Η δημοσιονομική κρίση της Αμερικής είναι η ευκαιρία της Ευρώπης να δημιουργήσει τη δική της αγορά κρατικών ομολόγων

Η ΕΕ θα πρέπει να αδράξει την ευκαιρία για να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία, δημιουργώντας το δικό της ασφαλές περιουσιακό στοιχείο.

by Times Newsroom
  • Andrew Watt

Όπως συνηθίζει να λέει η μητέρα μου, ακόμη και το καλό, όταν είναι υπερβολικό, μπορεί να γίνει κακό.

Στις ΗΠΑ, τα δημοσιονομικά ελλείμματα χρησιμοποιήθηκαν επιθετικά για να αντισταθμίσουν τις αρνητικές οικονομικές διαταραχές —την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την πανδημία— και να ενισχύσουν τις επενδύσεις στον βιομηχανικό μετασχηματισμό, όπως συνέβη με τον παραπλανητικά τιτλοφορημένο Νόμο για τη Μείωση του Πληθωρισμού (Inflation Reduction Act) του Τζο Μπάιντεν.

Στην Ευρώπη, αντίθετα, η προσήλωση στη δημοσιονομική ορθοδοξία, παρότι επέτρεψε σε έναν βαθμό την απορρόφηση των κραδασμών, κατέστησε τη δημοσιονομική πολιτική πιο περιοριστική και, κυρίως, εμπόδισε μια δυναμική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, ανάλογη με τις διακηρυγμένες πολιτικές φιλοδοξίες της Ευρώπης. Τουλάχιστον ένα μέρος του πολυσυζητημένου χάσματος μεταξύ των οικονομικών επιδόσεων των ΗΠΑ και της ΕΕ δεν οφείλεται σε διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως συνήθως υποστηρίζεται, αλλά απλώς στην πολύ πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόστηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Όμως η Αμερική έχει ξεκάθαρα φτάσει στο άλλο άκρο.

Ήρθε η ώρα του δημοσιονομικού λογαριασμού

Το πρόβλημα δεν είναι οι μεγάλες διολισθήσεις προς το έλλειμμα —σε αυτό το σημείο η ΕΕ θα έπρεπε να διδαχθεί από την Αμερική— αλλά η διαρκής αποτυχία αποκατάστασης των δημοσιονομικών περιθωρίων στις καλές εποχές. Είναι εντυπωσιακό ότι, από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, οι ΗΠΑ δεν έχουν ούτε μία φορά εκπληρώσει το ευρωπαϊκό κριτήριο για έλλειμμα έως 3% του ΑΕΠ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα τελευταία τρία χρόνια, κατά τα οποία οι ΗΠΑ εμφάνισαν ελλείμματα αντίστοιχα με εκείνα της Ευρώπης στο αποκορύφωμα της δικής της κρίσης, παρά την αρκετά ισχυρή οικονομική ανάκαμψη και τις συνθήκες σχεδόν πλήρους απασχόλησης.

Και δεν είναι μόνο τα επίμονα ελλείμματα που έχουν προκαλέσει την πρόσφατη απότομη άνοδο των επιτοκίων. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων —των 10ετών και 30ετών τίτλων του αμερικανικού Δημοσίου (Treasuries), οι οποίες είναι καθοριστικές και για το κόστος δανεισμού του ιδιωτικού τομέα— έχουν φτάσει περίπου στο 4,7% και 5,2% αντίστοιχα. Υπάρχουν, όμως, βαθύτερες και σοβαρότερες ανησυχίες σχετικά με το πλαίσιο οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ και τις προοπτικές του πληθωρισμού.

Οι τεράστιες και μόνιμες φορολογικές περικοπές του One Big Beautiful Bill, ο δαπανηρός και πληθωριστικός πόλεμος στο Ιράν, οι δασμοί που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό —τα έσοδα από τους οποίους πλέον επιστρέφονται σε μεγάλο βαθμό στους εισαγωγείς αντί να καταλήγουν στα ταμεία του αμερικανικού Δημοσίου—, οι επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ κατά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) και η εργαλειοποίηση του δολαρίου, για να αναφέρουμε μόνο τους σημαντικότερους παράγοντες, αποτελούν πλέον τις συνέπειες παλαιότερων δημοσιονομικών επιλογών που επιστρέφουν για να στοιχειώσουν τις ΗΠΑ.

Τόσο οι εγχώριοι παράγοντες όσο και οι κάτοχοι τεράστιων ποσοτήτων αμερικανικών κρατικών ομολόγων στο εξωτερικό εκδηλώνουν μια θεμελιώδη —και απολύτως δικαιολογημένη— έλλειψη εμπιστοσύνης στις αναμενόμενες πραγματικές αποδόσεις, στην αμερικανική οικονομική πολιτική και, κατ’ επέκταση, στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που διακρατούν στα χαρτοφυλάκιά τους. (Οι τιμές των ομολόγων και τα επιτόκια κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις.) Το «προνόμιο του δολαρίου», το οποίο επέτρεπε στις ΗΠΑ να διατηρούν μεγάλα ελλείμματα, αρχίζει να καταρρέει.

Το πρόβλημα είναι ότι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα αποτελούν το σημαντικότερο χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο στον κόσμο και τον ακρογωνιαίο λίθο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η αγορά δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγηθεί σε μια ανεξέλεγκτη κρίση. Ωστόσο, οι πρόσφατες παρεμβάσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών υπό τον Σκοτ Μπέσεντ απλώς ανέδειξαν την ευθραυστότητα του συστήματος, αντί να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη.

Και καθώς οι δείκτες του πληθωρισμού παραμένουν πάνω από τους στόχους, ενώ διαφαίνονται και νέες πληθωριστικές πιέσεις —όπως οι τιμές του σιταριού και οι δασμοί στον Καναδά—, τα περιθώρια της Fed για προληπτική παρέμβαση είναι περιορισμένα. Υπάρχει τεράστιος κίνδυνος «δημοσιονομικής κυριαρχίας» (fiscal dominance), εάν η Fed επιχειρήσει να στηρίξει μια δημοσιονομική πορεία που είναι εμφανώς μη βιώσιμη σε διαρθρωτικό επίπεδο, διακινδυνεύοντας έτσι να συντρίψει την ίδια της την αξιοπιστία.

Με λίγα λόγια, μια κρίση δεν είναι αναπόφευκτη, όμως ο κίνδυνος αυξάνεται καθημερινά. Και αν τελικά ξεσπάσει μια σοβαρή δημοσιονομική κρίση στις ΗΠΑ, οι συνέπειές της θα περάσουν και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ήδη, τα ευρωπαϊκά επιτόκια ωθούνται προς τα πάνω, καθώς οι ΗΠΑ απορροφούν τεράστιες ποσότητες παγκόσμιων κεφαλαίων —μεταξύ άλλων για τη χρηματοδότηση της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης ή, πιθανότερα, της σχετικής φούσκας. Κοιτάζοντας προς το μέλλον, είναι πιθανό να δούμε κάποιον συνδυασμό μιας απότομης ανατίμησης του ευρώ, περαιτέρω υποχώρησης της αμερικανικής ζήτησης για εισαγωγές και/ή διάχυσης πληθωριστικών πιέσεων προς την Ευρώπη. Το ακριβές μείγμα θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις στις ΗΠΑ και από αποφάσεις που θα ληφθούν εκεί —και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο— στις οποίες η Ευρώπη ουσιαστικά δεν έχει καμία επιρροή.

Αν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς αυτό, αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Μπέσεντ δεν μπήκε καν στον κόπο να ενημερώσει —πόσο μάλλον να διαβουλευτεί με— την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), προτού αποφασίσει να χρησιμοποιήσει ευρώ για να στηρίξει το γιεν, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας στήριξης της αγοράς αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Υπάρχει, επομένως, ο κίνδυνος οι συνέπειες της αμερικανικής δημοσιονομικής ανευθυνότητας να μετακυλιστούν στους δημοσιονομικά συνετούς Ευρωπαίους, όπως ακριβώς συνέβη με την κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου (subprime). Οι ΗΠΑ αποκομίζουν την ώθηση. Η Ευρώπη υφίσταται το ωστικό κύμα.

Τώρα είναι η στιγμή για αντίδραση.

Η ευκαιρία της Ευρώπης να δημιουργήσει ένα ασφαλές περιουσιακό στοιχείο

Μια απειλή μπορεί συχνά να αποδειχθεί ευλογία μεταμφιεσμένη. Στην πραγματικότητα, η αυξανόμενη πίεση που ασκείται τόσο στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με επίκεντρο το δολάριο όσο και, ειδικότερα, στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων αποτελεί μια τεράστια ευκαιρία που η Ευρώπη θα πρέπει να αδράξει. Ποτέ άλλοτε οι συνθήκες δεν ήταν τόσο ευνοϊκές για τη δημιουργία μιας ουσιαστικής αγοράς χρέους της ΕΕ.

Τα επιχειρήματα που διατυπώνονται εδώ και χρόνια εξακολουθούν να ισχύουν. Υπάρχει ευρεία συμφωνία ως προς την ανάγκη μιας τεράστιας επενδυτικής πρωτοβουλίας που θα ενισχύσει τη στρατηγική αυτονομία και τη βιωσιμότητα της Ευρώπης: στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις υποδομές μεταφορών και ενέργειας, στην ψηφιακή τεχνολογία, στην ασφάλεια και στην «ετοιμότητα» (preparedness).

Μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων θα πρέπει να πραγματοποιηθεί υπό την καθοδήγηση του δημόσιου τομέα και έχει τον χαρακτήρα ευρωπαϊκού δημόσιου αγαθού. Μια κοινή ευρωπαϊκή δυνατότητα δανεισμού δεν αφορά πλέον πρωτίστως —όπως συνέβαινε στην παλαιότερη συζήτηση περί ευρωομολόγων κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ— τη διάσωση των δημοσιονομικών θέσεων των επιμέρους κρατών.

Θα εξασφάλιζε, ωστόσο, ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται σε ολόκληρη την ΕΕ με χαμηλά επιτόκια, ακόμη και σε χώρες που σήμερα διαθέτουν περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο. Παράλληλα, δημιουργώντας ένα ενιαίο ασφαλές περιουσιακό στοιχείο, θα συνέβαλλε στη μείωση του κινδύνου των εθνικών «φαύλων κύκλων» (doom loops) μεταξύ κρατικών δημοσιονομικών αρχών και τραπεζικών συστημάτων, οι οποίοι προκάλεσαν τόσο μεγάλη καταστροφή κατά τη δεκαετία του 2010.

Θα επέτρεπε επίσης στην ΕΚΤ να παρεμβαίνει στην αγορά ομολόγων όταν αυτό είναι απαραίτητο, χωρίς τις περίπλοκες δομές και τις ατέρμονες αντιπαραθέσεις που συνοδεύουν σήμερα τις αγορές εθνικών κρατικών ομολόγων.

Το νέο στοιχείο είναι το διεθνές περιβάλλον. Το σύστημα του δολαρίου εμφανίζεται πλέον ορατά αποδυναμωμένο. Οι διεθνείς επενδυτές είναι νευρικοί. Η Κίνα έχει ήδη διαφοροποιήσει σημαντικά τα αποθεματικά και τις τοποθετήσεις της, περιορίζοντας την εξάρτησή της από το δολάριο. Πολλές χώρες —με πρώτη και κυριότερη την Ιαπωνία— θα ήθελαν διακαώς να μειώσουν την ευπάθεια που συνεπάγεται η κατοχή τεράστιων ποσοτήτων αμερικανικών τίτλων.

Απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ, επενδυτές εκτός της ζώνης του ευρώ, τόσο από κοντινές όσο και από μακρινές χώρες, θα είναι πρόθυμοι να διακρατήσουν ομόλογα της ΕΕ: τίτλους που εκδίδονται από μια οντότητα η οποία, αν μη τι άλλο, φημίζεται για τη σταθερότητα και τη συντηρητικότητά της και η οποία προσπαθεί, όσο αυτό είναι σήμερα εφικτό, να διαφυλάξει τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

Αυτό, με τη σειρά του, θα επιτρέψει στην Ευρώπη να χρηματοδοτήσει τις αναγκαίες επενδύσεις με σημαντικά χαμηλότερο κόστος, εν μέρει αντιστρέφοντας και την εκροή ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς τις ΗΠΑ —περίπου 300 δισ. ευρώ ετησίως, σύμφωνα με την Έκθεση Ντράγκι.

Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, θα συμβάλει στην ομαλή μετάβαση προς ένα περισσότερο πολυπολικό παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό και οικονομικό σύστημα, στο οποίο, ευελπιστούμε, θα μπορούν να ενσωματωθούν χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία.

Από αμιγώς οικονομική σκοπιά, είναι βέβαια εντελώς παράλογο ένας οργανισμός με το παγκόσμιο οικονομικό βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μη διαθέτει τη δική του σημαντική και μόνιμη αγορά κρατικών τίτλων.

Τα ομόλογα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του NextGenerationEU (NGEU) λειτουργούν ως ένα είδος «απόδειξης της ιδέας» (proof of concept), όμως το NGEU έχει σχεδιαστεί ρητά ως προσωρινό μέτρο, παρότι τα ομόλογά του —τα οποία γνώρισαν μεγάλη ζήτηση— θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν στις αγορές για πολλά ακόμη χρόνια.

Το εμπόδιο ήταν πάντοτε πολιτικό και νομικό. Υπάρχουν, ωστόσο, νομικές οδοί που θα μπορούσαν να επιτρέψουν την πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι οι συνολικές συνθήκες δεν υπήρξαν ποτέ ευνοϊκότερες.

Το γεγονός ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ —και ότι προμηνύονται ιδιαίτερα δύσκολες— μπορεί επίσης να αποδειχθεί ευτυχής συγκυρία. Μια δυνατότητα κοινού δανεισμού, χρηματοδοτούμενη μέσω ενισχυμένων «ιδίων πόρων» της ΕΕ, θα μπορούσε να επιτρέψει την αύξηση των ευρωπαϊκών δαπανών που επιθυμούν ορισμένα κράτη, χωρίς ταυτόχρονα να επιβαρύνει τους εθνικούς προϋπολογισμούς, κάτι στο οποίο αντιτίθενται άλλα κράτη-μέλη.

Οι δημοσιονομικές περιπέτειες της Αμερικής εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους για την Ευρώπη. Η ΕΕ θα πρέπει να προστατευθεί απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, δημιουργώντας γρήγορα ένα ευρωπαϊκό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο —ομόλογα της ΕΕ, των οποίων η εξυπηρέτηση θα χρηματοδοτείται από ίδιους ευρωπαϊκούς πόρους— ακόμη και αν, σε πρώτη φάση, ο όγκος τους είναι περιορισμένος ή η έκδοσή τους πραγματοποιηθεί εκτός του υφιστάμενου πλαισίου των Συνθηκών.

Μακροπρόθεσμα, η αποδυνάμωση του συστήματος που βασίζεται στο δολάριο δημιουργεί για την Ευρώπη την ευκαιρία να περιορίσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ —μια εξάρτηση που έγινε οδυνηρά εμφανής τους τελευταίους μήνες— και να ενισχύσει την αυτονομία και τον ρόλο της στη διεθνή σκηνή.

Σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, όπως η δημιουργία ευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών, μια αναπτυσσόμενη και υψηλής ρευστότητας αγορά ομολόγων της ΕΕ αποτελεί βασικό πυλώνα αυτής της προσπάθειας. Θα μπορούσε να εξασφαλίσει τους χαμηλού κόστους χρηματοδοτικούς πόρους που χρειάζεται η Ευρώπη για να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις που απαιτούνται για τον οικονομικό της μετασχηματισμό.


Το άρθρο αυτό αποτελεί μέρος ενός κοινού εγχειρήματος με το Ινστιτούτο Μακροοικονομικής Πολιτικής (Macroeconomic Policy Institute) του Ιδρύματος Hans-Böckler, το οποίο εξετάζει τις οικονομικές απαντήσεις της Γερμανίας και της Ευρώπης στις προκλήσεις που δημιουργεί η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ.

Ο Andrew Watt είναι γενικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου (European Trade Union Institute – ETUI).

Πηγή: www.socialeurope.eu

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή