Νεκρός από αστυνομικά πυρά έπεσε τα ξημερώματα της Παρασκευής 4 Σεπτεμβρίου ένας άνδρας που είχε σκαρφαλώσει στα καλώδια της Γέφυρας του Μπρούκλιν, στη Νέα Υόρκη.
Η κινητοποίηση άρχισε περίπου στις 03.28, έπειτα από κλήση στην Άμεση Δράση για άτομο που κινούνταν πάνω στα δοκάρια της γέφυρας, με τις Αρχές να διακόπτουν προσωρινά την κυκλοφορία και να αναπτύσσουν ειδικά εκπαιδευμένη ομάδα διάσωσης.
Αστυνομικοί της Μονάδας Υπηρεσιών Έκτακτης Ανάγκης ανέβηκαν στα καλώδια και προσδέθηκαν με ζώνες ασφαλείας, επιχειρώντας επί περίπου μία ώρα να πείσουν τον άνδρα να κατέβει και να αφήσει το μαχαίρι που κρατούσε.
Σύμφωνα με τον διοικητή της μονάδας, Τζέραρντ Ντάουλινγκ, ο άνδρας είπε στους αστυνομικούς: «Θέλω να πεθάνω. Θέλω να με σκοτώσετε. Έχω βόμβα. Δεν θα με αναγκάσετε να κάνω κάτι κακό στους αστυνομικούς». Παρά τις επανειλημμένες εντολές, δεν παρέδωσε το μαχαίρι και άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα προς το μέρος των αστυνομικών, οι οποίοι δεν μπορούσαν να απομακρυνθούν με την ίδια ταχύτητα λόγω του εξοπλισμού ασφαλείας.
Ο πυροβολισμός και η έρευνα
Όταν πλησίασε σε απόσταση περίπου ενός μέτρου και, κατά την αστυνομία, ύψωσε το μαχαίρι προς τον κοντινότερο αστυνομικό, μέλος της μονάδας που βρισκόταν στο οδόστρωμα πυροβόλησε μία φορά. Ο άνδρας απομακρύνθηκε από τα καλώδια, δέχθηκε τις πρώτες βοήθειες και διακομίστηκε σε νοσοκομείο, όπου αργότερα διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Στο σημείο βρέθηκαν ένα μαχαίρι και ένας φακός, όχι όμως –μέχρι στιγμής– επιβεβαιωμένα εκρηκτικά. Η ταυτότητά του δεν έχει δημοσιοποιηθεί, ενώ το περιστατικό καταγράφηκε από τις κάμερες που έφεραν οι αστυνομικοί και διερευνάται από την αρμόδια υπηρεσία του NYPD.
Το συμβάν σημειώθηκε μόλις τέσσερις ημέρες μετά την επίθεση με μαχαίρι στην Τάιμς Σκουέρ, όπου μία γυναίκα τραυμάτισε δύο ανθρώπους –ο ένας θανάσιμα– και στη συνέχεια πυροβολήθηκε θανάσιμα από αστυνομικούς.
