ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΓΚΑΣ
ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ
Με μια παλιά σχεδία,
κατηφορίζουμε το μεγάλο ποτάμι,
σχοινιά από χόρτο, ξύλα σφιχτοδεμένα
και το παλιό τριμμένο κουπί για δοιάκι.
Ξαποσταίνουμε,
στα ράθυμα χωριά των φελάχων όπου μας φέρνει το ρέμα,
καθώς κι αυτά ξαποσταίνουν,
καταμεσήμερο, από την κάψα του ήλιου
στις ήσυχες όχθες που το νερό αποκοιμιέται για λίγο
σμίγοντας με το χώμα στην αγκαλιά της πάνσπερμης γης.
Κι έπειτα κατεβαίνουμε
προς τους μεγάλους αρχαίους ναούς
όπου περιδιαβαίνοντας,
οι μνήμες ξεχασμένων θεών,
πέτρες ριγμένες στο χώμα,
ανασαλεύουν
και η φωνή των παλιών ιερέων μας ψιθυρίζει μυστικά
σε μιαν άλλη γλώσσα δική
που τόσο δύσκολα καταλαβαίνουμε πια.
Κι ας μας διαπερνά ανεπαίσθητα ως μέσα στις φλέβες
η αίγλη των αλλοτινών βασιλέων
καθώς χαϊδεύουμε στοργικά τα διάφανα χαλίκια της μνήμης
αναζητώντας αυτό που ήταν κάποτε ωραιότητα
και που τώρα ανήμποροι ψηλαφούμε πια στ’ απομεινάρια
από το κάλος που χάθηκε στα χρόνια της παρακμής
κι ερήμωσε τις ζωές μας.
Συνεχίζουμε ως την ασάλευτη Σφίγγα
ακοίμητο φρουρό ακόμα όσων δεν ανασαίνουν πια
αλλά επιμένουν να κρατούν τα μυστικά ενός κόσμου
που έχει παρέλθει πολύ καιρό τώρα
κι ωστόσο δεν έπαψε ποτέ
να μας μιλά ψιθυριστά για τα παλιά μεγαλεία
όσο το μεγάλο ποτάμι κυλά και μεις
μαζί ταξιδεύουμε μες τα βαθιά νερά του,
να διαποτίζει τις φλέβες μας ανεπαίσθητα με μια
αφημένη πλέον περηφάνεια
μα πάντα στο τέλος να μας περιμένει εκεί,
στο πλατύ του γενναιόδωρο δέλτα
όπου τέμνει κάθετα τον ορίζοντα
για να σμίξει με το απέραντο πέλαγο
και το γαλάζιο που αναδεύεται αδιάκοπα,
απλώνοντας χρώματα μύρια στον ουρανό και στη θάλασσα.
