Η Θέουτα είναι η στιγμή του Τείχους του Βερολίνου για την Ευρώπη — αλλά από την ανάποδη

Όπως το Βερολίνο το 1989, έτσι και η Θέουτα υπήρξε προϊόν μιας ιστορικής συγκυρίας. Μόνο που η αντίδραση της Ευρώπης κινδυνεύει να υψώσει ακόμη ψηλότερα τα τείχη της.

by Times Newsroom
  • Guillaume Duval

Με την απόσταση που προσφέρει ο χρόνος, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 μοιάζει ίσως με το γεγονός που προσφέρεται περισσότερο για σύγκριση με όσα εκτυλίχθηκαν στη Θέουτα στα τέλη Ιουλίου — τόσο ως προς τα ίδια τα γεγονότα όσο και ως προς τις αιτίες τους: μια σύμπτωση περιστάσεων, χωρίς σχεδιασμό ή πρόθεση, που οδήγησε σε μια μεγάλη γεωπολιτική ανατροπή, ικανή να αλλάξει την πορεία της Ευρώπης.

Οι συνέπειες, ωστόσο, ενδέχεται να είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Από τη μία, η ειρηνική επανένωση μιας ηπείρου, σε μια περίοδο ραγδαίας εξάπλωσης της δημοκρατίας. Από την άλλη, η ενίσχυση του τείχους που ήδη χωρίζει τις δύο όχθες της Μεσογείου και η επιτάχυνση της διολίσθησης της Ευρώπης προς την ξενοφοβία και τον αυταρχισμό. Ευτυχώς, όμως, το χειρότερο δεν είναι ποτέ προδιαγεγραμμένο.

Μια σύμπτωση συγκυριών

Πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, στις 9 Νοεμβρίου 1989, ο Γκίντερ Σαμπόφσκι, τότε γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας και αρμόδιος για θέματα Τύπου, ανακοίνωσε κατά λάθος, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ότι οι περιορισμοί στα ταξίδια των Ανατολικογερμανών στο εξωτερικό αίρονταν με άμεση ισχύ.

Το ίδιο βράδυ, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έσπευσαν στα σημεία διέλευσης μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου, μιας πόλης που από τον Αύγουστο του 1961 ήταν αυστηρά διχοτομημένη από ένα τείχος. Οι Ανατολικογερμανοί συνοριοφύλακες, ανήμποροι να ελέγξουν το πλήθος και χωρίς σαφείς εντολές από την ηγεσία, άφησαν τελικά τον κόσμο να περάσει. Το Τείχος του Βερολίνου είχε πέσει. Λίγους μήνες αργότερα θα ακολουθούσε η ίδια η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ), μαζί με ολόκληρο το ανατολικό μπλοκ και, τελικά, τη Σοβιετική Ένωση, η οποία διαλύθηκε στα τέλη του 1991.

Εκείνο το απροσδόκητο γεγονός άφησε άναυδους τους Ευρωπαίους — όπως ακριβώς συνέβη τις τελευταίες ημέρες με τη Θέουτα. Κανείς δεν το είχε σχεδιάσει ούτε το είχε επιδιώξει, παρότι εντασσόταν, ασφαλώς, στη μακρά διαδικασία σταδιακής αποσύνθεσης της ΛΔΓ και του ανατολικού μπλοκ. Κι όμως, άλλαξε την πορεία της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Το ίδιο είναι πολύ πιθανό να ισχύει και για τα γεγονότα στη Θέουτα. Στην αφετηρία τους βρίσκεται μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ισπανίας, στις 29 Ιουνίου, με την οποία απαγορεύτηκαν οι «επαναπροωθήσεις» — δηλαδή η άμεση επιστροφή, χωρίς προηγούμενη εξέταση της κατάστασής τους, όσων φτάνουν στη Θέουτα διά θαλάσσης.

Η απόφαση διαδόθηκε ευρύτατα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο Μαρόκο, δημιουργώντας υπέρμετρες προσδοκίες σε μια νεολαία με ελάχιστες προοπτικές για το μέλλον.

Στα τέλη Ιουλίου, οι μαροκινές δυνάμεις ασφαλείας που συνήθως αναπτύσσονται μαζικά γύρω από τη Θέουτα είχαν μετακινηθεί για τις εκδηλώσεις της Ημέρας του Θρόνου, της επετείου από την άνοδο του βασιλιά Μοχάμεντ ΣΤ΄ στον θρόνο στις 30 Ιουλίου, η οποία αποτελεί επίσημη αργία στο Μαρόκο.

Φέτος, οι εορτασμοί δεν πραγματοποιήθηκαν στην πρωτεύουσα Ραμπάτ, αλλά στο Μ’ντικ και την Τετουάν, σε απόσταση μόλις 25 χιλιομέτρων από τη Θέουτα, συγκεντρώνοντας εκεί σύσσωμη την ελίτ του βασιλείου. Την ίδια ώρα, λόγω της αργίας, μεγάλος αριθμός νεαρών Μαροκινών είχε κατακλύσει τις δημοφιλείς παραλίες που βρίσκονται δίπλα στον ισπανικό θύλακα.

Αυτή η σύμπτωση συγκυριών πυροδότησε τη μαζική μετακίνηση που παρακολούθησε στη συνέχεια ολόκληρος ο κόσμος. Οι μαροκινές δυνάμεις ασφαλείας, πολύ λιγότερες αριθμητικά και ανήμπορες να ελέγξουν την κατάσταση, άφησαν τα πλήθη να περάσουν. Η μαροκινή κυβέρνηση δεν έλαβε έκτακτα μέτρα: δεν υπήρχε περίπτωση να διαταραχθούν οι εορτασμοί της Ημέρας του Θρόνου και να ενοχληθούν ο βασιλιάς και το μαροκινό κατεστημένο. Οι τελετές έπρεπε να πραγματοποιηθούν απρόσκοπτα.

Ένα μάλλον απίθανο σενάριο χειραγώγησης

Πολλά έχουν ειπωθεί για το ενδεχόμενο η μαροκινή κυβέρνηση να ενθάρρυνε τους νεαρούς Μαροκινούς να περάσουν στη Θέουτα, θέλοντας να τιμωρήσει την Ισπανία για την επίσκεψη του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ στην αντίπαλο Αλγερία στις 20 Ιουλίου.

Το 2021, άλλωστε, οι μαροκινές αρχές είχαν πράγματι υποστηρίξει ότι είχαν διευκολύνει ένα παρόμοιο περιστατικό, μετά την απόφαση της Ισπανίας να δεχθεί σε νοσοκομείο της έναν ασθενή ηγέτη του Μετώπου Πολισάριο.

Ωστόσο, η ζημιά που υπέστη η εικόνα του βασιλιά Μοχάμεντ ΣΤ΄, τόσο στο εσωτερικό του Μαρόκου όσο και διεθνώς, και μάλιστα ανήμερα των εορτασμών για την Ημέρα του Θρόνου, καθιστά αυτό το σενάριο εξαιρετικά απίθανο.

Έχει επίσης διατυπωθεί η υπόθεση περί ανάμειξης των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ισραήλ — δύο χωρών που, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, θα είχαν λόγους να επιδιώκουν αντίποινα εναντίον του Σάντσεθ, του Ευρωπαίου ηγέτη που έχει αντιταχθεί περισσότερο στις πολιτικές του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή.

Είναι αναμφισβήτητο ότι και οι δύο πλευρές αξιοποίησαν πολιτικά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε έκτοτε ο Σάντσεθ, τόσο στην Ισπανία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, μετά τη μαζική είσοδο ανθρώπων στη Θέουτα. Ωστόσο, δεν έχει προκύψει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τέτοιου είδους παρέμβαση — ούτε, άλλωστε, χρειάζεται μια τέτοια εξήγηση για να γίνουν κατανοητά όσα συνέβησαν.

Η πιθανότερη αιτία των γεγονότων στη Θέουτα, όπως και στις 9 Νοεμβρίου 1989, είναι ένας συνδυασμός συγκυριών. Συγκυριών που, βέβαια, εντάσσονται και αυτές σε μια πολύ ευρύτερη ιστορική πραγματικότητα: τη βαθιά κοινωνική κρίση του Μαρόκου, με μια πολυπληθή και μορφωμένη νεολαία χωρίς προοπτικές, αλλά και τις ολοένα εντονότερες πιέσεις στην απέναντι όχθη της Μεσογείου, τις οποίες τροφοδοτεί η μεταναστευτική πολιτική της «Ευρώπης-φρούριο» που ακολουθούν οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κάπου εδώ, όμως, τελειώνουν οι ομοιότητες ανάμεσα στη Θέουτα και το Βερολίνο.

Το Τείχος του Βερολίνου χτίστηκε από μια κομμουνιστική δικτατορία στην υπηρεσία των Σοβιετικών κατακτητών. Το τείχος της Θέουτα, αντίθετα, παρότι από τεχνικής άποψης θυμίζει έντονα το Σιδηρούν Παραπέτασμα μιας σκοτεινής εποχής, το υψώσαμε εμείς, οι Δυτικοευρωπαίοι — οι οποίοι υποτίθεται ότι παραμένουμε προσηλωμένοι στις αρχές της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού.

Και ενώ οι Ανατολικογερμανοί ήταν άνθρωποι τους οποίους επί δεκαετίες περίμεναν και ήλπιζαν να υποδεχθούν στο Βερολίνο και τη Δυτική Γερμανία, οι νεαροί Μαροκινοί απορρίπτονται σήμερα κατηγορηματικά από την πλειονότητα των Ευρωπαίων, όπως ακριβώς και οι αδελφοί και οι αδελφές τους από την υπόλοιπη Αφρική.

Κι όμως, στην πραγματικότητα, ο τρόπος ζωής τους, το κόστος της εργασίας τους και το μορφωτικό τους επίπεδο δεν απέχουν από τα δικά μας πολύ περισσότερο απ’ όσο απείχαν εκείνα των Ανατολικοευρωπαίων μετά την πτώση του Τείχους.

Η επανένωση της Ευρώπης μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας είχε φανεί τότε ως ένα αυτονόητο εγχείρημα, το οποίο οι Δυτικοευρωπαίοι αγκάλιασαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία — παρότι μια τέτοια ενιαία Ευρώπη δεν είχε υπάρξει ποτέ στην πραγματικότητα, πέρα από τις βραχύβιες αυτοκρατορίες του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και του Αδόλφου Χίτλερ, τις οποίες ασφαλώς κανείς δεν νοσταλγεί.

Η Μεσόγειος, αντίθετα, συνδέει εδώ και χιλιετίες τους λαούς που κατοικούν στις ακτές της. Κι όμως, σήμερα, οποιαδήποτε ιδέα προσέγγισης με την απέναντι όχθη αντιμετωπίζεται από την πλειονότητα των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως υπαρξιακή απειλή — ακόμη σοβαρότερη από εκείνες που αντιπροσωπεύουν για την Ευρώπη ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ντόναλντ Τραμπ.

Σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι Ευρωπαίοι —στη Γαλλία αλλά και αλλού— στρέφονται όλο και περισσότερο εκλογικά προς μια ρατσιστική και ξενοφοβική άκρα δεξιά, η οποία θαυμάζει αυτούς τους αυταρχικούς ηγέτες και θα ήταν πρόθυμη να συμμαχήσει μαζί τους εναντίον όλων εκείνων των οποίων το δέρμα δεν θεωρεί αρκετά λευκό.

Κι όμως, για να μπορέσει να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό του Τραμπ και του Πούτιν, το μέλλον της δημοκρατικής Ευρώπης θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από την ικανότητά της να βρει νέους συμμάχους στη νότια Μεσόγειο.

Παρότι το επεισόδιο δεν είχε ουσιαστικά καμία μακροπρόθεσμη επίδραση στον αριθμό των μεταναστών που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή ήπειρο, υπάρχει ο φόβος ότι η υπόθεση της Θέουτα —σε αντίθεση με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου— θα επιταχύνει την περιχαράκωση της Ευρώπης, θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την ξενοφοβική και ρατσιστική διολίσθηση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και θα ωθήσει τους Ευρωπαίους ακόμη πιο κοντά στην αποδοχή της εκχώρησης της δημοκρατίας και των ελευθεριών τους.

Το χειρότερο, όμως, δεν είναι αναπόφευκτο. Και ιδιαίτερα ο γαλλικός λαός θα κληθεί την επόμενη χρονιά να αναλάβει τη βαριά ευθύνη να αποφασίσει εάν θα βάλει οριστικό φρένο σε αυτή την ολέθρια πορεία.

________________

Guillaume Duval είναι σύμβουλος στο Ινστιτούτο Jacques Delors, πρώην αρχισυντάκτης του Alternatives Economiques και πρώην λογογράφος του Ύπατου Εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, Josep Borrell.

Πηγή: www.socialeurope.eu

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή