Πότε έζησε ο Όμηρος; – Περιγραφή των ηρώων της Ιλιάδας…

Η χρονολόγηση του Ομήρου εδράζεται σε συγκεκριμένες εκδοχές που έχουν καταθέσει οι συγγραφείς: Απολλόδωρος, Αρίσταρχος, Αριστοτέλης, Ερατοσθένης, Έφορος ο Κυμαίος, Ηρακλείδης, Κράτης ο Θηβαίος, Κράτης ο Μαλλώτης, Πορφύριος, Πύρανδρος και άλλοι.

by ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

Η αποθέωση του Ομήρου (Ζαν Ωγκύστ Ντομινίκ Ενγκρ, 1827). Στα πόδια του η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.

  • ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

Στην εισαγωγή του έργου μου «Κωνσταντίνος Ερμονιακός, Ο πόλεμος της Τροίας», καταπιάνομαι με το θέμα «Πού, πότε και από ποιους γεννήθηκε ο Όμηρος;» Και σε αυτό προσπαθώ να δώσω απάντηση, με πληροφορίες που αντλώ από τις παλαιές πρωτογενείς πηγές, οι περισσότερες των οποίων λείπουν ή δεν εμφανίζονται στις βιβλιογραφικές πηγές των σύγχρονων Ομηριστών και Ομηρολόγων. Δεν ξέρω γιατί…

Πού, πότε και από ποιους γεννήθηκε ο Όμηρος;

Θεωρούνται γνωστές οι απόψεις των αρχαίων συγγραφέων –και των νεότερων– σχετικά με αυτό το ερώτημα. Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι στο έργο Βιογράφοι – Vitarum Scriptores Graeci Minores, Edidit Antonius WestermannBrunsvigae MDCCCXLV [1845], σ. 1-45, κατατίθενται όλες σχεδόν οι αρχαίες απόψεις, θεωρίες και μαρτυρίες σχετικά με τα βιογραφικά του Ομήρου, τη γέννηση, τον θάνατο, την πατρίδα, τους γονείς, τους συγγενείς κ.λπ. (i. Ψευδο-Ηρόδοτος, σ. 1-20· ii. Ψευδο-Πλούταρχος, σ. 21-24· iii. Πρόκλος, σ. 24-27· iv. Άλλος, σ. 27-28· v. Άλλος, σ. 28-30· vi. Απόψεις πολλών περί πατρίδας Ομήρου, σ. 30-31· vii. Σουΐδας (απόψεις πολλών), σ. 31-33· vii. Όμηρος και Ησίοδος, σ. 33-45).

Προτομή του Ομήρου. Ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνιστικού πρωτοτύπου από τον 2ο αιώνα ΠΚΕ. (Βρετανικό Μουσείο)

Από αυτά όμως τα στοιχεία συνάγονται τα κάτωθι:

Α. Η χρονολόγηση του Ομήρου εδράζεται σε συγκεκριμένες εκδοχές που έχουν καταθέσει οι συγγραφείς: Απολλόδωρος, Αρίσταρχος, Αριστοτέλης, Ερατοσθένης, Έφορος ο Κυμαίος, Ηρακλείδης, Κράτης ο Θηβαίος, Κράτης ο Μαλλώτης, Πορφύριος, Πύρανδρος και άλλοι.

Β. Το έτος γέννησης του Ομήρου, με βάση τις εκπεφρασμένες απόψεις, κινείται σε ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος και ο ποιητής εμφανίζεται να έζησε ή να γεννήθηκε: α) στα χρόνια του Τρωικού πολέμου· β) 60 έτη μετά την άλωση της Τροίας· γ) 80 έτη μετά τον ιωνικό αποικισμό, ή 220 έτη μετά την άλωση της Τροίας· δ) λιγότερο από 80 έτη μετά τον Τρωικό πόλεμο· ε) 100 έτη μετά τον Τρωικό πόλεμο· ς) την περίοδο της ιωνικής μετανάστευσης, ή περί τα 140 έτη μετά τον πόλεμο της Τροίας· ζ) 150 έτη μετά τον Τρωικό πόλεμο· η) 100 έτη μετά τον ιωνικό αποικισμό, ή 240 έτη μετά την άλωση της Τροίας· θ) 150 έτη μετά τον ιωνικό αποικισμό, ή 290 έτη μετά την άλωση της Τροίας· ι) 160 έτη μετά την άλωση της Τροίας· ια) γεννήθηκε το έτος ίδρυσης της Σμύρνης ή 168 έτη μετά την άλωση της Τροίας· ιβ) 275 έτη μετά την τρωική εκστρατεία· ιγ) 350 έτη μετά την άλωση της Τροίας· ιγ) 400 χρόνια μετά τον Τρωικό πόλεμο.

Όπως αναφέρει ο Πρόκλος: «εσί δέ οτινες νεψιόν ατόν σιόδου παρέδοσαν, τριβες ντες ποιήσεως […] λλά γάρ πλανήθησαν κ τν σιοδείων μερν» (Βιογράφοι, ό. π., σ. 26).

Γ. Οι τόποι που εμφανίζονται ως πατρίδα του Ομήρου είναι: η Αθήνα, η Αίγυπτος (Θήβες Αιγύπτου), η Γρύνεια, η Θεσσαλία, η Ιθάκη, η Ίος, η Ιταλία (Κάτω Ιταλία), Κεγχρεές (στην περιοχή της Τροίας), η Κνωσσός, η Κολοφώνα, η Κύμη Μικρασίας, η Κύπρος, η Λευκάδα, η Λυδία, οι Μυκήνες, η Ρόδος, η Ρώμη, η Σαλαμίνα Κύπρου, η Σμύρνη, η Χίος. (Βλ. Leonis Allatii, De Patria Homeri, Lvgdvni Sumptibus Laurenti Dvrand, MDCXL [1640]).

Η γνωστή φράση «Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν Ομήρου, Κύμη, Χίος, Κολοφών, Σμύρνη, Πύλος, Άργος, Αθήνη», φαίνεται να μην έχει τόσο … ακριβές περιεχόμενο, αφού οι πόλεις και οι τόποι που διεκδικούν τον Όμηρο για δικό τους άνθρωπο –που τις αναφέραμε ήδη– είναι τουλάχιστον 20!

Να πώς έχει η αρχαία διατύπωση: «Αναξιμένης μεν ουν και Δαμάστης και Πίνδαρος ο μελοποιός Χίον αυτόν αποφαίνονται, και Θεόκριτος εν τοις Επιγράμμασιν. ο δε Δαμάστης και δέκατον αυτόν από Μουσαίου φησί γεγονέναι. Ιππίας δε αυ καί Έφορος Κυμαίον. ο δε Έφορος και εις Χαρίφημον ανάγει το γένος αυτού, ο δε Χαρίφημος ούτος Κύμην ώικισε. Τιμόμαχος δε και Αριστοτέλης εξ Ίου της νήσου. κατά δε Αντίμαχον Κολοφώνιος. κατά δε Στησίμβροτον τον Θάσιον Σμυρναίος. κατά Φιλόχορον δε Αργείος. κατά Καλλικλέα δε της εν Κύπρωι Σαλαμίνος. Αριστόδημος δε ο Νυσαεύς Ρωμαίον αυτόν αποδείκνυσιν εκ τινων εθών παρά Ρωμαίοις μόνον γινομένων… άλλοι δε Αιγύπτιον αυτόν είπον » (Βιογράφοι – Vitarum Scriptores Graeci Minores, Edidit Antonius Westermann… Brunsvigae MDCCCXLV [1845], σ. 30-31).

Δ. Ονόματα που δίνονται για τον πατέρα του Ομήρου: Θαμύρας (από ορισμένους), Δαήμων (από Δημόκριτο τον Τροιζήνιο), Δμασαγόρας (από τον Καλλικλή), Μαίων (από Ελλάνικο και Κλεάνθη), Μέλης (από Ευγαίονα και κατοίκους της Σμύρνης), Μενέμαχος (από Αιγυπτίους), Τηλέμαχος (γιος του Οδυσσέα, από κάποιους). (Βλ. Leonis Allatii, De Patria Homeri, Lvgdvni Sumptibus Laurenti Dvrand, MDCXL [1640]).

Η αρχαία διατύπωση είναι σαφής: «Περί δε των γονέων αυτού πάλιν πολλή διαφωνία παρά πάσίν εστιν. Ελλάνικος μεν γαρ και Κλεάνθης Μαίονα λέγουσιν, Ευγαίων δε Μέλητα, Καλλικλής δε Δμασαγόραν, Δημόκριτος δε ο Τροιζήνιος Δαήμονα έμπορον, ένιοι δε Θαμύραν, Αιγύπτιοι δε Μενέμαχον ιερογραμματέα, εισί δε οι Τηλέμαχον τον δυσσέως(Hesiodi Carmina. Recensuit et Commen-tariis Instruxit Carolus Goettlingius. Editio Altera. Gothae, MDCCCXLIII [1843], σ. 313-314).

Ε. Ονόματα που δίνονται για τη μητέρα του Ομήρου: Θεμίστη, Ιθακήσια (από αγοραπωλησία Φοινίκων), Καλλιόπη η Μούσα, Κρηθηΐς (για τους Σμυρναίους), Μήτις, Πολυκάστη (κόρη του βασιλιά της Πύλου Νέστορα), Υρνηθώ.

Η διατύπωση και εδώ είναι σαφής: «μητέρα δε οι μεν Μήτιν, οι δε Κρηθηίδα, οι δε Θεμίστην, οι δε Υρνηθώ, ένιοι δε Ιθακησίαν τινά υπό Φοινίκων απεμποληθείσαν, οι δε Καλλιόπην την Μούσαν, τινές δε Πολυκάστην τήν Νέστορος.» (Hesiodi Carmina., ό.π., σ. 314)

ΣΤ. Πληροφορίες για τους γονείς του Ομήρου δίνουν οι εξής συγγραφείς: Αριστοτέλης ο φιλόσοφος, Γοργίας, Δαμάστης, Δείναρχος, Δημοκρίνης, Δημόκριτος ο Τροιζήνιος, Ελλάνικος, Έφορος ο Κυμαίος, Ευγαίων, Καλλικλής, Καστρίκιος ο Νικαεύς, Κλεάνθης, Στησίμβροτος, Φερεκύδης, Χάραξ (ο ιστορικός). (Σουΐδας. – Suidae Lexicon, Post Ludolphhum Kusterum ad Codices Manuscriptos Recensuit Thomas Gaisford S.T.P., Aedis Christi Decanus Necnon Graecae Linguae Professor Regius, Tomus II. ΚΨ, Oxonii, E Typographeo Academico, MDCCCXXXIV [1834], στ. 2665/66-2677/78).

Χαρακτηριστικά χωρία απτο Βιογράφοι – Vitarum Scriptores Graeci Minores:

«[…] γενέσθαι δε αυτόν τοις χρόνοις οι μέν φασι κατά τον Τρωικόν πόλεμον, ου και αυτόπτην γενέσθαι· οι δε μετά εκατόν έτη του πολέμου· άλλοι δε μετά πεντήκοντα και εκατόν. έγραψε δε ποιήματα δύο, Ιλιάδα και Οδύσσειαν·…» (Εκ των [Πλουτάρχου] περί του βίου και της ποιήσεως Ομήρου, σ. 24 {Ψευδο-Πλούταρχος}).

«τα μεν ουν υπέρ της γενέσιος και τελευτής και βίου δεδήλωταί μοι. περί δε ηλικίης της Ομήρου εκ των δ’ αν τις επισκεπτόμενος ακριβώς και ορθώς λογίζοιτο. από γαρ της ες Ίλιον στρατείης, ην Αγαμέμνων και Μενέλαος ήγειραν, έτεσιν ύστερον εκατόν και τριήκοντα Λέσβος ωικίσθη κατά πόλεις, πρότερον εούσα άπολις. μετά δε Λέσβον οικισθείσαν έτεσιν ύστερον είκοσι Κύμη η Αιολιώτις κα Φρικωνίς καλεομένη ωικίσθη. μετά δε Κύμην οκτωκαίδεκα έτεσιν ύστερον Σμύρνα υπ Κυμαίων κατωικίσθη· και εν τούτωι γίνεται Όμηρος. αφ’ ου δε Όμηρος εγέ-νετο, έτεά εστιν εξακόσια εικοσιδύο μέχρι της Ξέρξεω διαβάσεως, ην στρατευσάμενος επί τους Έλληνας και ζεύξας τόν Ελλήσποντον διέβη εκ της Ασίας ες την Ευρώπην. από δε τούτου ρηϊδίως εστίν αριθμήσαι τον χρόνον τωι εθέλοντι ζητείν εκ των αρχόντων των Αθήνησι. των δε Τρωϊκών ύστερον γεγένηται Όμηρος έτεσιν εκατόν εξήκοντα οκτώ.» ([Ηροδότου Αλικαρνασσήος] Περί της του Ομήρου γενέσιος και βιοτή, σ. 20 {Ψευδο-Ηρόδοτος}).

«ώσπερ δε τα του γένους αυτού διαπορείται, ούτω και τα περι των χρόνων καθ’ ους εγένετο. και οι μεν περί Αρίσταρχόν φασιν αυτόν γενέσθαι κατ την των Ιώνων αποικίαν, ήτις υστέρει της των Ηρακλειδών καθόδου έτεσιν εξήκοντα· τα δε περί τους Ηρακλείδας λείπεται των Τρωικν έτεσιν ογδοήκοντα. οι δε περί Κράτητα και προ της Ηρακλειδών καθόδου λέγουσιν αυτν γενέσθαι, ως ουδέ όλα έτη ογδοήκοντα απέχειν των Τρωικών. αλλά παρά τοις πλείστοις πεπίστευται μετά έτη τετρακόσια τετρακόσια Kindstrand: κατν M των Τρωικών γεγονέναι, ου πολύ πρό της θέσεως τών Ολυμπίων, αφ’ ης ο κατά Ολυμπιάδας χρόνος αριθμείται. εισί δε αυτού ποιήσεις δύο, Ιλιάς και Οδύσσεια, διηιρημένη εκατέρα εις τον αριθμόν των στοιχείων, ουχ υπό αυτού του ποιητού αλλ’ υπό των γραμματικών των περί Αρίσταρχον.» (Πρόκλου περί Ομήρου, σ. 26).

[Ο Ξέρξης (519-466 π.Χ.) διέβη τον Ελλήσποντο το έτος 482 π.Χ.]

Από τα ανωτέρω, ας προσεχθεί η διατύπωση: «Όμηρος εγένετο, έτεά εστιν εξακόσια εικοσιδύο μέχρι της Ξέρξεω διαβάσεως, ην στρατευσάμενος επί τους Έλληνας και ζεύξας τόν Ελλήσποντον διέβη εκ της Ασίας ες την Ευρώπην. […] των δε Τρωϊκών ύστερον γεγένηται Όμηρος έτεσιν εκατόν εξήκοντα οκτώ». Τούτη η διατύπωση οδηγεί στην εκτίμηση ότι ο Όμηρος γεννήθηκε το έτος 482 + 622 = 1104 π.Χ., και ότι ο Τρωικός πόλεμος έληξε 168 έτη νωρίτερα, ήτοι 1104 + 168 = 1272 π.Χ.!…

Από τις ίδιες πηγές συνάγεται ότι η άλωση της Τροίας συνετελέσθη μεσάνυχτα 6 Ιουνίου ξημερώνοντας 7 Ιουνίου, νύχτα με πανσέληνο, του έτους 1218 π.Χ.! Η ημερομηνία προκύπτει από τη διατύπωση «εβδόμη φθίνοντος Θαργηλιώνος» και από τη διατύπωση «επτακαίδεκα πρότερον ημέραις της θερινής τροπής». Το έτος προκύπτει από τον Ηρόδοτο (484-425/418 π.Χ.), που έγραψε «λάσσω τεα στ τν Τρωικν, κατ κτακόσια μάλιστα ς μέ». Ο Ηρόδοτος πέθανε μάλλον το 418 π.Χ., όταν ολοκλήρωσε τη συγγραφή του έργου του (Ιστορίαι), οπότε 800 χρόνια πριν από αυτόν είναι το έτος της άλωσης της Τροίας, το 1218 π.Χ.! Κατά την περίοδο του Τρωικού πολέμου έζησε και ο ποιητής Όμηρος, «ο χρυσούς» και «πολύ τε παλαιότατος Ησιόδου», δημιουργός των αριστουργηματικών επών, Ιλιάδος και Οδύσσειας.

Οι σύγχρονοι Ομηρίδες αγνοούν ή παραβλέπουν παντελώς τις ανωτέρω πηγές και ισχυρίζονται ότι ο Όμηρος είναι σύγχρονος του Ησίοδου!…

***

Δεν κάνω καμιά απόπειρα… επίλυσης του «Ομηρικού Ζητήματος», οπότε αρκούμαι στο να δώσω μόνο κάποια εκτενή αποσπάσματα από έργα σημαντικών συγγραφέων του αρχαίου ελληνικού κόσμου και της λεγόμενης «βυζαντινής περιόδου», για να καταδειχτεί το γιγαντιαίο μέγεθος του ποιητή, και η ποιητική αδεία… έξαρση του φανταστικού και φαντασιακού και η ακούσια ή εκούσια… αποσιώπηση ή στρέβλωση ιστορικών συμβάντων, γεγονότων και προσώπων του πολέμου της Τροίας.

Ο Όμηρος δεν ήταν ιστορικός αλλά ιστόρησε ένα σημαντικό πολεμικό γεγονός που έλαβε χώρα σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και σε συγκεκριμένο χώρο, επί των ημερών του, και το χρησιμοποίησε για τη συγγραφή ποιητικού έπους. Οι «εθνοτικές» και οι «γλωσσικές» ομάδες στις οποίες ανήκαν οι εμπόλεμοι του τρωικού πολέμου ήταν γνωστές, και ο Όμηρος «ιστόρησε» και αυτές τις πτυχές –πέρα από τα ιστορικά συμβάντα–, αλλά επεκτάθηκε και σε γεγονότα πέρα από τον ιστορικό χρόνο που πραγματώθηκαν, και δη σε χρονικές περιόδους πρότερων χρόνων και κοινωνιών ή πολιτισμών, δίνοντας σε αυτά μυθολογική διάσταση.

Δεν παρέλειψε να ιστορήσει και να ερμηνεύσει με απαράμιλλο και μοναδικό τρόπο τα όσα η συλλογική μνήμη διαφύλασσε μέχρι τον καιρό του. Όμως, ο Τρωικός πόλεμος υπήρξε ο καμβάς πάνω στον οποίο κέντησε την αφήγησή του, αναπλάθοντας μνήμες του παρελθόντος και δίνοντας πνοή σε μυθικά πρόσωπα, θεοποιώντας τα ή εμπλέκοντάς τα στα πολεμικά γεγονότα των ματαιόδοξων θνητών του 13ου π.Χ. αιώνα.

Τούτη η μεγαλειώδης σύλληψη και ο τρόπος της γραπτής απεικόνισης με τρόπο αξεπέραστο, κατέστησε τον Όμηρο ως τον έναν και μοναδικό αείχρονο και αιώνιο χρυσό ποιητή, πλάστη και δημιουργό ηρωικών αξιών για την παγκόσμια ανθρώπινη κοινωνία.

Καταχωρίζω –κλείνοντας– κάποιες προσεγγίσεις του έργου του από αδιαμφισβήτητου πνευματικού κύρους προσωπικότητες:

Θουκυδίδης (460/455-399/395 π.Χ):

«3. Την αδυναμίαν, άλλωστε, των παλαιών καιρών μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και το γεγονός προ πάντων ότι πριν από τα Τρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Ελλάς. Νομίζω μάλιστα ότι το όνομα αυτό ούτε είχε δοθή ακόμη εις όλην την χώραν, ούτε καν υπήρχε προ του Έλληνος, υιού του Δευκαλίωνος, αλλά τα διάφορα φύλα, και εις μεγαλυτέραν έκτασιν το Πελασγικόν, έδιδαν το όνομά των εις τα υπ’ αυτών κατοικούμενα δια-μερίσματα. Αλλ’ από την εποχήν που ο Έλλην και οι υιοί του απέβησαν ισχυροί εις την Φθιώτιδα, και την βοήθειάν των επεκαλούντο οι κάτοικοι των άλλων πόλεων, τα διάφορα φύλα, συνεπεία της επικοινωνίας αυτής, ωνομάζοντο ήδη επί μάλλον και μάλλον Έλληνες, μολονότι πολύς επέρασε καιρός πριν το όνομα τούτο ημπορέση να επικρατήση γενικώς. Την καλυτέραν απόδειξιν παρέχει ο Όμηρος. Διότι, μολονότι έζησε πολύ ύστερον και από τα Τρωικά, πουθενά δεν ωνόμασε με το όνομα αυτό όλους, ούτε άλλους εκτός εκείνων που ηκολούθησαν τον Αχιλλέα από την Φθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες, αλλ’ αποκαλεί αυτούς εις τα ποιήματά του γενικώς Δαναούς και Αργείους και Αχαιούς. Ούτε βαρ-βάρους, άλλωστε, μνημονεύει διά τον λόγον, ως νομίζω, ότι ούτε οι Έλληνες είχαν ακόμη διακριθή διά κοινού αντιθέτου ονόματος. Οπωσδήποτε τα διάφορα ελληνικά φύλα, επί των οποίων το όνομα των Ελλήνων, λόγω κοινότητος της γλώσσης, εξηπλώνετο διαδοχικώς από μίαν περιφέρειαν εις άλλην, έως ότου επεξετάθη ακολούθως επί του συνόλου των, δεν έκαμαν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν πριν από τα Τρωικά, ένεκα αδυναμίας και ελλείψεως αμοιβαίας επικοινωνίας. Άλλωστε, και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Τροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού, όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης.

4. Ο Μίνως, εξ όσων κατά παράδοσιν γνωρίζομεν, πρώτος απέκτησε πολεμικόν ναυτικόν, και εκυριάρχησεν επί του μεγαλυτέρου μέρους της θαλάσσης, η οποία ονομάζεται σήμερον Ελληνική. Κατακτήσας τας Κυκλάδας νήσους, ίδρυσεν αποικίας εις τας περισσοτέρας από αυτάς, αφού εξεδίωξε τους Κάρας και εγκατέστησε τους υιούς του ως κυβερνήτας. Ως εκ τούτου και την πειρατείαν φυσικά κατεδίωκεν όσον ημπορούσεν από την θάλασσαν αυτήν, διά να περιέρχωνται εις αυτόν ασφαλέστερον τα εισοδήματα των νήσων. […]

8. Αλλ’ ακόμη περισσότερον επεδίδοντο εις την πειρατείαν οι νησιώται Κάρες και Φοίνικες, οι οποίοι είχαν κατοικήσει τας περισσοτέρας από τας νήσους, όπως τεκμαίρεται από το γεγονός ότι, όταν οι Αθηναίοι, διαρκούντος του πολέμου, προέβησαν εις τον καθαρμόν της Δήλου, εσήκωσαν όλους τους νεκρούς και τα φέρετρα όσων είχαν αποθάνει εις την νήσον, περισσότεροι από τους μισούς θαμμένους ευρέθησαν ότι ήσαν Κάρες και ανεγνωρίσθησαν ως τοιούτοι και από το είδος του οπλισμού, ο οποίος είχε συνταφή με αυτούς, και από τον τρόπον της ταφής, ο οποίος και σήμερον συνηθίζεται μεταξύ των. Αλλ’ αφότου συνεκροτήθη το πολεμικόν ναυτικόν του Μίνωος, αι δια θαλάσσης συγκοινωνίαι έγιναν ασφαλέστεροι, αφ’ ενός μεν διότι οι κακοποιοί των νήσων αυτών εξεδιώχθησαν υπ’ αυτού, κατά την εποχήν ακριβώς που προέβη εις εποικισμόν των περισσοτέρων, εξ αλλού δε διότι οι κάτοικοι των παραλίων ήρχισαν ήδη ν’ αποκτούν μεγαλυτέρας περιουσίας και να έχουν μονιμωτέραν κατοικίαν, και μερικοί μάλιστα, όπως ήτο φυσικόν δι’ ανθρώπους, των οποίων ηύξανε καθημερινώς ο πλούτος, και με τείχη περιέβαλλαν τας πόλεις των. Διότι, ένεκα του γενικού πόθου του κέρδους και οι ασθενέστεροι ηνείχοντο την εξάρτησιν από τους ισχυροτέρους και οι δυνατώτεροι, διαθέτοντες πλούτον, καθίστων υπηκόους των τας υποδεεστέρας πόλεις. Και μόνον βραδύτερον, όταν είχαν ήδη έτι μάλλον προαχθή εις την κατάστασιν αυτήν, εξεστράτευσαν κατά της Τροίας.

9. Και ο Αγαμέμνων, ως φρονώ, κατώρθωσε να συγκεντρώση την ναυτικήν εκστρατείαν εναντίον της Τροίας, διά τον λόγον ότι υπερείχε κατά την δύναμιν από τους άλλους ηγεμόνας, και όχι τόσον διότι οι μνηστήρες της Ελένης, των οποίων υπήρξεν αρχιστράτηγος, είχαν δεσμευθή με τους όρκους που τους επέβαλεν ο Τυνδάρεως. Και όσοι, άλλωστε, από τους Πελοποννησίους παρέλαβαν από τους προγενεστέρους τας ασφαλεστέρας παραδόσεις διηγούνται ότι ο Πέλοψ απέκτησεν αρχικώς δύναμιν λόγω του μεγάλου πλούτου, με τον οποίον ήλθεν από την Ασίαν εις χώραν, της οποίας ο πληθυσμός ήτο πτωχός, και διά τούτο κατώρθωσε, μολονότι ξένος, να δώση εις αυτήν το όνομά του, και ότι ακόμη καλυτέρα τύχη επερίμενε τους απογόνους του μετά τον θάνατον του εγγονού του Ευρυσθέως, βασιλέως των Μυκηνών, ο οποίος εφονεύθη από τους Ηρακλείδας εις την Αττικήν. Καθόσον, όταν ούτος εξεστράτευσεν εκεί, ενεπιστεύθη την αντιβασιλείαν των Μυκηνών, λόγω συγγενείας, εις τον αδελφόν της μητρός του Ατρέα (ο οποίος κατά την εποχήν εκείνην ήτο εξωρισμένος από τον πατέρα του Πέλοπα διά τον φόνον του Χρυσίππου). Και επειδή ο Ευρυσθεύς δεν επέστρεψε πλέον, ο Ατρεύς, ο οποίος άλλωστε εθεωρείτο ανήρ πλουσιώτατος και είχε κολακεύσει το πλήθος, ανέλαβε την βασιλείαν των Μυκηνών και γενικώς των μερών, επί των οποίων εξετείνετο η αρχή του Ευρυσθέως, συμφώνως άλλωστε με την επιθυμίαν αυτών των Μυκηναίων, οι οποίοι επί πλέον εφοβούντο τους Ηρακλείδας. Και έτσι ο οίκος του Πέλοπος έγινεν ισχυρότερος από τον οίκον του Περσέως. Τα δύο αυτά σκήπτρα αφού ήνωσεν εις χείρας του ο Αγαμέμνων, υιός του Ατρέως, και έγινε συγχρόνως ισχυρότερος από τους άλλους κατά την ναυτικήν δύναμιν, κατώρθωσεν, όπως εγώ νομίζω, να συγκεντρώση την εκστρατείαν, διότι οι ηγεμόνες τον ηκολούθησαν, όχι κατά χάριν, αλλ’ από φόβον. Διότι εις την εκστρατείαν προσήλθεν έχων ο ίδιος τα περισσότερα πλοία και συγχρόνως εφωδίασε με τοιαύτα τους Αρκάδας, εάν η περί τούτου μαρτυρία του Ομήρου πρέπη να ληφθή υπ’ όψιν. Και εις τους στίχους, άλλωστε, όπου ομιλεί περί της διαδοχής του σκήπτρου, αναφέρει περί αυτού ο Όμηρος ότι εβασίλευσεν εις πολλάς νήσους καί ολόκληρον το Άργος. Εν τούτοις, εάν δεν είχεν αξιόλογον ναυτικήν δύναμιν, δεν θα ημπορούσε με τον στρατόν της ξηράς να βασιλεύη εις νήσους, εκτός των εγγύς της παραλίας κειμένων, αι οποίαι όμως δεν ημπορούσαν να είναι πολλαί. Και από την εστρατείαν άλλωστε αυτήν πρέπει να εικάζωμεν περί της σημασίας των προγενεστέρων.

10. Το ότι αι Μυκήναι ήσαν μικραί, η κάθε άλλη πόλις του τότε καιρού φαίνεται σήμερον ασήμαντος, δεν είναι αποχρών λόγος όπως αρνηθή κανείς να πιστεύση ότι η κατά της Τροίας εκστρατεία υπήρξεν όσον μεγάλη λέγεται από τους ποιητάς και παριστάνεται από την παράδοσιν. Διότι, εάν η πόλις των Λακεδαιμονίων ήθελεν ερημωθή και δεν απέμεναν παρά οι ναοί και τα θεμέλια των άλλων οικοδομημάτων οι μεταγενέστεροι, μετά πάροδον πολλού χρόνου, νομίζω, δεν θα επίστευαν ότι η δύναμίς της υπήρξεν ανάλογος προς την φήμην της. Και, εν τούτοις, οι Λακεδαιμόνιοι όχι μόνον εξουσιάζουν αμέσως τα δύο πέμπτα της Πελοποννήσου, αλλά και έχουν την αρχηγίαν του υπολοίπου αυτής και πολλών συμμάχων εκτός αυτής. Εφόσον, εν τούτοις, η πόλις της Σπάρτης ούτε ένα συνοικισμόν απετέλεσε ποτέ, ούτε πολυτελείς ναούς και οικοδομάς έκτισεν, αλλά κα-τοικείται κατά κώμας, σύμφωνα με την παλαιάν συνήθειαν της Ελλάδος, η δύναμίς της θα εφαίνετο υποδεεστέρα της πραγματικής. Ενώ, εάν η πόλις των Αθηνών επάθαινεν ομοίαν συμφοράν, η δύναμίς της, κρινομένη από την απλήν εξωτερικήν εμφάνισιν, θα εφαίνετο, νομίζω, διπλασία της πραγματικής. Δεν είναι λοιπόν ορθόν να είμεθα δύσπιστοι, ούτε ν’ αποβλέπωμεν εις την εξωτερικήν εμφάνισιν των πόλεων μάλλον παρά εις την δύναμίν των, αλλά πρέπει να θεωρούμεν ότι η κατά της Τροίας εκστρατεία υπήρξε μεν μεγαλύτερα από τας προηγουμένας, υπολείπεται όμως των σημερινών, εάν πρέπη να πιστεύσωμεν και εδώ τα ποιήματα του Ομήρου. Διότι, μολονότι είναι φυσικόν να υποθέσωμεν ότι ούτος ως ποιητής μεγαλοποιεί διά της φαντασίας του την εκστρατείαν όμως και πάλιν φαίνεται αυτή υποδεεστέρα. Καθόσον, από τα χίλια διακόσια πλοία, που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν, περιγράφει τα μεν των Βοιωτών ως έχοντα εκα-τόν είκοσι άνδρας έκαστον, τα δε του Φιλοκτήτου πενήντα, μνημονεύων ούτως, ως πιστεύω, τα μεγαλύτερα και τα μικρότερα πλοία. Εν πάση περιπτώσει, δεν μνημονεύει άλλου μεγέθους πλοία εις τον κατάλογόν του. Ότι, εξ άλλου, όλοι οι άνδρες του πληρώματος ήσαν κωπηλάται συγχρόνως και μάχιμοι, αναφέρει εν σχέσει προς τα πλοία του Φιλοκτήτου, όταν παριστάνη όλους τους κωπηλάτας ως τοξότας. Επιβάται, εξ άλλου, εκτός των βασιλέων και των κυριωτάτων εκ των εν τέλει, δεν είναι πιθανόν να επέβαιναν εις τα πλοία πολλοί, λόγω ιδίως ότι έμελλαν να διαπλεύσουν το πέλαγος μετά του πολεμικού υλικού εντός πλοίων τα οποία δεν είχαν καν κατάστρωμα, αλλά ήσαν κατεσκευασμένα κατά τον παλαιόν τρόπον, προσομοιάζοντα μάλλον προς τα πειρατικά. Εάν λοιπόν λάβωμεν τον μέσον όρον μεταξύ των μεγαλυτέρων και μικροτέρων πλοίων, οι εκστρατεύοντες δεν φαίνεται να ήσαν πολλοί, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ούτοι προήρχοντο από όλα συγχρόνως τα μέρη της Ελλάδος.

11. Αιτία τούτου ήτο όχι τόσον η ολιγανθρωπία όσον η αχρηματία. Διότι, ένεκα ελλείψεως επαρκών τροφίμων, εξεστράτευσαν με περιωρισμένην δύναμιν στρατού και τόσην μόνον, όσην ήλπιζαν ότι ημπορούσε να διατρέφεται από την χώραν, διαρκούντος του πολέμου. Αφού, άλλωστε, μετά την άφιξίν των ενίκησαν εις την πρώτην μάχην (ότι δε ενίκησαν αποδεικνύεται εκ του ότι εν εναντία περιπτώσει δεν θα ηδύναντο να περιχαρακώσουν το στρατόπεδόν των), ούτε τότε φαίνεται να μετεχειρίσθησαν ολόκληρον την δύναμίν των, αλλ’ ένεκα ανεπαρκείας τροφίμων επεδόθησαν εις καλλιέργειαν της Χερσονήσου και εις την διαρπαγήν. Και συνέπεια της διασποράς αυτής των δυνάμεων των ήτο, ότι οι Τρώες ημπόρεσαν ευκολώτερον να παρατείνουν την κατ’ αυτών αντίστασίν των επί του ανοικτού πεδίου, επί δέκα όλα έτη, ως γνωστόν, καθόσον ήσαν ισόπαλοι προς τους εκάστοτε υπολειπόμενους επί τόπου. Ενώ εάν ήρχοντο φέροντες άφθονα τρόφιμα και, αντί να επιδίδωνται εις την γεωργίαν και την διαρπαγήν, διεξήγαν τον πόλεμον άνευ διακοπής, θα κατώρθωναν διά της υπεροχής των εις τας εκ παρατάξεως μάχας να κυριεύσουν την Τροίαν, αφού και διεσπαρμένοι όπως ήσαν, και με μέρος μόνον του στρατού των εκάστοτε διαθέσιμον, αντείχαν. Εάν, εξ άλλου, επολιορκούσαν κανονικώς την Τροίαν, στρατοπεδεύοντες προ αυτής, θα την εκυρίευαν ταχύτερον και ακοπώτερον. Αλλ’ ένεκα αχρηματίας και τα προ των Τρωικών υπήρξαν ασήμαντα και αυτή, εξ άλλου, η κατά της Τροίας εκστρατεία, μολονότι υπήρξεν ονομαστοτέρα από τας προηγουμένας, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι ήτο υποδεεστέρα της φήμης της και της παραδόσεως, η οποία επικρατεί περί αυτής σήμερον χάρις εις τους ποιητάς.

12. Καθόσον και μετά τα Τρωικά ακόμη αι μεταναστεύσεις και νέαι εγκαταστάσεις εξηκολούθησαν εις την Ελλάδα, εις τρόπον ώστε δι’ έλλειψιν ησυχίας, δεν ημπόρεσεν αύτη να αναπτυχθή. Τωόντι, η μεγάλη βραδύτης της επιστροφής των Ελλήνων από την Τροίαν είχε προκαλέσει πολλάς πολιτικάς μεταβολάς, καθ’ όσον συχναί στάσεις εγίνοντο εις τας πόλεις και όσοι συνεπεία αυτών εξωρίζοντο ίδρυαν νέας τοιαύτας. Και οι σημερινοί Βοιωτοί, εκδιωχθέντες το εξηκοστόν έτος μετά την άλωσιν της Τροίας υπό των Θεσσαλών από την Άρνην, εγκατεστάθησαν εις την χώραν, η οποία σήμερον καλείται Βοιωτία, ενώ πρότερον εκαλείτο Καδμηΐς (μέρος, άλ-λωστε, αυτών ήτο ήδη εγκατεστημένον από πριν εκεί, και από αυτούς προήρχοντο οι Βοιωτοί που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν κατά της Τροίας). Και οι Δωριείς με τους Ηρακλείδας κατέλαβαν την Πελοπόννησον το ογδοηκοστόν έτος. Ως εκ τούτου, μόλις μετά παρέλευσιν πολλού καιρού ησύχασεν οριστικώς η Ελλάς και ο πληθυσμός της έπαυσεν υποκείμενος εις βιαίας μετακινήσεις, οπότε και ήρχισε ν’ αποστέλλη αποικίας. Και οι μεν Αθηναίοι απώκισαν τας Ιωνικάς πόλεις της Μικράς Ασίας και τας περισσοτέρας νήσους του Αιγαίου πελάγους, οι δε Πελοποννήσιοι το πλείστον της Ιταλίας και Σικελίας και μερικά άλλα μέρη της λοιπής Ελλάδος. Όλαι αυταί άλλωστε αι αποικίαι ιδρύθησαν μετά τα Τρωικά.» (Α, 3-4, 8-12, μτφρ. Ελευθέριος Βενιζέλος).

Θαρρώ ότι ο Θουκυδίδης «τοποθετεί» τον Τρωικό πόλεμο κάτι πιο πάνω από 400 χρόνια από τον καιρό έναρξης του Πελοποννησιακού πολέμου [431-404 π.Χ.]: «[…] έτη γαρ εστι μάλιστα τετρακόσια και ολίγω πλείω ες την τελευτήν τούδε του πολέμου, αφ’ ου Λακεδαιμόνιοι τη αυτή πολιτεία χρώνται, και αυτό δυνάμενοι και τα εν ταις άλλαις πόλεσι…» (Thucydidis de Bello Peloponnesiaco, Liri Octo, Ex Recensione Immanuelis Bekkeri, Accedunt Scholia Graeca et Dukeri Wassique Annotationes, Vol. I, Berolini, Apud Georgium Reimer, 1821, σ. 30-31).

Όμηρος, 1663. Έργο του Ρέμπραντ

Πλάτων (427-437 π.Χ.) και Σωκράτης (470/469-399 π.Χ.):

«ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πολίτη μεν εμώ τε και σω, Πεισιστράτου [6ος. αι.-527/526] δε υιεί του εκ Φιλαϊδών, Ιππάρχω, ος των Πεισιστράτου παίδων ην πρεσβύτατος και σοφώτατος, ος άλλα τε πολλά και καλά έργα σοφίας απεδείξατο, και τα Ομήρου έπη πρώτος εκόμισεν εις την γην ταυτηνί, και ηνάγκασε τους ραψωδούς Παναθηναίοις εξ υπολήψεως εφεξής αυτά διιέναι, ώσπερ νυν έτι οίδε ποιούσι.» (Platonis Opera Quae Feruntur Omnia. Recognoverunt Io. Georgius Baiterus & Io. Caspar Orellius & Aug. Guilielmus Winckelmannus. Accedunt Integra Varietas Lectionis Stephanianae, Bekkerianae, Stallbaumianae, Scholia et Nominum Index. Turici, Impensis Meyeri & Zelleri, successorum Ziegleri & Filiorum MD CCCXXXIX [1839]. Ίππαρχος, σ. 374).

«Ίππαρχος, ο Πεισιστράτου παις, πρεσβύτατος ων των Πεισιστράτου, και σοφώτατος ην Αθηνάιων ούτος, και τα Ομήρου έπη εκόμισε πρώτος εις τας Αθήνας, και ηνάγκασε τους ραψωδούς τοις Παναθηναίοις αυτά άδειν.» (Ο Σόλων. Αρχαίον Ελληνικόν Δίκαιον. Περιέχον τους σωζομένους Νόμους των Αθηναίων και τους Ναυτικούς των τε Ροδίων και Αυτοκρατόρων της Κωνσταντινουπόλεως. Μεταφρασθέν και εκδοθέν υπό Νικολάου Παππαδούκα. Εν Ερμουπόλει, Εκ της Τυπογρ. Γ. Μελισταγούς Μακεδόνος [Οδός Αγοράς], 1844. – Αιλιανός, σ. 304).

«Πεισίστρατον δε, ηνίκα έπη τα Ομήρου διεσπασμένα τε και άλλα αλλαχού μνημονευόμενα ηθροίζετο, ή αυτόν Πεισίστρατον, ή των τινα εταίρων μεταποιήσαι το όνομα υπό αγνοίας.» (Bibliotheca Classica Scriptorvm Prosalicorvm Graecorvm. Tomus V. Pavsaniae E Nova Siebelisii Recensione Tomus II. Continens. Παυσανίας, Lipsiae, Svmtibvs J. A. C. Weigelii, Lvgdvni Batavorvm, Apud S. et J. Lvchtmans, 1819, σ. 529).

Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.):

«4. […] Τν μν ον πρ μήρου οδενς χομεν επεν τοιοτον ποίημα, εκς δ εναι πολλούς, π δ μήρου ρξαμένοις στιν, οον κείνου Μαργίτης κα τ τοιατα. ν ος κατ τ ρμόττον κα τ αμβεον λθε μέτρον δι κα αμβεον καλεται νν, τι ν τ μέτρ τούτ άμβιζον λλήλους. Κα γένοντο τν παλαιν ο μν ρωικν ο δ άμβων ποιηταί. σπερ δ κα τ σπουδαα μάλιστα ποιητς μηρος ν (μόνος γρ οχ τι ε λλ κα μιμήσεις δραματικς ποίησεν), οτως κα τ τς κωμδίας σχμα πρτος πέδειξεν, ο ψόγον λλ τ γελοον δραματοποιήσας· γρ Μαργίτης νάλογον χει, σπερ λις κα δύσσεια πρς τς τραγδίας, οτω κα οτος πρς τς κωμδίας

8. Μθος δ στν ες οχ σπερ τινς οονται ἐὰν περ να · πολλ γρ κα πειρα τ ν συμβαίνει, ξ ν νίων οδέν στιν ν· οτως δ κα πράξεις νς πολλαί εσιν, ξ ν μία οδεμία γίνεται πρξις. Δι πάντες οίκασιν μαρτάνειν σοι τν ποιητν ρακληίδα Θησηίδα κα τ τοιατα ποιήματα πεποιήκασιν· οονται γάρ, πε ες ν ρακλς, να κα τν μθον εναι προσήκειν. δ μηρος σπερ κα τ λλα διαφέρει κα τοτ οικεν καλς δεν, τοι δι τέχνην δι φύσιν· δύσσειαν γρ ποιν οκ ποίησεν παντα σα ατ συνέβη, οον πληγναι μν ν τ Παρνασσ, μανναι δ προσποιήσασθαι ν τ γερμ, ν οδν θατέρου γενομένου ναγκαον ν εκς θάτερον γενέσθαι, λλ περ μίαν πρξιν οαν λέγομεν τν δύσσειαν συνέστησεν, μοίως δ κα τν λιάδα. Χρ ον, καθάπερ κα ν τας λλαις μιμητικας μία μίμησις νός στιν, οτω κα τν μθον, πε πράξεως μίμησίς στι, μις τε εναι κα ταύτης λης, κα τ μέρη συνεστάναι τν πραγμάτων οτως στε μετατιθεμένου τινς μέρους φαιρουμένου διαφέρεσθαι κα κινεσθαι τ λον· γρ προσν μ προσν μηδν ποιε πίδηλον, οδν μόριον το λου στίν

«23. Περ δ τς διηγηματικς κα ν μέτρ μιμητικς, τι δε τος μύθους καθάπερ ν τας τραγδίαις συνιστάναι δραματικος κα περ μίαν πρξιν λην κα τελείαν χουσαν ρχν κα μέσα κα τέλος, ν σπερ ζον ν λον ποι τν οκείαν δονήν, δλον, κα μ μοίας στορίαις τς συνθέσεις εναι, ν ας νάγκη οχ μις πράξεως ποιεσθαι δήλωσιν λλ νς χρόνου, σα ν τούτ συνέβη περ να πλείους, ν καστον ς τυχεν χει πρς λληλα. σπερ γρ κατ τος ατος χρόνους τ ν Σαλαμνι γένετο ναυμαχία κα ν Σικελί Καρχηδονίων μάχη οδν πρς τ ατ συντείνουσαι τέλος, οτω κα ν τος φεξς χρόνοις νίοτε γίνεται θάτερον μετ θάτερον, ξ ν ν οδν γίνεται τέλος. Σχεδν δ ο πολλο τν ποιητν τοτο δρσι. Δι σπερ επομεν δη κα ταύτ θεσπέσιος ν φανείη μηρος παρ τος λλους, τ μηδ τν πόλεμον καίπερ χοντα ρχν κα τέλος πιχειρσαι ποιεν λον· λίαν γρ ν μέγας κα οκ εσύνοπτος μελλεν σεσθαι μθος, τ μεγέθει μετριάζοντα καταπεπλεγμένον τ ποικιλί. Νν δ ν μέρος πολαβν πεισοδίοις κέχρηται ατν πολλος, οον νεν καταλόγ κα λλοις πεισοδίοις [δς] διαλαμβάνει τν ποίησιν. Ο δ λλοι περ να ποιοσι κα περ να χρόνον κα μίαν πρξιν πολυμερ. Οον τ Κύπρια ποιήσας κα τν μικρν λιάδα. Τοιγαρον κ μν λιάδος κα δυσσείας μία τραγδία ποιεται κατέρας δύο μόναι, κ δ Κυπρίων πολλα κα τς μικρς λιάδος [πλέον] κτώ, οον πλων κρίσις, Φιλοκτήτης, Νεοπτόλεμος, Ερύπυλος, πτωχεία, Λάκαιναι, λίου πέρσις κα πόπλους [κα Σίνων κα Τράδες].

24. τι δ τ εδη τατ δε χειν τν ποποιίαν τ τραγδί, γρ πλν πεπλεγμένην θικν παθητικήν· κα τ μέρη ξω μελοποιίας κα ψεως τατά· κα γρ περιπετειν δε κα ναγνωρίσεων κα παθημάτων· τι τς διανοίας κα τν λέξιν χειν καλς. Ος πασιν μηρος κέχρηται κα πρτος κα κανς. Κα γρ τν ποιημάτων κάτερον συνέστηκεν μν λις πλον κα παθητικόν, δ δύσσεια πεπλεγμένον (ναγνώρισις γρ διόλου) κα θική· πρς δ τούτοις λέξει κα διανοί πάντα περβέβληκεν. […] Ος πασιν μηρος κέχρηται κα πρτος κα κανς. Κα γρ τν ποιημάτων κάτερον συνέστηκεν μν λις πλον κα παθητικόν, δ δύσσεια πεπλεγμένον (ναγνώρισις γρ διόλου) κα θική· πρς δ τούτοις λέξει κα διανοί πάντα περβέβληκεν. Διαφέρει δ κατά τε τς συστάσεως τ μκος ποποιία κα τ μέτρον. Το μν ον μήκους ρος κανς ερημένος· δύνασθαι γρ δε συνορσθαι τν ρχν κα τ τέλος. Εη δ ν τοτο, ε τν μν ρχαίων λάττους α συστάσεις εεν, πρς δ τ πλθος τραγδιν τν ες μίαν κρόασιν τιθεμένων παρήκοιεν. χει δ πρς τ πεκτείνεσθαι τ μέγεθος πολύ τι ποποιία διον δι τ ν μν τ τραγδί μ νδέχεσθαι μα πραττόμενα πολλ μέρη μιμεσθαι λλ τ π τς σκηνς κα τν ποκριτν μέρος μόνον· ν δ τ ποποιί δι τ διήγησιν εναι στι πολλ μέρη μα ποιεν περαινόμενα, φ ν οκείων ντων αξεται το ποιήματος γκος. στε τοτ χει τ γαθν ες μεγαλοπρέπειαν κα τ μεταβάλλειν τν κούοντα κα πεισοδιον νομοίοις πεισοδίοις· τ γρ μοιον ταχ πληρον κπίπτειν ποιε τς τραγδίας. Τ δ μέτρον τ ρωικν π τς πείρας ρμοκεν. Ε γάρ τις ν λλ τιν μέτρ διηγηματικν μίμησιν ποιοτο ν πολλος, πρεπς ν φαίνοιτο· τ γρ ρωικν στασιμώτατον κα γκωδέστατον τν μέτρων στίν (δι κα γλώττας κα μεταφορς δέχεται μάλιστα· περιττ γρ κα διηγηματικ μίμησις τν λλων), τ δ αμβεον κα τετράμετρον κινητικ κα τ μν ρχηστικν τ δ πρακτικόν. […] μηρος δ λλα τε πολλ ξιος παινεσθαι κα δ κα τι μόνος τν ποιητν οκ γνοε δε ποιεν ατόν. Ατν γρ δε τν ποιητν λάχιστα λέγειν· ο γάρ στι κατ τατα μιμητής. Ο μν ον λλοι ατο μν δι λου γωνίζονται, μιμονται δ λίγα κα λιγάκις· δ λίγα φροιμιασάμενος εθς εσάγει νδρα γυνακα λλο τι θος, κα οδέν ήθη λλ χοντα θος. Δε μν ον ν τας τραγδίαις ποιεν τ θαυμαστόν, μλλον δ νδέχεται ν τ ποποιί τ λογον, δι συμβαίνει μάλιστα τ θαυμαστόν, δι τ μ ρν ες τν πράττοντα· πε τ περ τν κτορος δίωξιν π σκηνς ντα γελοα ν φανείη, ο μν σττες κα ο διώκοντες, δ νανεύων, ν δ τος πεσιν λανθάνει. Τ δ θαυμαστν δύ· σημεον δέ, πάντες γρ προστιθέντες παγγέλλουσιν ς χαριζόμενοι. Δεδίδαχεν δ μάλιστα μηρος κα τος λλους ψευδ λέγειν ς δε. στι δ τοτο παραλογισμός. Οονται γρ ο νθρωποι, ταν τουδ ντος τοδ γινομένου γίνηται, ε τ στερον στιν, κα τ πρότερον εναι γίνεσθαι· τοτο δέ στι ψεδος. Δι δε, ν τ πρτον ψεδος, λλο δ τούτου ντος νάγκη εναι γενέσθαι , προσθεναι· δι γρ τ τοτο εδέναι ληθς ν παραλογίζεται μν ψυχ κα τ πρτον ς ν. Παράδειγμα δ τούτου τ κ τν Νίπτρων. Προαιρεσθαί τε δε δύνατα εκότα μλλον δυνατ πίθανα· τούς τε λόγους μ συνίστασθαι κ μερν λόγων, λ-λ μάλιστα μν μηδν χειν λογον, ε δ μή, ξω το μυθεύματος, σπερ Οδίπους τ μ εδέναι πς Λάιος πέθανεν, λλ μ ν τ δράματι, σπερ ν λέκτρ ο τ Πύθια παγγέλλοντες ν Μυσος φωνος κ Τεγέας ες τν Μυσίαν κων. στε τ λέγειν τι νρητο ν μθος γελοον· ξ ρχς γρ ο δε συνίστασθαι τοιούτους. ν δ θ κα φαίνηται ελογωτέρως νδέχεσθαι κα τοπον. πε κα τ ν δυσσεί λογα τ περ τν κθεσιν ς οκ ν ν νεκτ δλον ν γένοιτο, ε ατ φαλος ποιητς ποιήσειε· νν δ τος λλοις γαθος ποιητς φανίζει δύνων τ τοπον. Τ δ λέξει δε διαπονεν ν τος ργος μέρεσιν κα μήτε θικος μήτε διανοητικος· ποκρύπτει γρ πάλιν λίαν λαμπρ λέξις τά τε θη κα τς διανοίας.» (Αριστοτέλης, Περί Ποιητικής, https://el.wikisource.org/wiki).

Ιωάννης Τζέτζης (1110-1180):

«νηών μαχίμων αριθμός τοις Έλλησιν ην τότε, / προς ταις χιλίαιας ρς’ συν ογδοηκοντάδι. / στρατού πλήθος απόμαχον μετά και του μαχίμου. / εγώ δε τα έπη λέξω σοι, συ δε μοι αρίθμοι· / “πεντήκοντα έσαν πυρός έσχαραι, εν δε εκάστη / πεντήκοντ’ οφελοί, περί δε κρέα πεντήκοντα· / τρις δε τριήκοσι περί έν κρέας είατ’ Αχαιοί· / πώς ουν εκείνους ελαττούς των Πελοποννησίων;”» (Anecdota Graeca E Codd. Manuscriptis Bibliothecarum Oxoniensium, Descripsit J. A. Cramer, S.T.P., Aulae Novi Hospitii Principalis, Necnom Academiae Orator Publicus, Vol. IV, Oxonii E Typographeo Aca-demico, MDCCC XXXVII [1837]. – Tzetzis Scholia in Hermogenem, σ. 136-137).

«Σίγα και συ και Πλούταρχος και πας τοιάσδε λέγων, / και πας πολίχβιον ειπείν την Ίλιον τολμήσας. / Τζέτζης ούτω την άλωσιν λέγει παραλελείφθαι. / καθάπερ και της μήνιδος την αληθή αιτίαν / τον Παλαμήδους θάνατον λέγω την Βρισηΐδα. / σκοπός εν Ιλιάδι γαρ καθέστηκεν Ομήρου / αινείν τον Αχιλλέα μεν, δευτέρως δε τους άλλους. / επεί δε παρεσπόνδησε φανείς των επιόρκων / τω Βρισηΐδος έρωτι και ταύτην αποκρύπτει, / τούτ’ επιγνόντες Έλληνες έκτειναν Παλαμήδη· / αίτιαν επιρρίψαντες ως συν αυτώ πορθούντες / την Βρισηΐδα δ’ έλαβον και άκοντος εκείνου. / ο Όμηρος δ’ ων πάνσοφος δεινότατος ρητόρων, / αλλά μεν πάντα γε σιγά, τα δ’ άλλα μετατρέπει· / ίνα σφων αίρων τον σκοπόν επίορκον μεν δείξη, / και ους δευτέρως επαινεί των ανοσιωτάτων, / ως κτείναντας τον πάνσοφον εκείνον Παλαμήδη· / απόρριπτον ποιήση δε ποίησιν την οικείαν, / και την Ιλίου άλωσιν ούτω παραλιμπάνει· / όπως αν μη τον θάνατον ερεί του Αχιλλέως. / ο Αχιλλεύς γαρ προ αυτής απρεπέστερον θνήσκει. / ούτως η Τροίας άλωσις, ου λέγει πολιχνίου, / Ομήρω παραλείπεται, ουχ ως υμείς λαλείτε, / όπερ πασιγνώστου γαρ ψυρίας καταλέξας, / και των Θηβών την πόρθησιν των Κιλικίων γράψας, / και μη καθολικώτερον ειπών εν τω εκείσε, / και περί Τροίας αφανούς αν είπε πολιχνίου.» (Ό.π., σ. 146-147).

***

Να και οι προσωπογραφίες των Ελλήνων και των Τρώων πολεμαρχών:

«Ο Αγαμέμνων, βασιλεύς απάντων των Ελλήνων,

ην μέγας, δασυγένειος, λευκός, αλλά μελάνθριξ,

ευπαίδευτος, ευόμιλος αυτού τοις διαλόγοις.

Ο δε Μενέλαος κοντός, υπόπλατυς υπήρχε

πυρρόθριξ, δασυγένειος, ξανθόθριξ και δασύθριξ.

Ο Νέστωρ μέγας και γλαυκός, υπόπυρος υπήρχε

μακρόρριν, μακροπρόσωπος, παμφρόνιμος, λευκόθριξ.

Ο τούτου παις Αντίλοχος νεώτερος ην πάντων,

λευκός, μακρόρριν και γλαυκός, ευτράχηλος, ευήλιξ,

ξανθός, καλλίθριξ, δρομικός, και των γρηγοροφθάλμων,

εύσκυλτος, ευανάτρεπτος, ερυθριών συντόμως.

Ο Αχιλεύς μακροσκελής, υπόσπανος υπήρχε,

λευκός, ξανθότριξ και σγουρός, δασύθριξ και μακρόρριν,

γυναικοπρόσωπος, φαιδρός, και των γρηγοροφθάλμων,

ταχυδρομών, γλυκύφωνος, πικρόθυμος, οργίλος.

Ο Φοίνιξ γέρων, φρόνιμος, μέσος την ηλικίαν,

μακρόθριξ, ευχαράκτηρος, μελίχρους την ιδέαν,

την φύσιν συντομόδακρυς και των θλιβεροψύχων.

Ο Πάτρικλος μεσήλιξ ην, υπόππυρος, ξανθόθριξ,

ευπώγων και προκοίλιος, πλην ευειδής την θέαν·

Αίας ο Τελαμώνιος, ο πύργος των Ελλήνων,

ην μέγας, αλλ’ ευσύνθετος, εύριν, σγουρός, μελάνθριξ,

την γενειάδα κάλλιστος, οργίλον υποβλέπων,

κάλλει νικών τους σύμπαντας πλην Αχιλέως μόνου.

Ο δε Λοκρός ο Αίας ην μακρός τε και μελίχρους,

σγουρομελάνθριξ και στραβός, και των μακροπροσώπων,

πηδητικός, εγρηγορώς, και των ευπεριστρέπτων.

Ο Μενεσθεύς μεσήλιξ ην, υπόλεπτος, μελάνθριξ,

εγρηγορώς, ευπαίδευτος, έμπειρος στρατηγίας,

ιππότης απαράμιλλος άχρι του νυν του χρόνου.

Ο δε γε Διομήδης ην τετράγωνος το σώμα,

σιμός και σιμοτράχηλος, ξανθός την γενειάδα,

και βραχυήλιξ προς αυτούς τους ήρωας ους γράφω·

επεί τούτου λωρίκιον ύστερον εφευρέθη.

………………………………………

Ευρύαλος πλατύτατος, κατάσαρκος ην, μέγας,

μακρόθριξ, ευχαράκτηρος, ευπρόσωπος, των μέσων.

Ο Σθένελος ευήλιξ ην, εύθετος, ευχαράκτηρ,

δειλός, υβρίζων, αναιδής, αστήρικτος τας φρένας.

Ο Οδυσσεύς μεσήλιξ ην, λευκός τε και προγάστωρ,

απλόθριξ, στρεβλογνώμων δε, πικρός τε και μακρόρριν.

Ο Θόας ην περίγοργος, λεπτός τε και μεσήλιξ,

λευκός, σγουρός, υπόγλαυκος, ευσύμβουλος και νέος.

Ιδομενεύς μεσόγηρως, μέσος την ηλικίαν,

μέλας ομού τε και σγουρός, κονδόθριξ, δασυπώγων.

Ο Μηριόνης δε στρεβλήν εκέκτητο την ρίνα,

κονδός υπάρχων και πλατύς, εύθριξ, σγουρός, ευπώγων·

Ο Πρωτεσίλαος, ανήρ ο της Λαοδαμείας,

καλός, μακρός, ευσύνθετος, ουλόθριξ και μελάνθριξ,

ωραίος, νέος, τολμηρός και των ευκαταστάτων.

……………………………………

Εύμηλος της Αλκήστιδος μητρός της παναρίστης,

ήτις αυτήν επέδωκε θανείν υπέρ συζύγου,

ωραίος και ευήλιξ ην, ευπαίδευτος, ξανθόθριξ.

Ευμήκης, μέλας, σύνοφρυς, υπήρχε Φιλοκτήτης.

Ο Κάλχας ολοπόλιος, μικρός την ηλικίαν,

λεπτός το σώμα και λευκός, και δασυχαίτης άμα.

Ο Παλαμήδης, Κάτων τε ο πρώτος, και ο Τζέτζης,

ευήλικες, ευτράχηλοι, μακρόρρινες συμμέτρως,

συμμέτρως μακροπρόσωποι, γοργοί, των αιδημόνων,

λεπτοί, γλαυκοί, χρυσόχροες, πυρρότριχες και ούλοι,

σωματικοίς και ψυχικοίς όμοιοι πάσιν όντες,

ως και την κόμην αυχμηράν εξ αλουσίας έχειν,

και συμπασείν την πλείονα και διερυηκέναι·

……………………………………

Τον Επειόν μοι μάνθανε τις ην κατά την θέαν·

λευκός, ωραίος, εύχαρις, μέγας εις ηλικίαν,

νέος, δασύθριξ και ξανθός, δειλός υπέρ ελάφους,

μηχανητής πανάριστος, πυγμάχος τε γενναίος.

Επεί σοι νυν κατέλεξα και τας μορφάς ηρώων,

πάλιν προς υπόθεσιν τον λόγον ανακτέον.»

(Αλληγορίαι, σ. 40-44, στ. 662-745).

«Ο Έκτωρ ην Πριάμου τε υιός και της Εκάβης,

πάνυ μακρός και εύογκος, μελάγχρους την ιδέαν

σγουρομελάνθριξ, εύρρι τε, κονδόθριξ και ευπώγων,

στραβός, ψελλός, βαρύφωνος, και σθεναρός ισχύϊ,

και φοβερός πολεμιστής, κάνπερ εγώ σιγήσω·

Ούτος των Τρώων βασιλεύς και στρατηγός ην τότε.

Αινείας ο Αγχίσου δε υιός και Φροδίτης,

κονδός, παχύς, πυρράκης τε, λευκός, γλαυκός και εύριν,

ευπώγων, πλατυπρόσωπος, φρόνιμος, αναφάλας.

Ούτος, συν τω Ακάμαντι και συν τω Αρχελόχω,

υιοίς τοις του Αντήνορος, ήρχε των Δαρδανίων.

Πάνδαρος ο Λυκάονας υιός και της Ιδαίας,

λεπτός, ευπρόσωπος, γοργός, μέσος την ηλικίαν,

τοξότης ευστοχώτατος, μελίχρους και μελάνθριξ,

ην στρατηγός Ζηλειωτών όντων εγγύς της Ίδης.

Λαμψακηνών ο Άδραστος και Άμφιος κατήρχον,

εκ της Περκούς της πόλεως, Μέροπος όντες παίδες.

Άσιος, ο Υρτάκου δε υιός και της Αρίβης,

Αβυδηνών Σηστίων τε και Περκωσίων ήρχεν.

Ιππόθοος και Πύλαιος όντες υιοί του Λήθου,

των Λαρισσαίων Πελασγών είχον την στραταρχίαν·

ο Πείρως και Ακάμας δε Θρακών Ελλησποντίων,

Μαρωνειτών ο Εύφημος, υιός ο του Τροιζήνου·

Πυραίχμης των Παιόνων δε, τουτέστι των Βουλγάρων,

των εξ Αξίου ποταμού, τουτέστι του Βαρδάρη.

Των Παφλαγόνων στρατηγός υπήρχε Πυλαμένης.

Δίος και ο Επίστροφος των Βιθυνών εκράτουν.

Ο Χρόμις και ο Έννομος, πάντων Μυσών εκράτουν.

Ολυμπηνών και Προυσηνών, και των εντός Καΐκου

ο Φόρκυς και Ασκάνιος Φρυγών εστρατηλάτουν.

Φρύγες δ’ εισίν οι Νικαείς ων Ακανία λίμνη.

Ο Μέσθλης δε και Άντιφος Μηόνων στρατηλάται.

Οι Μήονες Λυδοί εισιν ων πόλις αι νυν Σάρδεις·

ο Νάστης και Αμφίμαχος Καρών και Μιλησίων·

ο Σαρπηδών και Γλαύκος δε των Παταρέων ήρχον.

Ούτοι μεν ήσαν στρατηγοί τότε των Τρώων όντες,

οίτινες, παρά θάλασσαν ένοπλοι συνδραμόντες

συν τοις αυτών στρατεύμασι και στρατοπεδαρχίαις,

εκώλυον τους Έλληνας εκβαίνειν κατά Τρώων.»

(Αλληγορίαι, σ. 46-49, στ. 796-835)

***

Κάποιες τελευταίες επισημάνσεις:

Στον «νηών κατάλογο» ο Όμηρος αναφέρει 29 Έλληνες αρχηγούς, ενώ ο Ερμονιακός 33, που συμμετείχαν με συγκεκριμένο αριθμό πλοίων.

Ο αριθμός των πλοίων που συμπίπτει στους δύο συγγραφείς είναι στους εξής αρχηγούς-βασιλείς: Ακεσίλαος (50), Ασκάλαφος (30), Επίστροφος (40), Αίας Τελαμώνιος (12), Ελεφήνορας (40), Μνησίμαχος/Μενεσθεύς (50), Διομήδης (80), Αγαμέμνων (100), Μενέλαος (60), Νέστορας (90), Αγαπήνορας (60), Αίας ο Λοκρός (40), Μέγης (40), Οδυσσέας (12), Τληπόλεμος (9), Νιρέας (3), Άντιπος και Φείδιππος (30), Πρωτεσίλαος (40), Φιλοκτήτης (7), Ευρύπυλος (40), Λεοντεύς (40), Γουνεύς (22), Πρόθοος (40).

Ο αριθμός των πλοίων που διαφέρει στους δύο συγγραφείς είναι στους εξής αρχηγούς-βασιλείς: Ιδομενέας και Μηριόνης (Ο:80 και Ε: 100+80), Εύμηλος (Ο:40 και Ε:11), Ποδαλείριος και Μαχάων (Ο:40 και Ε:30).

Στον Ερμονιακό αναφέρονται οι εξής αρχηγοί-βασιλείς, για τους οποίους ο Όμηρος δεν έχει γράψει κάτι: Αγαθογένης του Αυδίου (44), Θύασος και Γοργίας εξ Ιταλίας (40), Μάρων (80), Υιός Σινωπίδος (15), Υιός Κλειθηνόρου (27), Βρηχήνορας εκ Κερκύρας (18).

Δεν αναφέρονται από τον Ερμονιακό τα πλοία των εξής αρχηγών-βασιλέων, τα οποία όμως αναφέρονται από τον Όμηρο: Αμφίμαχος, Θάλπιος, Διώρης, Πολύξενος από την Ήλιδα (10), Θόας υιός του Ανδραίμονα, από την Αιτωλία και Καλυδώνα (40), Αχιλλέας, από Φθία και Ελλάδα ή Φαρσαλία και Βλαχία (50).

Στον πόλεμο της Τροίας συμμετείχαν: 27 Τρώες αρχηγοί-βασιλείς με τον στρατό τους υπό την αρχιστρατηγία του Έκτορα και 29 Έλληνες αρχηγοί-βασιλείς με τον στρατό τους υπό την αρχιστρατηγία του Αγαμέμνονα κατά τον Όμηρο, και 33 αρχηγοί-βασιλείς κατά τον Ερμονιακό.

ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΔΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΛΙΑΔΑ [ΟΜΗΡΟΥ] ΚΑΤΑ ΡΑΨΩΔΙΑΝ

Άλφα λιτάς Χρύσου, λοιμόν στρατού, έχθος ανάκτων,

Βήτα δ’ όνειρον έχει, αγορήν, και νήας αριθμοί·

Γάμμα δ’ αρ’, αμφ’ Ελένης οίοις μόθος εστίν ακοίταις.

Δέλτα θεών αγορή, όρκων χύσις, άρεος αρχή.

Ει,1 βάλλει Κυθέρειαν Άρηά τε Τυδέως υιός.

Ζήτα δ’ αρ’ Ανδρομάχης και Έκτορος έστ’ οαριστύς.

Ήτα δ’ Αίας πολέμιζε μόνω μόνος Έκτορι δίω.

Θήτα θεών αγορή, Τρώων κράτος, Έκτορος εύχος.

Εξεσίη2 δ’ Αχιλήος απειθέος εστίν Ιώτα.

Κάππα3 δ’ αρ’ αμφοτέρων σκοπιαζέμεν ήλυθον άνδρες.

Λάμβδα δ’ αριστήας Δαναών βάλον Έκτορος άνδρες.

Μυ Τρώων παλάμησι κατήριπε τείχος Αχαιών.

Νυ δε, Ποσειδάων Δαναοίς κράτος ώπασε λάθρη.

Ξι Κρονίδην ύπνω λεχέεσσί τε ήπαφεν Ήρη.

Ου, Κρονίδης κεχόλωτο Ποσειδάωνι και Ήρη.

Πι. Πάτροκον έπεφνεν αρήϊον Έκτορος αιχμή.

Ρω, Δαναοί Τρώες τε νέκυν πέρι χείρας έσμιγον.

Σίγμα, Θέτις Αχιλήϊ παρ’ Ηφαίστου φέρειν όπλα.

Ταυ δ’, απέληγε χόλοιο και έκθορε δίος Αχιλλεύς.

Υ, μακάρων έρις ώρτο, φέρει δ’ έπι κάρτος Αχαιοίς.

Φι, κρατερώς κατά χεύματ’ εδάμνατο Τρώας Αχιλλεύς.

Χι δ’ άρα, τρις περί τείχος άγων κτάνειν Έκτορ’ Αχιλλεύς.

Ψι, Δαναοίσιν αγώνα διδούς ετέλεσσεν Αχιλλεύς.

Ω, Πριάμω νέκυν υία, λαβών γέρα, δώκεν Αχιλλεύς.

_________________________________________________

1 Ευστάθιος: «ιστέον ότι το ε στοιχείον ει έλεγον οι παλαιοί, προστιθέντες το ι, ίνα τη διά διφθόγγου εκτάσει δύνωνται περισπών και αυτό, καθά και τα άλλα στοιχεία. τοιούτον δε ποιούσι και επί του μικρού ο· και εκείνο γαρ διά την αυτήν αιτίαν ου λέγουσι»

2 Ευστάθιος: «έστι δε εξεσία η πρεσβεία, ης χρήσις και εν Οδυσσεία

3 Ευστάθιος: «Κάππα, Ρήσου την κεφαλήν έλε Τυδέος υιός

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

O Γιώργης Έξαρχος γεννήθηκε στο Kαλοχώρι Λάρισας το 1952. Eίναι απόφοιτος του εξατάξιου Γυμνασίου Συκουρίου (1970), πτυχιούχος του Oικονομικού Tμήματος της AΣOEE (1975), διδάκτορας οικονομικών επιστημών της Academia de Studii Economice (ASE) Βουκουρεστίου (1980), συνταξιούχος καθηγητής Α.Ε.Ι. (του νυν Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος, 2013). Ασχολείται με τη λογοτεχνία και τη δημιουργική γραφή από τα εφηβικά του χρόνια. Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε το 1985 και έχει εκδώσει μέχρι σήμερα πάνω από εξήντα πέντε βιβλία (ποίηση, παραμύθια, παιδική λογοτεχνία, λαογραφία, εθνολογικές και ιστορικές μελέτες, ανθρωπολογικές έρευνες, οικονομικές πραγματείες, μεταφράσεις κ.ά.). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά: Αγωνιστής, Ντέφι, Ρίγα, Tαξιδιώτες, Σχεδία, Ρομάντσο, Ιχνευτής, Διαβάζω, Στιγμές, Σχολιαστής, Φωτογράφος, Έψιλον, Λαϊκό Τραγούδι, Έρευνα, Οικονομική Επιθεώρηση, Τουριστικά Θέματα, Επτά Ημέρες κ.ά., επίσης με το Β΄, Γ΄ και Δ΄ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ ΑΕ (1986-1991) ως παραγωγός εθνολογικών, οικολογικών, μουσικών και πολιτιστικών εκπομπών, καθώς και με τις αθηναϊκές εφημερίδες: Εξόρμηση, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Ελευθεροτυπία, Πρώτη, Καθημερινή, Αυγή, Ναυτεμπορική, Mακεδονία της Θεσσαλονίκης, Πανευβοϊκόν Βήμα Χαλκίδας, Ελευθερία Λάρισας, Ελευθερία Σερρών κ.ά., ως εξωτερικός συνεργάτης. Υπήρξε επιστημονικός υπεύθυνος και σεναριογράφος του ντοκιμαντέρ Ντούκα ’ν Κάλι – Καθ’ Oδόν (1987), παραγωγής του Yπουργείου Πολιτισμού, και σε κείμενό του βασίστηκε το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ για τη ζωή του λαϊκού κλαριντζή Βάιου Μαλλιάρα (1989). Το βιβλίο του Αδελφοί Μανάκια (Γαβριηλίδης 1991) αποτέλεσε το έναυσμα για τη διαμόρφωση του σεναρίου της βραβευμένης στο Φεστιβάλ Kαννών ταινίας Tο βλέμμα του Oδυσσέα, του σκηνο-θέτη Θεόδωρου Aγγελόπουλου. Έλαβε μέρος ως εισηγητής ή σύνεδρος σε πολλά επιστημονικά διεθνή και εθνικά συνέδρια εντός και εκτός Ελλάδας και υπήρξε μέλος επιστημονικών επιτροπών «ανωνύμων κριτών» επιστημονικών περιοδικών. Διετέλεσε σύμβουλος ή συνεργάτης ή επιστημονικό προσωπικό της πολιτικής ηγεσίας των Yπουργείων: YBET (1982), YXOΠ (1982-1984), Bιομηχανίας (1986-1987), Γεωργίας (1995-2000) και YΠEXΩΔE (2000-2003). Δίδαξε ως έκτακτος καθηγητής οικονομικών μαθημάτων στο TEI Xαλκίδας (1991-1994), ως επιστημονικός συνεργάτης στο Α-ΤΕΙ Κρήτης (2003-2006) και ως τακτικός επίκουρος καθηγητής στο AEI Σερρών (11/2006-11/2013). Τουρκιστί κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του: Yorgis Eksarhos, S.E.L.A.N.A., Şimdiki Mücadelemiz Bütün Bunlar İçindir, Istos Yayin, Istanbul, 2013. Σε μετάφραση και στίχους τραγουδιών του και σε σκηνοθεσία Ανδρομάχης Μοντζολή, τον χειμώνα του 2015-2016, στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη» (Αθήνα) παίχτηκε ο Πλούτος του Αριστοφάνη: Μουσικοθεατρική παράσταση για όλη την οικογένεια. Μουσική και τραγούδια: Δημήτρης Παπαδημητρίου. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2018 παίχτηκε στο Ηρώδειο – Αθήνα, το «Έρωτες και Θρήνοι Γυναικών», από τις τραγωδίες του Ευριπίδη, σε μετάφρασή του και σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου, με σπουδαίες ελληνίδες ηθοποιούς – ερμηνεύτριες και μουσική Δημήτρη Παπαδημητρίου. Από το 2008 κατοικοεδρεύει και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ηλεκτρονική διεύθυνση: exarchos.geor.sta@gmail.com

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή