Ποιος τελικά «κοχλάζει»; Η μεγάλη απόσταση της πολιτικής από την πραγματική ζωή

Η αντικειμενική πίεση στην αγοραστική δύναμη, το «τυφλό σημείο» των μετρήσεων και η ανάγκη των πολιτών για ομαλότητα εκτός των αστικών κέντρων.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Αν παρακολουθήσει κανείς τις πολιτικές αντιπαραθέσεις στα τηλεοπτικά πάνελ ή τις ανακοινώσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η εικόνα φαίνεται ξεκάθαρη: η κοινωνία βράζει, η οργή ξεχειλίζει, το αίτημα για ανατροπή είναι καθολικό και η καθημερινότητα περιγράφεται ως ένας αδιάκοπος αγώνας επιβίωσης. Αρκεί όμως μια βόλτα εκτός των ορίων των μεγάλων αστικών κέντρων, στην ελληνική περιφέρεια, για να διαπιστώσει κανείς μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα.

Η πλειονότητα των πολιτών κινείται σε ρυθμούς καθημερινής κανονικότητας. Τα καφέ και τα εστιατόρια είναι γεμάτα, η τοπική αγορά κινείται, οι οικογενειακοί προγραμματισμοί συνεχίζονται και, κυρίως, απουσιάζει παντελώς το αίσθημα της επικείμενης «κοινωνικής έκρηξης». Πώς εξηγείται αυτή η τεράστια απόσταση ανάμεσα στο πολιτικό αφήγημα και την πραγματική ζωή;

Η επαρχία ως δείκτης πραγματικότητας

Στα αστικά κέντρα, ο πολιτικός θόρυβος διογκώνεται. Η συμπίεση των ατομικών αποστάσεων, η ένταση των μετακινήσεων και η διαρκής έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας διαρκούς κρίσης. Στην περιφέρεια, όμως, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά.

Οι κοινωνικοί δεσμοί, η μικρότερη κλίμακα των προβλημάτων, η ιδιοκατοίκηση και η παράλληλη στήριξη από την τοπική ή πρωτογενή οικονομία αμβλύνουν τις γωνίες. Η βιωματική παρατήρηση στην επαρχία δεν αποκαλύπτει έναν λαό εξαθλιωμένο που αναζητά εφόδους στα χειμερινά ανάκτορα, αλλά μια κοινωνία που βρίσκει βηματισμό, προσαρμόζεται και, σε μεγάλο βαθμό, δηλώνει ικανοποιημένη από το πλαίσιο σταθερότητας που διαθέτει.

Αδράνεια, προσαρμογή ή πραγματική ικανοποίηση;

Είναι λογικό να τεθεί το ερώτημα: πρόκειται για ουσιαστική ευημερία ή για μια παθητική αδράνεια; Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στο ενδιάμεσο. Η ελληνική κοινωνία, μετά από μια μακρά περίοδο αλλεπάλληλων κρίσεων, έχει αναπτύξει ισχυρά αντανακλαστικά αυτοσυντήρησης.

Οι πολίτες μπορεί να διαμαρτύρονται για την ακρίβεια –όπως κάνουν παραδοσιακά σε κάθε εποχή–, αλλά στην πράξη ιεραρχούν ως πρώτη προτεραιότητα τη διατήρηση των κεκτημένων τους. Η σταθερότητα, ακόμη και αν συνοδεύεται από παράπονα, θεωρείται ασυγκρίτως προτιμότερη από το ρίσκο μιας άγνωστης ή αμφίβολης αλλαγής. Η γκρίνια στην καθημερινή συζήτηση λειτουργεί περισσότερο ως βαλβίδα αποσυμπίεσης παρά ως δήλωση πολιτικής ανατροπής.

Η άλλη όψη: Η αντικειμενική πίεση στην αγοραστική δύναμη

Ασφαλώς, η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα είναι ανύπαρκτα ή κατασκευασμένα. Ο αντίλογος που επισημαίνει τη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης εδράζεται σε πραγματικά δεδομένα: ο δομικός πληθωρισμός στα είδη πρώτης ανάγκης, το αυξημένο κόστος στέγασης και η σταθερή απόσταση των μισθών από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο πιέζουν αντικειμενικά τα νοικοκυριά. Η διαφορά έγκειται στο πώς εισπράττεται αυτή η πίεση. Αντί να μετατρέπεται σε οργισμένη πολιτική διαμαρτυρία, μετουσιώνεται σε μια σιωπηρή αναδιάταξη των οικογενειακών προϋπολογισμών. Ο πολίτης δεν αρνείται τη δυσκολία· επιλέγει απλώς να τη διαχειριστεί ατομικά και πραγματιστικά, αντί να προσδοκά «μαγικές» πολιτικές λύσεις που στο παρελθόν αποδείχθηκαν αυταπάτες.

Το «τυφλό σημείο» των δημοσκοπήσεων

Εδώ εγείρεται και το ζήτημα των μετρήσεων της κοινής γνώμης. Γιατί οι δημοσκοπήσεις συχνά καταγράφουν υψηλά ποσοστά δυσαρέσκειας που δεν αποτυπώνονται στους δρόμους ή στις κάλπες; Η απάντηση κείται στη φύση της ίδιας της δημοσκοπικής καταγραφής. Μια τηλεφωνική έρευνα συλλαμβάνει το συναίσθημα της στιγμής –τη στιγμιαία ενόχληση από έναν λογαριασμό ή μια ειδησεογραφική επικαιρότητα. Επιπλέον, λειτουργεί το φαινόμενο της «κοινωνικά επιθυμητής απάντησης»: στην Ελλάδα θεωρείται σχεδόν επιβεβλημένο να δηλώνεις δυσαρεστημένος, καθώς η δήλωση ικανοποίησης συχνά παρεξηγείται ως εφησυχασμός ή πολιτική μονομέρεια. Οι μετρήσεις καταγράφουν το παράπονο, όχι όμως τη βαθύτερη πρόθεση συμπεριφοράς.

Η ανάγκη για ομαλότητα

Όσο η αντιπολίτευση επενδύει σε μια καταστροφολογική ρητορική που υποστηρίζει ότι «ο λαός πεινάει» ή «κοχλάζει», τόσο θα συγκρούεται με το βίωμα του μέσου πολίτη. Όταν η πολιτική διάγνωση απέχει από την καθημερινή εμπειρία, το αποτέλεσμα δεν είναι η συσπείρωση των διαμαρτυρόμενων, αλλά η περαιτέρω απαξίωση του πολιτικού λόγου.

Η κοινωνία μπορεί να μην ευημερεί στο απόλυτο, έχει όμως επιλέξει την κανονικότητα. Και όσο ο πολιτικός ανταγωνισμός διεξάγεται με όρους εικονικής πραγματικότητας, η σιωπηρή πλειοψηφία θα συνεχίζει να ζει τη ζωή της, μακριά από τους τεχνητούς οργισμένους μονόλογους των εδράνων.

 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή