Ένωση —το 20,9% του πληθυσμού— αντιμετώπιζαν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Τα συμπεράσματα της Κοινής Έκθεσης για την Απασχόληση 2026 του Συμβουλίου αναγνωρίζουν ότι η πρόοδος στη μείωση της φτώχειας είναι υπερβολικά αργή ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της ΕΕ για το 2030, χωρίς σαφείς ενδείξεις ανοδικής κοινωνικής σύγκλισης ως προς τα εισοδήματα ή το βιοτικό επίπεδο.
Αυτό είναι το κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο διαμορφώνεται μια πιο σκληρή πολιτική για τα ναρκωτικά: απρόσιτη στέγαση, επισφαλής εργασία, υποχρηματοδοτούμενα σχολεία, περιορισμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αποκλεισμός των νέων και διευρυνόμενη ανασφάλεια. Οι εγκληματικές αγορές επεκτείνονται εκεί όπου τα δημόσια θεσμικά όργανα υποχωρούν. Προσφέρουν εισόδημα, αίσθηση του ανήκειν, κύρος και προστασία — μαζί όμως με τον κίνδυνο και τη βία. Το κράτος συχνά εμφανίζεται εκ των υστέρων, εξοπλισμένο με διευρυμένες αστυνομικές εξουσίες, παρουσιάζοντας την καταστολή ως υπεύθυνη διακυβέρνηση.
Συγκριτικές έρευνες για τον παγκόσμιο «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» δείχνουν ότι η διακυβέρνηση του ζητήματος μπορεί να εξελιχθεί σε ευρύτερες μορφές καταναγκαστικής κρατικής επέκτασης, τροφοδοτούμενης από την απανθρωποποίηση, τον ηθικό πανικό, την εντατικοποίηση της αστυνόμευσης και την ατιμωρησία. Μελέτες σε χώρες όπως η Κολομβία και οι Φιλιππίνες δείχνουν ότι οι πολιτικοί ηγέτες παρουσιάζουν την καταστολή ως αναγκαία για την ειρήνη, την τάξη και τη «διάσωση» του έθνους. Γενικότερα, οι πόλεμοι κατά των ναρκωτικών αποκτούν πολιτική απήχηση επειδή επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να ορίζουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες ως απειλή για τον ηθικό ιστό του έθνους.
Το θεσμικό πλαίσιο της Ευρώπης —τα δικαστήρια, οι δημοσιογράφοι, οι οργανώσεις δικαιωμάτων, τα κοινοβούλια και το υπερεθνικό δίκαιο— παρέχει σημαντικές δικλείδες ασφαλείας. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται τόσο στον απροκάλυπτο αυταρχισμό όσο σε ένα πιο συνηθισμένο ρεπερτόριο δημοκρατικού καταναγκασμού: πρακτικές συνεχών ελέγχων σε φυλετικά στοχοποιημένες γειτονιές, προληπτική αστυνόμευση γύρω από συγκοινωνιακούς κόμβους, απαγορεύσεις χρήσης δημόσιων χώρων που στοχεύουν άστεγους χρήστες, απελάσεις για μικροπαραβάσεις σχετικές με ναρκωτικά, κυρώσεις στην κοινωνική πρόνοια, συστήματα προγνωστικής αστυνόμευσης που χαρακτηρίζουν φτωχές περιοχές ως «ζώνες κινδύνου» και αυστηρότερες ποινές που διογκώνουν τον πληθυσμό των φυλακών χωρίς να διαταράσσουν τα ανώτερα επίπεδα των εγκληματικών δικτύων.
Τέτοιου είδους μέτρα αποκτούν νομιμοποίηση ακριβώς επειδή εμφανίζονται ως τεχνικά και διαδικαστικά ουδέτερα και όχι ως τιμωρητικά. Παρουσιάζονται ως διαχείριση κινδύνου, προστασία της αστικής ασφάλειας, φύλαξη των συνόρων, πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας ή καθησυχασμός των τοπικών κοινωνιών. Έτσι, οι κυβερνήσεις μπορούν να προβάλλουν μια εικόνα ελέγχου, αποφεύγοντας τα δυσκολότερα ερωτήματα σχετικά με τους μισθούς, τη στέγαση, τη φορολογία, τις φυλετικές ανισότητες, τις δημόσιες επενδύσεις και τις κοινωνικές ρίζες της εξάρτησης. Η φτώχεια μετατρέπεται σε ζήτημα ασφάλειας. Οι φτωχοί γίνονται ορατοί κυρίως ως κίνδυνοι, ενώ οι αξιώσεις τους για φροντίδα, εισόδημα, κατοικία και αξιοπρέπεια υποχωρούν.
Μια αξιόπιστη ευρωπαϊκή απάντηση οφείλει να αναστρέψει αυτή την πορεία. Η χρήση ναρκωτικών πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα από την υγεία, τη φροντίδα και τα κοινωνικά δικαιώματα. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Ναρκωτικά αναγνωρίζει τη μείωση της βλάβης ως αποτελεσματικό μέσο περιορισμού των υγειονομικών, κοινωνικών, νομικών και οικονομικών επιπτώσεων. Η επέκταση υπηρεσιών όπως ο έλεγχος ουσιών (drug checking), οι χώροι εποπτευόμενης χρήσης, η θεραπεία με υποκατάστατα οπιοειδών, η διάθεση ναλοξόνης για χρήση στο σπίτι, οι κινητές μονάδες παρέμβασης, η φροντίδα με επίγνωση του τραύματος και οι προσβάσιμες υπηρεσίες ψυχικής υγείας θα έσωζαν ζωές και θα ενίσχυαν τις κοινότητες.
Παράλληλα, η επιβολή του νόμου πρέπει να στραφεί προς τα ανώτερα επίπεδα. Η προσέγγιση «ακολούθησε το χρήμα» του Συμβουλίου πρέπει να εφαρμοστεί με αυστηρότητα στην αγορά ακινήτων, στις εταιρείες logistics, στις εταιρείες-κέλυφος, στους φορολογικούς παραδείσους, στις ροές κρυπτονομισμάτων, στους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, στους δικηγόρους, στους λογιστές και στα διεφθαρμένα σημεία μέσα στους νόμιμους θεσμούς. Οι συλλήψεις μικροδιακινητών παράγουν στατιστικά στοιχεία· η διατάραξη των χρηματοοικονομικών δικτύων αλλάζει τα πραγματικά κίνητρα. Και αυτό είναι πολιτικά πολύ πιο απαιτητικό, γιατί αγγίζει πολύ πιο κοντά τις συγκεντρώσεις πλούτου.
Η πολιτική για τα ναρκωτικά πρέπει επίσης να αντιμετωπίζεται ως κοινωνική πολιτική. Η εργασία με τους νέους, η κοινωνική κατοικία, η δημόσια εκπαίδευση, η ένταξη των μεταναστών, η ανακούφιση από τα χρέη, η κοινοτική υγεία, η ψυχική υγεία και οι προσβάσιμοι δημόσιοι χώροι λειτουργούν ως μορφές πρόληψης. Μειώνουν την απελπισία, περιορίζουν τη στρατολόγηση από εγκληματικά δίκτυα και προστατεύουν τους νέους πολύ αποτελεσματικότερα από την τιμωρητική ρητορική.
Η Πορτογαλία προσφέρει το σημαντικότερο ευρωπαϊκό παράδειγμα. Η μεταρρύθμιση των αρχών της δεκαετίας του 2000 πέτυχε επειδή η αποποινικοποίηση εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θεραπείας, μείωσης της βλάβης, επιτροπών αποτροπής, κοινωνικής επανένταξης και συντονισμένης δημόσιας υγείας. Το δίδαγμα δεν ήταν ποτέ ότι αρκεί να καταργηθούν οι ποινικές κυρώσεις ενώ η φροντίδα παραμένει υποχρηματοδοτούμενη. Ήταν ότι το κράτος μπορεί να αντικαταστήσει την τιμωρία με διαρκή θεσμική ευθύνη. Οι πιο πρόσφατες δυσκολίες της Πορτογαλίας —η αποδυνάμωση των κοινωνικών υπηρεσιών, η εμφανής χρήση ναρκωτικών στους δρόμους και η αναζωπύρωση των πολιτικών πιέσεων υπέρ της καταστολής— δείχνουν τι συμβαίνει όταν διαβρώνεται η κοινωνική υποδομή που στήριζε τη μεταρρύθμιση. Η αποποινικοποίηση χωρίς θεραπεία γίνεται πολιτικά ευάλωτη· η θεραπεία χωρίς στέγαση, εργασία και ψυχική φροντίδα παραμένει εύθραυστη. Η Ευρώπη οφείλει να διδαχθεί τόσο από την επιτυχία όσο και από την υποχώρηση της Πορτογαλίας: οι μακροπρόθεσμες κοινωνικοοικονομικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να χρηματοδοτούνται, να συντονίζονται και να προστατεύονται από τις πολιτικές λιτότητας, διαφορετικά η τιμωρητική λογική θα επιστρέψει με το πρόσχημα της κρίσης.
Αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί να αντιμετωπιστεί η πολιτική οικονομία που καθιστά ελκυστικές τις τιμωρητικές απαντήσεις. Η σύγχρονη ευρωπαϊκή διακυβέρνηση συνδυάζει συχνά την τυπική δημοκρατική ισότητα με υψηλή συγκέντρωση πλούτου και δυσανάλογη επιρροή των οικονομικά ισχυρών. Η τιμωρία προς τα κάτω απαιτεί ελάχιστες θυσίες από το κεφάλαιο, ενώ επιβάλλει πειθαρχία στους φτωχούς, αφήνοντας άθικτες τις βαθύτερες δομές του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η υποχώρηση του κοινωνικού κράτους έχει μια τιμωρητική συνέχεια. Ό,τι εξαφανίζεται ως κοινωνική παροχή επανεμφανίζεται συχνά ως επιτήρηση. Ένα κλειστό κέντρο νεότητας μετατρέπεται σε νέα αστυνομική πρωτοβουλία. Μια απρόσιτη υπηρεσία ψυχικής υγείας καταλήγει σε μια σύλληψη. Η αποτυχία της στεγαστικής πολιτικής μετατρέπεται σε ζήτημα δημόσιας τάξης, ενώ η αποτυχία της αγοράς εργασίας γίνεται πρόσφορο έδαφος για το οργανωμένο έγκλημα.
Η Ευρώπη μπορεί να επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο: να αντιμετωπίσει το οργανωμένο έγκλημα χωρίς να ποινικοποιεί τη φτώχεια, να στοχεύσει τα δίκτυα ξεπλύματος χρήματος με την ίδια ένταση που αντιμετωπίζει τη μικροπαραβατικότητα του δρόμου, να επενδύσει στην πρόληψη των θανάτων από υπερβολική δόση ως βασική δημόσια υποδομή και να υπερασπιστεί το κοινωνικό κράτος ως ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία κατά των βλαβών που σχετίζονται με τα ναρκωτικά.
Τελικά, η πολιτική για τα ναρκωτικά αποκαλύπτει την ηθική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Μια ήπειρος που απαντά στην ανασφάλεια με τιμωρία, ενώ ανέχεται την κοινωνική εγκατάλειψη, θα συνεχίσει να αναπαράγει τις ίδιες τις βλάβες που ισχυρίζεται ότι θέλει να αντιμετωπίσει. Αντίθετα, μια Ευρώπη που επενδύει στη φροντίδα, την ισότητα και την αξιοπρέπεια μπορεί να αρχίσει να αποδυναμώνει τις συνθήκες από τις οποίες εξαρτώνται οι εγκληματικές αγορές.
Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών υποσχόταν πάντοτε τάξη. Η πιο διαρκής, όμως, κληρονομιά του υπήρξε η οργανωμένη τιμωρία των φτωχών. Πηγή: www.socialeurope.eu
————-
*Ο Salvador Santino Regilme είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Leiden, στην Ολλανδία.
