- Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή
Οι μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές σπάνια αρχίζουν τη στιγμή που μεταβάλλονται τα σύνορα. Συνήθως έχουν προετοιμαστεί πολύ νωρίτερα, όταν ένα κράτος αναθεωρεί την αντίληψη της θέσης του στον κόσμο, επανερμηνεύει το ιστορικό του παρελθόν και μετατρέπει τη γεωγραφία από απλό δεδομένο σε συνειδητό εργαλείο πολιτικής και στρατηγικής ισχύος. Υπό αυτή την έννοια, η Μάχη του Μαντζικέρτ, στις 26 Αυγούστου 1071, δεν ανήκει αποκλειστικά στη μεσαιωνική ιστορία.
Στη σύγχρονη τουρκική πολιτική αφήγηση έχει αναχθεί σε ιδρυτικό σύμβολο μιας τουρκικής παρουσίας στην Ανατολία σχεδόν χιλίων ετών. Η σημερινή τουρκική ηγεσία εντάσσει συστηματικά το 1071 σε μια αφήγηση ιστορικής συνέχειας που συνδέει το Μαντζικέρτ, το 1453 και τον σύγχρονο «Αιώνα της Τουρκίας».
Από αυστηρά ιστοριογραφική άποψη, μια τέτοια γραμμική συνέχεια είναι προβληματική. Οι Σελτζούκοι, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Τουρκική Δημοκρατία αποτελούν διαφορετικές πολιτικές και θεσμικές οντότητες. Ως πολιτικός μύθος, όμως, η σύνδεση είναι ισχυρή.
Η ήττα του Μαντζικέρτ οδήγησε σε γεωπολιτική καταστροφή και παράλληλα υπήρξε ένα θανάσιμο πλήγμα για την κυριαρχία του Βυζαντίου στη Μ. Ασία, η οποία αποτελούσε το σπουδαιότερο τμήμα της Αυτοκρατορίας.
Η ήττα των Βυζαντινών και, κυρίως, η αιχμαλωσία του ίδιου του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ του Διογένη επέφεραν βαθύ πλήγμα στο κύρος της Αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης (1021-1080), η σημαντικότερη σύγχρονη αφηγηματική πηγή για την εκστρατεία, περιγράφει έναν στρατό ανομοιογενή και ένα σύστημα διοίκησης στο οποίο οι πολιτικές αντιπαλότητες είχαν εισχωρήσει στον πυρήνα της στρατιωτικής διοίκησης.
Ωστόσο, η ιστορική ακρίβεια επιβάλλει μια ουσιώδη διευκρίνιση. Το Βυζάντιο δεν κατέρρευσε στο πεδίο του Μαντζικέρτ. Ο Αλπ Αρσλάν δεν βάδισε εναντίον της Κωνσταντινούπολης και ο Ρωμανός Δ΄ ο Διογένης απελευθερώθηκε μετά τη σύναψη συμφωνίας.
Η Αυτοκρατορία εξακολούθησε να υπάρχει επί σχεδόν τέσσερις αιώνες. Η πραγματική καταστροφή ακολούθησε, όταν η εσωτερική σύγκρουση για την εξουσία ακύρωσε τη δυνατότητα συντεταγμένης αντίδρασης.
Η περίφημη αποχώρηση της οπισθοφυλακής υπό τον Ανδρόνικο Δούκα κατά την κρίσιμη φάση της μάχης εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ιστοριογραφικής συζήτησης.
Επρόκειτο για συνειδητή πολιτική εγκατάλειψη του Ρωμανού ή για αποτέλεσμα σύγχυσης και διάλυσης της διοίκησης; Όποια ερμηνεία και αν υιοθετηθεί, η ουσία παραμένει ότι η ενότητα της διοίκησης είχε διαρραγεί και η πολιτική αντιπαλότητα είχε μεταφερθεί στο πεδίο της μάχης.
Ο Μιχαήλ Ψελλός (1018-1078), στη «Χρονογραφία», φωτίζει ακριβώς αυτήν την πολιτική διάσταση της κρίσης. Δεν ήταν ουδέτερος παρατηρητής, υπήρξε άνθρωπος της αυλής, βαθιά εμπλεκόμενος στις αντιπαλότητες της εποχής και συνδεδεμένος με το περιβάλλον των Δουκών.
Ακριβώς γι’ αυτό η μαρτυρία του είναι πολύτιμη. Αποκαλύπτει έναν κόσμο προσωπικών ανταγωνισμών, δυναστικών φιλοδοξιών και πολιτικής αστάθειας. Το πρόβλημα του Βυζαντίου δεν ήταν απλώς η εμφάνιση ενός νέου στρατιωτικού αντιπάλου στην Ανατολή. Ήταν ότι η αυτοκρατορία αντιμετώπισε τη νέα απειλή χωρίς εσωτερική συνοχή.
Η «Σύνοψις Ιστοριών» του Ιωάννη Σκυλίτζη (1040-1110) χρησιμοποιείται συχνά, αλλά όχι πάντοτε ορθά, σε αναφορές για το Μαντζικέρτ. Ο Σκυλίτζης δεν αφηγείται τη μάχη του 1071, το έργο του φθάνει έως το 1057. Η αξία του βρίσκεται στην προϊστορία της κρίσης. Μέσα από την αφήγησή του παρακολουθούμε την Αυτοκρατορία μετά την εποχή του Βασιλείου Β΄.
Εξωτερικά, το Βυζάντιο εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως μεγάλη δύναμη. Η Κωνσταντινούπολη παρέμενε μια από τις πλουσιότερες πόλεις του κόσμου και το αυτοκρατορικό της κύρος ήταν τεράστιο.
Κάτω όμως από αυτήν τη λάμψη μεταβάλλονταν οι μηχανισμοί της ισχύος. Οι μεγάλες ιστορικές κρίσεις σπανίως γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που αρχίζουν. Το Μαντζικέρτ αποκάλυψε αδυναμίες που δεν είχαν δημιουργηθεί από το μηδέν.
Η «Αλεξιάδα» και ο κόσμος μετά το 1071
Η Άννα Κομνηνή γεννήθηκε το 1083. Δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του Μαντζικέρτ και η «Αλεξιάδα» δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως άμεση πηγή για τα στρατιωτικά γεγονότα της μάχης.
Είναι, όμως, εξαιρετικά σημαντική για την κατανόηση των συνεπειών της. Στα πρώτα βιβλία της «Αλεξιάδας» εμφανίζεται μια Αυτοκρατορία αντιμέτωπη με πολλαπλά μέτωπα. Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός αντιμετωπίζει Νορμανδούς στη Δύση, Πετσενέγους στον βορρά και τουρκικές δυνάμεις στην Ανατολία.
Η Μικρά Ασία, ο παραδοσιακός στρατηγικός πυρήνας του Βυζαντίου, είχε σε μεγάλο βαθμό πάψει να ελέγχεται αποτελεσματικά από την Κωνσταντινούπολη.
Η πραγματική σημασία του Μαντζικέρτ βρίσκεται εδώ. Η Μικρά Ασία δεν ήταν μια ακόμη βυζαντινή επαρχία. Ήταν στρατολογική δεξαμενή, φορολογικός και παραγωγικός χώρος και, κυρίως, το γεωγραφικό βάθος που προστάτευε την Κωνσταντινούπολη από τις δυνάμεις της Ανατολής.
Ο Σ. Βρυώνης έδειξε ότι ο μετασχηματισμός της Μικράς Ασίας δεν υπήρξε στιγμιαίος. Η τουρκική εγκατάσταση, η αποσύνθεση της βυζαντινής πολιτικής εξουσίας και οι μακροχρόνιες κοινωνικές και θρησκευτικές μεταβολές διαμόρφωσαν σταδιακά μια νέα πραγματικότητα. Το Μαντζικέρτ δεν ήταν το τέλος. Ήταν η αρχή της διάρρηξης μιας στρατηγικής ισορροπίας.
Γιατί η σημερινή Τουρκία επιστρέφει στο 1071;
Η απάντηση βρίσκεται στην πολιτική χρήση της ιστορίας. Στη σύγχρονη τουρκική αφήγηση συγκροτείται μια συμβολική αλληλουχία: 1071 – Μαντζικέρτ, 1453 – Κωνσταντινούπολη, 1923 – Τουρκική Δημοκρατία, 21ος αιώνας – «Αιώνας της Τουρκίας».
Η Τουρκία δεν παρουσιάζεται πλέον αποκλειστικά ως κράτος που γεννήθηκε από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την Κεμαλική Επανάσταση. Προβάλλεται ως φορέας βαθύτερης ιστορικής συνέχειας. Αυτό έχει μεγάλη πολιτική σημασία. Ένα κράτος που αυτοπροσδιορίζεται ως κληρονόμος χιλιετούς γεωπολιτικής παρουσίας αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον ρόλο του από ένα συμβατικό περιφερειακό κράτος.
Ο Αχμέτ Νταβούτογλου έδωσε θεωρητική μορφή σε σημαντικό μέρος αυτής της αντίληψης με το «Στρατηγικό Βάθος». Η Τουρκία, σύμφωνα με αυτήν τη συλλογιστική, δεν είναι μόνο ευρωπαϊκή ή ασιατική. Είναι ταυτόχρονα βαλκανική, μεσανατολική, καυκάσια, μεσογειακή και παρευξείνια δύναμη.
Ο όρος «νεοοθωμανισμός» χρειάζεται ασφαλώς προσοχή. Η σύγχρονη Τουρκία δεν επιδιώκει την κυριολεκτική ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιδιώκει, όμως, κάτι προσαρμοσμένο στον 21ο αιώνα: τη διεύρυνση της πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτισμικής επιρροής της σε χώρους με τους οποίους ισχυρίζεται ότι διαθέτει ιστορικούς δεσμούς.
Η σχετική βιβλιογραφία έχει αναδείξει τη σημασία της οθωμανικής νοσταλγίας ως πολιτικού και ταυτοτικού εργαλείου στη σύγχρονη Τουρκία.
Η «Γαλάζια Πατρίδα»: όταν η Ανατολία στρέφεται προς τη θάλασσα
Η «Γαλάζια Πατρίδα» (Mavi Vatan) αποτελεί ίσως την καθαρότερη έκφραση της μεταβολής της τουρκικής στρατηγικής κουλτούρας. Η αντίληψη αναπτύχθηκε σε κύκλους του τουρκικού ναυτικού και συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον ναύαρχο Τζεμ Γκιουρντενίζ. Δεν πρόκειται απλώς για έναν προκλητικό χάρτη ή για κυβερνητικό σύνθημα.
Πρόκειται για ευρύτερη γεωπολιτική αντίληψη του θαλάσσιου χώρου. Η Ανατολία αντιμετωπίζεται ως μεγάλη ηπειρωτική βάση που οφείλει να αποκτήσει αντίστοιχη θαλάσσια προβολή. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα εντάσσονται σε έναν ενιαίο στρατηγικό ορίζοντα. Η σύνδεση με το Μαντζικέρτ δεν είναι κυριολεκτική είναι συμβολική και στρατηγική.
Το Μαντζικέρτ, σύμφωνα με την τουρκική εθνική αφήγηση, «άνοιξε» την Ανατολία. Η «Γαλάζια Πατρίδα» επιχειρεί να διευρύνει τον στρατηγικό χώρο της Ανατολίας προς τη θάλασσα. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μετάβασης από τη θεωρία στην πράξη. Η Άγκυρα δεν αρκέστηκε στη διατύπωση μιας γεωπολιτικής αντίληψης, επιχείρησε να τη μετατρέψει σε χάρτη, συμφωνία και διπλωματικό τετελεσμένο.
Ο Καύκασος και η εξαγωγή στρατηγικής ισχύος
Η ίδια λογική είναι ορατή στον Καύκασο. Η στενή σχέση Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, η στρατιωτική συνεργασία και η αξιοποίηση της τουρκικής αμυντικής τεχνολογίας ανέδειξαν μια νέα διάσταση της ισχύος της Άγκυρας. Τα μη επανδρωμένα συστήματα έγιναν το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο αυτής της αλλαγής. Το σημαντικό, όμως, δεν είναι μόνο το οπλικό σύστημα.
Είναι το στρατηγικό μοντέλο. Η Τουρκία επιδιώκει να μεταβεί από τη θέση του εισαγωγέα στρατιωτικής τεχνολογίας στη θέση του παραγωγού, του εξαγωγέα και του διαμορφωτή δικτύων αμυντικής συνεργασίας. Ένα οπλικό σύστημα που εξάγεται δεν δημιουργεί μόνο οικονομικό κέρδος. Απαιτεί εκπαίδευση, τεχνική διασύνδεση, διακρατικές σχέσεις και, τελικά, πολιτική επιρροή.
Η Κύπρος: η ιστορία που δεν μπορεί να διαγραφεί
Καμία σοβαρή συζήτηση για την τουρκική στρατηγική δεν μπορεί να αγνοήσει την Κύπρο. Το 1974 δεν είναι ένα μακρινό επεισόδιο χωρίς σύγχρονες συνέπειες. Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει διαιρεμένη και η αποσχιστική ανακήρυξη στο βόρειο τμήμα του νησιού κρίθηκε νομικά άκυρη από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με το ψήφισμα 541.
Το ψήφισμα 550 του 1984 επανέλαβε την έκκληση προς τα κράτη να μην αναγνωρίσουν ούτε να διευκολύνουν την αποσχιστική οντότητα.
Πίσω, όμως, από τη γλώσσα της διεθνούς διπλωματίας υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχουν οι αγνοούμενοι και οι οικογένειές τους που περίμεναν επί δεκαετίες να πληροφορηθούν για την τύχη των ανθρώπων τους.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση “Cyprus v. Turkey”, διαπίστωσε συνεχιζόμενη παραβίαση σε σχέση με την αποτυχία αποτελεσματικής έρευνας για την τύχη Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών αγνοουμένων. (European Court of Human Rights, Cyprus v. Turkey, no. 25781/94, judgment of May 10, 2001, paras. 123–36).
Από το Μαντζικέρτ στην Άγκυρα του 2026
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 7 και 8 Ιουλίου 2026, προσδίδει ιδιαίτερη επικαιρότητα στη συζήτηση. Ανάμεσα στη σελτζουκική νίκη του 1071 και στην Ατλαντική Συμμαχία δεν υπάρχει, ασφαλώς, θεσμική ή ιστορική συνέχεια. Υπάρχει, όμως, ένα γεωπολιτικό στοιχείο εκπληκτικής αντοχής στον χρόνο: η Ανατολία.
Το Μαντζικέρτ άνοιξε τον δρόμο για τη σταδιακή απώλεια του μικρασιατικού στρατηγικού βάθους του Βυζαντίου. Σχεδόν μία χιλιετία αργότερα, ο ίδιος γεωγραφικός χώρος αποτελεί το σημαντικότερο στρατηγικό κεφάλαιο της σύγχρονης Τουρκίας.
Η χώρα βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της Ευρώπης, της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Η Άγκυρα έχει κατανοήσει κάτι θεμελιώδες: Η γεωγραφία δεν είναι απλώς φυσική πραγματικότητα, είναι διαπραγματευτική ισχύς.
Η Διακήρυξη της Άγκυρας επαναβεβαίωσε τη συλλογική άμυνα του Άρθρου 5 και την προσέγγιση αποτροπής και άμυνας «360 μοιρών». Παράλληλα, οι Σύμμαχοι ανακοίνωσαν νέες προμήθειες ύψους 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων και δεσμεύθηκαν να διευρύνουν τη συλλογική παραγωγική ικανότητα και τη συνεργασία με τη βιομηχανία. (North Atlantic Treaty Organization, “The Ankara Summit Declaration,” July 8, 2026, paras. 1–3).
Το NATO Summit Defence Industry Forum της 7ης Ιουλίου δεν ήταν μια δευτερεύουσα παράλληλη εκδήλωση. Αποτύπωσε τη νέα εποχή της δυτικής άμυνας όπως πλήγματα ακριβείας μεγάλου βάθους, ολοκληρωμένη αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα, μη επανδρωμένα συστήματα, προηγμένες τεχνολογίες και δυνατότητες πληροφοριών και επιτήρησης.
Στο ίδιο πλαίσιο, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε επενδύσεις άνω των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δυνατότητες αντιμετώπισης μη επανδρωμένων συστημάτων κατά την επόμενη πενταετία. (North Atlantic Treaty Organization, “NATO Allies Invest 40 Billion Dollars in Counter-Drone Capabilities and Drone Training,” July 7, 2026).
Παράλληλα, η νέα Strategy for Industry-NATO Cooperation και εργαλεία όπως το NATO Front Door for Industry αποσκοπούν στη στενότερη σύνδεση των επιχειρησιακών αναγκών της Συμμαχίας με την καινοτομία και την παραγωγική ικανότητα.
Για την Τουρκία, η συγκυρία είναι εξαιρετικά σημαντική. Επί δεκαετίες επενδύει στην ανάπτυξη εθνικής αμυντικής βιομηχανίας για μη επανδρωμένα συστήματα, πολεμικά πλοία, πυραυλικά συστήματα, ηλεκτρονικά και συστήματα διοίκησης. Η αμυντική της βιομηχανία δεν αποτελεί πλέον μόνο εργαλείο εθνικής άμυνας, αλλά αποτελεί και μέσο εξωτερικής πολιτικής.
Εδώ ακριβώς το Μαντζικέρτ αποκτά νέα, συμβολική επικαιρότητα. Η σημασία του 1071 δεν προέκυψε μόνο από τη νίκη του Αλπ Αρσλάν. Προέκυψε επειδή μια στρατιωτική επιτυχία μετατράπηκε σταδιακά σε μόνιμη γεωπολιτική παρουσία.
Η σύγχρονη Τουρκία εφαρμόζει, με εντελώς διαφορετικά μέσα και σε διαφορετικό διεθνές σύστημα, μια βασική αρχή στρατηγικής: «Η ισχύς αποκτά πραγματική αξία όταν μετατρέπεται σε διάρκεια».
Η μεγάλη αντίφαση της Άγκυρας
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της Συνόδου του 2026. Η Διακήρυξη της Άγκυρας μιλά για ενότητα, αλληλεγγύη, συλλογική άμυνα και μια Συμμαχία «ελεύθερων και δημοκρατικών εθνών». (NATO, “The Ankara Summit Declaration”, para. 1).
Την ίδια στιγμή, η χώρα που φιλοξένησε τη Σύνοδο εξακολουθεί να διατηρεί σοβαρές διαφορές και αναθεωρητικές θέσεις έναντι της Ελλάδας, επίσης κράτους-μέλους της Συμμαχίας. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν έχει εξαφανιστεί από την τουρκική στρατηγική συζήτηση.
Οι τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες παραμένουν. Οι αμφισβητήσεις στο Αιγαίο δεν διαγράφονται επειδή, κατά περιόδους, μειώνεται η ένταση της διπλωματικής αντιπαράθεσης. Και η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Το ζήτημα για την Ελλάδα δεν είναι ότι η Τουρκία φιλοξένησε μια Σύνοδο του ΝΑΤΟ.
Ως μέλος της Συμμαχίας έχει ασφαλώς αυτό το δικαίωμα. Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι η Άγκυρα έχει κατορθώσει να πείσει σημαντικό μέρος της Δύσης πως, παρά τις διαφωνίες μαζί της, είναι στρατηγικά δύσκολο να παρακαμφθεί.
Όταν η συζήτηση αφορά τη Μαύρη Θάλασσα, η Τουρκία είναι παρούσα. Όταν αφορά τον Καύκασο, είναι παρούσα. Όταν αφορά τη Μέση Ανατολή ή την Ανατολική Μεσόγειο, είναι παρούσα. Και όταν το ΝΑΤΟ στρέφεται στην αύξηση της αμυντικής παραγωγής και στα μη επανδρωμένα συστήματα, η Τουρκία έχει ήδη επενδύσει σε αυτούς τους τομείς.
Η μετατόπιση του ΝΑΤΟ από τον καθορισμό στόχων στην επιτάχυνση της παραγωγής και στην παράδοση πραγματικών δυνατοτήτων διατυπώθηκε ρητά στην επίσημη αποτίμηση της Συνόδου στις 8 Ιουλίου 2026.
Το πραγματικό δίδαγμα για την Ελλάδα
Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι το Βυζάντιο του 1071 και η Τουρκία δεν είναι το κράτος του Αλπ Αρσλάν. Κάθε μηχανιστική ιστορική αναλογία θα ήταν λανθασμένη. Το διαχρονικό στρατηγικό ερώτημα, όμως, παραμένει. Το Βυζάντιο διέθετε εδάφη, οικονομικούς πόρους, στρατιωτική παράδοση και πολιτισμικό κύρος.
Εκείνο που έχασε σταδιακά ήταν η ικανότητα να μετατρέπει τα πλεονεκτήματα αυτά σε συνεκτική και μακροχρόνια στρατηγική. Οι εσωτερικές αντιπαλότητες και η πολιτική ασυνέχεια συνέβαλαν ώστε μια στρατιωτική ήττα να εξελιχθεί σε γεωπολιτική υποχώρηση.
Η σημερινή Ελλάδα διαθέτει επίσης εξαιρετικά σημαντική γεωγραφική θέση. Ο νησιωτικός της χώρος συνδέει το Αιγαίο με την Ανατολική Μεσόγειο. Η Κρήτη βρίσκεται επάνω σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς άξονες της εποχής μας.
Η χώρα συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό, τεχνολογικές δυνατότητες και σημαντικές διεθνείς συνεργασίες. Το ερώτημα είναι αν όλα αυτά εντάσσονται σε ελληνική στρατηγική τριάντα ή πενήντα ετών.
Η Τουρκία διαθέτει στρατηγικό αφήγημα, επενδύει στην αμυντική βιομηχανία, αναπτύσσει τεχνολογικές δυνατότητες, αξιοποιεί τη γεωγραφία της και συνδέει το ιστορικό παρελθόν με την εικόνα του μελλοντικού της ρόλου. Ποιο είναι το αντίστοιχο ελληνικό σχέδιο;
Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αγορά οπλικών συστημάτων όταν εμφανίζεται μια νέα κρίση. Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνέχειας: αξιόπιστη αποτροπή, εγχώρια αμυντική και τεχνολογική παραγωγή, συστηματική μελέτη της τουρκικής στρατηγικής κουλτούρας, αξιοποίηση της Κρήτης και της ελληνικής θαλάσσιας γεωγραφίας και, κυρίως, πολιτική αντίληψη που να υπερβαίνει τον χρονικό ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας.
Από το Μαντζικέρτ του 1071 έως την Άγκυρα του 2026, ένα δίδαγμα προκύπτει: Η γεωγραφία προσφέρει τη δυνατότητα της ισχύος, δεν εγγυάται, όμως, την ισχύ. Η ιστορία δεν ευνοεί πάντοτε τον ισχυρότερο της στιγμής.
Συχνά ευνοεί εκείνον που αντιλαμβάνεται νωρίτερα προς τα πού μετακινείται η ισορροπία και προετοιμάζεται για τον κόσμο που έρχεται. Η Τουρκία επιχειρεί να σχεδιάσει τον μελλοντικό χώρο της ισχύος της. Το πραγματικό ερώτημα, μετά τη Σύνοδο της Άγκυρας, είναι εν η Ελλάδα διαθέτει τη δική της μακροπρόθεσμη απάντηση.
Βιβλιογραφία
- Attaleiates, Michael. The History. Translated by Anthony Kaldellis and Dimitris Krallis. Cambridge, MA: Harvard University Press, 2012.
- European Court of Human Rights. Cyprus v. Turkey. No. 25781/94. Judgment of May 10, 2001.
- Κομνηνή, Άννα. Αλεξιάς. Αθήνα: Άγρα, 1991.
- NATO. “NATO Allies Invest 40 Billion Dollars in Counter-Drone Capabilities and Drone Training.” July 7, 2026.
- NATO. “Press Conference by NATO Secretary General Mark Rutte Following the Meeting of Heads of State and Government at the 2026 NATO Summit in Ankara.” July 8, 2026.
- NATO. “Strategy for Industry-NATO Cooperation.” July 8, 2026.
- NATO. “The Ankara Summit Declaration.” July 8, 2026.
- Νταβούτογλου Αχμέτ, «Το Στρατηγικό Βάθος» Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας. Εκδόσεις Ποιότητα 2010
- Skylitzes, John. A Synopsis of Byzantine History, 811–1057. Translated by John Wortley. Cambridge: Cambridge University Press, 2010.
- United Nations Security Council. Resolution 541. S/RES/541. November 18, 1983.
- United Nations Security Council. Resolution 550. S/RES/550. May 11, 1984.
- VASILIEV A.A. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, Εκδ. Μπεργαδή
- Vryonis, Speros, Jr. The Decline of Medieval Hellenism in Asia Minor and the Process of Islamization from the Eleventh through the Fifteenth Century. Berkeley: University of California Press, 1971.
- Ψελλός, Μιχαήλ. Χρονογραφία. Μετάφραση Αλόη Σιδέρη. Αθήνα: Άγρα, 1993.
- Yavuz, M. Hakan. Νοσταλγία για την Αυτοκρατορία: Οι πολιτικές του νεο-οθωμανισμού. Μετάφραση Αργύρης Παπασυριόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Παπασωτηρίου, 2024.
Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας-ιστορικός
