Οι εκτοπισμοί, οι πορείες θανάτου και οι γενοκτονίες των Ελλήνων  του Πόντου και των Αρμενίων

Τα γερμανικά οικονομικά συμφέροντα και ο «Σιδηρόδρομος της Βαγδάτης»

by ΙΩΑΝΝΑ Δ. ΜΑΛΑΓΑΡΔΗ

Η διαδρομή του Σιδηροδρόμου της Βαγδάτης στη Μικρά Ασία και τη Μεσοποταμία. Το έργο αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους άξονες της γερμανικής οικονομικής και γεωπολιτικής διείσδυσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

ΙΩΑΝΝΑ Δ. ΜΑΛΑΓΑΡΔΗ

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε όχι μόνο έναν χώρο εθνικών και πολιτικών συγκρούσεων αλλά και πεδίο έντονου οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Ανάμεσά τους, η Γερμανική Αυτοκρατορία (1871-1918) είχε αναπτύξει ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με την Κωνσταντινούπολη, επενδύοντας σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά κεφάλαια στη Μικρά Ασία και τη Μεσοποταμία. Στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής βρισκόταν η Deutsche Bank και το εμβληματικότερο έργο της γερμανικής οικονομικής διείσδυσης που ήταν ο Σιδηρόδρομος της Βαγδάτης (Bagdadbahn).

Η σχέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη ιστορική σημασία όταν εξεταστεί παράλληλα με τις εκτοπίσεις, τις πορείες θανάτου και τις γενοκτονικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν εναντίον των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου. Δεν μπορεί ασφαλώς να υποστηριχθεί ότι μόνο τα γερμανικά οικονομικά συμφέροντα δημιούργησαν τις πολιτικές των Νεοτούρκων. Μπορεί όμως να τεθεί ένα διαφορετικό και ουσιαστικότερο ερώτημα: Σε ποιο βαθμό η προστασία αυτών των συμφερόντων και η ανάγκη διατήρησης της γερμανο-οθωμανικής συμμαχίας επηρέασαν τη στάση του Βερολίνου απέναντι σε εγκλήματα για τα οποία η γερμανική κυβέρνηση είχε σαφή γνώση; Γερμανικά διπλωματικά και στρατιωτικά αρχεία τεκμηριώνουν ότι οι γερμανικές αρχές ήταν ενήμερες για την έκταση των διώξεων των Αρμενίων.

Η Deutsche Bank και η οικονομική διείσδυση

Η γερμανική παρουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αρχίσει να ενισχύεται ήδη πριν από τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Σιδηροδρομικές παραχωρήσεις, τραπεζικά κεφάλαια, εξοπλιστικά προγράμματα και εμπορικές επενδύσεις δημιούργησαν ένα εκτεταμένο πλέγμα γερμανικών συμφερόντων.

Ο Σιδηρόδρομος της Βαγδάτης είχε ιδιαίτερη σημασία. Η γραμμή, ξεκινώντας από την Ανατολία και κατευθυνόμενη μέσω Ικονίου, Κιλικίας και Συρίας προς τη Μεσοποταμία, θα συνέδεε τελικά την Κωνσταντινούπολη με τη Βαγδάτη και, σύμφωνα με τα ευρύτερα σχέδια, με τον Περσικό Κόλπο. Δεν επρόκειτο απλώς για μια επένδυση σε μεταφορές. Ο σιδηρόδρομος θα άνοιγε νέες αγορές για τη γερμανική βιομηχανία, θα διευκόλυνε την πρόσβαση σε αγροτικές πρώτες ύλες και ενεργειακούς πόρους και θα ενίσχυε τη θέση της Γερμανίας απέναντι στη βρετανική και τη γαλλική επιρροή στην Ανατολή.

Η Deutsche Bank αποτέλεσε τον βασικό χρηματοπιστωτικό φορέα του εγχειρήματος. Έτσι, η εξωτερική πολιτική του Βερολίνου, η στρατιωτική συνεργασία και η οικονομική δραστηριότητα συνδέθηκαν όλο και στενότερα με τη σταθερότητα του οθωμανικού καθεστώτος.

Από τον σιδηρόδρομο στον μηχανισμό των εκτοπισμών

Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το σιδηροδρομικό δίκτυο απέκτησε τεράστια στρατιωτική σημασία. Μετέφερε στρατεύματα, πολεμικό υλικό και εφόδια. Ταυτόχρονα όμως τμήματά του εντάχθηκαν και στην υλικοτεχνική υποδομή των αρμενικών εκτοπισμών.

Η σύνδεση αυτή αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ιστορίας του έργου. Η ειδική μελέτη του Hilmar Kaiser για τον Σιδηρόδρομο της Βαγδάτης εξετάζει ακριβώς τη σχέση ανάμεσα στο γερμανικό σιδηροδρομικό δίκτυο, την αντίδραση ορισμένων Γερμανών στελεχών και την ταυτόχρονη εμπλοκή ή ανοχή άλλων στον μηχανισμό των εκτοπισμών.

Αρμένιοι εκτοπισμένοι μεταφέρονται σιδηροδρομικώς από τη δυτική Ανατολία προς τη Συρία το 1915. Η φωτογραφία αποδίδεται σε μεταφορά με βαγόνια του δικτύου της Bagdadbahn.

Οι Αρμένιοι: εκτοπισμός ως μέθοδος εξόντωσης

Από την άνοιξη του 1915 η οθωμανική κυβέρνηση προχώρησε σε συστηματικές συλλήψεις, εκτοπισμούς και μαζικές μετακινήσεις των Αρμενίων. Οι πορείες προς τη Συρία και τη Μεσοποταμία πραγματοποιήθηκαν κάτω από συνθήκες που οδηγούσαν μαζικά στον θάνατο: πείνα, δίψα, ασθένειες, επιθέσεις, σφαγές και εξάντληση. Το United States Holocaust Memorial Museum εκτιμά ότι πιθανώς έως και 1,2 εκατομμύρια Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους από δολοφονίες, συστηματική κακομεταχείριση, έκθεση και λιμό (1915-1916). Ο εκτοπισμός επομένως δεν αποτελούσε απλώς μετακίνηση πληθυσμού. Σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων λειτουργούσε ως μέθοδος φυσικής εξόντωσης.

Γερμανοί πρόξενοι, διπλωμάτες, αξιωματικοί και εργαζόμενοι στις οθωμανικές υποδομές βρίσκονταν επί τόπου και ενημέρωναν το Βερολίνο. Το γερμανικό Bundesarchiv (Ομοσπονδιακό Αρχείο) αναγνωρίζει σήμερα ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν υπήρξε ο οργανωτής της γενοκτονίας, αλλά γνώριζε τις σφαγές και δεν άσκησε αποτελεσματική πίεση στον Οθωμανό σύμμαχο, καθώς η στρατιωτική συμμαχία θεωρούνταν ύψιστης σημασίας.

Αρμένιοι κατά τη διάρκεια των εκτοπισμών του 1915. Οι αναγκαστικές μετακινήσεις προς τη Συρία και τη Μεσοποταμία μετατράπηκαν σε πορείες θανάτου λόγω των σφαγών, της πείνας, της δίψας και της εξάντλησης.

Οι Έλληνες του Πόντου

Οι ίδιες πολιτικές εθνικής ομογενοποίησης έπληξαν και τους ελληνικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στον Πόντο οι εκτοπισμοί, οι αναγκαστικές μετακινήσεις προς το εσωτερικό, οι επιτάξεις και τα τάγματα εργασίας προκάλεσαν τεράστιες ανθρώπινες απώλειες που κατέληξαν σε γενοκτονίες.

Ιδιαίτερο τεκμήριο αποτελεί η έκθεση του Γερμανού προξένου στη Σαμψούντα Kückhoff, ο οποίος τον Ιούλιο του 1916 ενημέρωνε τις γερμανικές αρχές ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και των παραλίων της Κασταμονής είχε οδηγηθεί στην εξορία. Και ακολουθεί η συγκλονιστικότερη διαπίστωσή του: Κατά την εκτίμησή του, «εξορία και εξολόθρευση» κατέληγαν ουσιαστικά να σημαίνουν το ίδιο, καθώς όσοι δεν δολοφονούνταν πέθαιναν συνήθως από ασθένειες και πείνα. Η μαρτυρία αυτή έχει σημασία ακριβώς επειδή προέρχεται από εκπρόσωπο της συμμάχου Γερμανίας και επιβεβαιώνει ότι το Βερολίνο διέθετε πληροφόρηση και για τις διώξεις των Ελλήνων. Οι εκθέσεις Γερμανών διπλωματών αποτελούν σήμερα από τις σημαντικότερες πρωτογενείς πηγές για τη γνώση που είχε το Βερολίνο για τα γεγονότα.

Οι πορείες προς το εσωτερικό της Ανατολίας, ιδιαίτερα τον χειμώνα και χωρίς επαρκή εφόδια, απέκτησαν σε πολλές περιπτώσεις χαρακτηριστικά πορειών θανάτου. Άνδρες σε στρατεύσιμη ηλικία οδηγούνταν στα τάγματα εργασίας, ενώ γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι εκτοπίζονταν από τις πατρογονικές εστίες τους.

Έλληνες του Πόντου κατά την περίοδο των διωγμών και των εκτοπισμών. Η καταστροφή των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής εντάχθηκε στη γενικότερη πολιτική δημογραφικής και εθνικής αναμόρφωσης της Ανατολίας.

Οικονομικά συμφέροντα και πολιτική ανοχή

Η Deutsche Bank δεν μπορεί να χαρακτηριστεί οργανωτής των γενοκτονιών. Μια τέτοια διατύπωση θα υπερέβαινε τα διαθέσιμα ιστορικά τεκμήρια. Ούτε ήταν όλοι οι Γερμανοί αξιωματούχοι ή επιχειρηματίες αδιάφοροι. Υπήρξαν διπλωμάτες, ιεραπόστολοι και οικονομικά στελέχη που διαμαρτυρήθηκαν για όσα συνέβαιναν.

Η ευθύνη της γερμανικής πολιτικής βρίσκεται αλλού: Στη συνειδητή προτεραιότητα που δόθηκε στη στρατηγική συμμαχία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρά τη γνώση των εγκλημάτων. Η ισχυρή οικονομική παρουσία, ο Σιδηρόδρομος της Βαγδάτης, οι στρατιωτικές αποστολές και η ανάγκη να παραμείνει η Κωνσταντινούπολη στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων περιόριζαν τη βούληση του Βερολίνου να ασκήσει αποφασιστική πίεση.

Αυτό ακριβώς καθιστά τη γερμανική περίπτωση ιστορικά σημαντική. Δείχνει πώς ένα κράτος μπορεί να μην αποτελεί τον ηθικό αυτουργό ενός εγκλήματος, αλλά να επιλέγει την πολιτική ανοχή επειδή θεωρεί ότι η καταγγελία του θα έθετε σε κίνδυνο μεγαλύτερα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα.

Από τις πορείες θανάτου των Αρμενίων και των Ποντίων στις ναζιστικές πορείες θανάτου: συνέχεια, μνήμη ή ιστορική αναλογία;

Η σύγκριση των πορειών θανάτου που επιβλήθηκαν στους Αρμενίους και στους Έλληνες του Πόντου με τις ναζιστικές πορείες θανάτου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι ιστορικά εύλογη, αλλά απαιτεί προσοχή. Η ομοιότητα των μεθόδων δεν αποδεικνύει από μόνη της άμεση αντιγραφή. Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές ενδείξεις μιας ευρύτερης συνέχειας στη γερμανική μίμηση της οθωμανικής μαζικής βίας, ιδιαίτερα ως προς την αποδοχή της εθνικής ομογενοποίησης, την αποτελεσματικότητα των εκτοπισμών και, κυρίως, την ατιμωρησία των δραστών.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο εκτοπισμός δεν λειτουργούσε πάντοτε ως απλή μεταφορά πληθυσμών. Για τους Αρμενίους του 1915–1916, οι ατελείωτες φάλαγγες προς τη Συρία και τη Μεσοποταμία, χωρίς επαρκή τροφή, νερό και προστασία, αποτέλεσαν βασικό μηχανισμό μαζικού θανάτου. Αντίστοιχα, οι Έλληνες του Πόντου υπέστησαν αναγκαστικούς εκτοπισμούς, τάγματα εργασίας και πολύνεκρες πορείες προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Παρά τις διαφορές των δύο περιπτώσεων, η εξάντληση, η πείνα, οι ασθένειες και η έκθεση στις καιρικές συνθήκες μπορούσαν να μετατρέψουν την ίδια τη μετακίνηση σε μέσο εξόντωσης.

Η σημασία αυτής της εμπειρίας για τη μεταγενέστερη γερμανική ιστορία έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα από τον ιστορικό Stefan Ihrig. Η έρευνά του δείχνει ότι η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν εξαφανίστηκε από τη γερμανική δημόσια μνήμη μετά το 1918. Αντίθετα, συζητήθηκε έντονα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και τμήματα της γερμανικής εθνικιστικής και αργότερα ναζιστικής σκέψης αντιμετώπισαν την εξόντωση και εκδίωξη των Αρμενίων ως στοιχείο της επιτυχούς δημιουργίας ενός νέου, εθνικά ομοιογενούς τουρκικού κράτους.

Εδώ βρίσκεται η ισχυρότερη ιστορική σύνδεση. Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ναζιστικές πορείες θανάτου του 1944–1945 σχεδιάστηκαν ως τεχνική αντιγραφή των οθωμανικών πορειών. Ο ίδιος ο Ihrig αποφεύγει μια τέτοια απλουστευτική αιτιότητα. Η Αρμενική Γενοκτονία δεν «προκάλεσε» το Ολοκαύτωμα. Τεκμηριώνεται όμως ότι η τύχη των Αρμενίων αποτελούσε γνωστό ιστορικό προηγούμενο στη Γερμανία και ότι στους εθνικιστικούς και ναζιστικούς κύκλους η δημιουργία της νέας Τουρκίας μπορούσε να ερμηνεύεται ως παράδειγμα ριζικής εθνικής αναμόρφωσης. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Χίτλερ τον Αύγουστο του 1939 — «ποιος μιλά σήμερα για την εξόντωση των Αρμενίων;».

Η βαθύτερη συνέχεια πρέπει επομένως να αναζητηθεί όχι σε μια μηχανιστική «αντιγραφή», αλλά στη μνήμη ενός εγκλήματος που παρέμεινε ουσιαστικά ατιμώρητο. Οι οθωμανικές πορείες και οι ναζιστικές πορείες θανάτου ανήκουν σε διαφορετικά ιστορικά συστήματα εξόντωσης. Παρουσιάζουν όμως μια ανατριχιαστική λειτουργική συγγένεια, δηλαδή ότι το κράτος μετατρέπει την αναγκαστική μετακίνηση ανθρώπων σε διαδικασία καταστροφής τους. Στην περίπτωση της Γερμανίας, η γνώση της προηγούμενης τύχης των Αρμενίων καθιστά τη σύγκριση περισσότερο από μια απλή αναδρομική αναλογία. Αποτελεί μέρος της ιστορίας του τρόπου με τον οποίο η ευρωπαϊκή εμπειρία της μαζικής βίας, της εθνικής ομογενοποίησης και της ατιμωρησίας πέρασε από τον έναν παγκόσμιο πόλεμο στον άλλο.

Επίλογος

Ο Σιδηρόδρομος της Βαγδάτης ξεκίνησε ως ένα από τα μεγαλύτερα αναπτυξιακά και γεωπολιτικά σχέδια της εποχής του. Η Deutsche Bank, η γερμανική βιομηχανία και η εξωτερική πολιτική του Βερολίνου είδαν σε αυτόν έναν δρόμο προς τις αγορές, τις πρώτες ύλες και τη Μέση Ανατολή. Η ιστορία όμως τον τοποθέτησε μέσα σε ένα πολύ σκοτεινότερο περιβάλλον.

Οι ίδιες υποδομές που συμβόλιζαν τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά εκτοπισμένων. Εκεί όπου τελείωνε η σιδηροδρομική γραμμή μπορούσε να αρχίζει η πορεία στην έρημο ή στο εσωτερικό της Ανατολίας. Και πίσω από όλα αυτά βρισκόταν μια συμμαχική δύναμη που διέθετε μεν τη γνώση των γεγονότων αλλά έκρινε ότι η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως στρατηγικού εταίρου ήταν σημαντικότερη από μια ρήξη για την προστασία των διωκόμενων και σκληρά βασανιζόμενων πληθυσμών.

Γι’ αυτό η οικονομική ιστορία του Σιδηροδρόμου της Βαγδάτης δεν αποτελεί απλώς παράπλευρη όψη της ιστορίας των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου. Αποκαλύπτει το διεθνές περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώθηκαν οι διώξεις και οι γενοκτονίες. Επίσης αποδεικνύεται κάτι που ισχύει διαχρονικά: Όταν η οικονομική και γεωπολιτική σκοπιμότητα υπερισχύει της προστασίας της ανθρώπινης ζωής, η γνώση ενός εγκλήματος μπορεί να συνυπάρξει με την πολιτική σιωπή.

Βιβλιογραφία

  • Akçam, Taner. The Young Turks’ Crime Against Humanity: The Armenian Genocide and Ethnic Cleansing in the Ottoman Empire. Princeton: Princeton University Press, 2012.

  • Φωτιάδης, Κωνσταντίνος. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης.

  • Gust, Wolfgang, ed. Der Völkermord an den Armeniern 1915/16: Dokumente aus dem Politischen Archiv des deutschen Auswärtigen Amts. Springe: Zu Klampen, 2005.

  • Ihrig, Stefan. Justifying Genocide: Germany and the Armenians from Bismarck to Hitler. Cambridge, MA: Harvard University Press, 2016.

  • Kaiser, Hilmar. “The Baghdad Railway and the Armenian Genocide, 1915–1916: A Case Study in German Resistance and Complicity.” Στο Richard G. Hovannisian, ed., Remembrance and Denial: The Case of the Armenian Genocide. Detroit: Wayne State University Press, 1999, 67–112.

  • McMurray, Jonathan S. Distant Ties: Germany, the Ottoman Empire, and the Construction of the Baghdad Railway. Westport, CT: Praeger, 2001.

  • Trumpener, Ulrich. Germany and the Ottoman Empire, 1914–1918. Princeton: Princeton University Press, 1968.

*Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι Δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας – Ιστορικός

*Πρώτη δημοσίευσγ στο διαδικτυακό περιοδικό ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ, Αύγουστος 2026, τ. 34

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή