Η ακρίβεια σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο

Οι πόλεμοι, η ενέργεια και οι διεθνείς αγορές επηρεάζουν το κόστος ζωής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Όμως η εξωτερική προέλευση μιας κρίσης δεν καταργεί την ευθύνη των κυβερνήσεων - όπως και η πολιτική βούληση δεν αρκεί για να εξαφανίσει τις αιτίες της.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Η ακρίβεια αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα, αλλά δεν έχει παντού την ίδια ένταση ούτε προκαλεί τις ίδιες κοινωνικές συνέπειες. Συνδέεται με τις διεθνείς εξελίξεις, την ενεργειακή εξάρτηση, τις παραγωγικές δυνατότητες κάθε οικονομίας, τη λειτουργία των αγορών και, κυρίως, τη σχέση ανάμεσα στις τιμές και τα εισοδήματα. Γι’ αυτό και οι πολιτικές υποσχέσεις για την αντιμετώπισή της χρειάζονται προσεκτική εξέταση: άλλο η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να περιορίσει τις επιπτώσεις της και άλλο η δυνατότητά της να ελέγξει όλους τους παράγοντες που τη δημιουργούν.

Τα ευρωπαϊκά στοιχεία επιβεβαιώνουν τόσο την κοινή πίεση όσο και τις εθνικές διαφορές. Σύμφωνα με τη Eurostat, τον Αύγουστο του 2026 ο ετήσιος πληθωρισμός ήταν 3,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη, ενώ στην Ελλάδα έφτανε το 3,7%. Οι αποκλίσεις μεταξύ κρατών ήταν μεγάλες: από 0,3% στη Σουηδία έως 6,3% στη Ρουμανία. Επομένως, υπάρχει ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον ανατιμήσεων, μέσα στο οποίο κάθε χώρα αντιμετωπίζει διαφορετικές πιέσεις.

Ακρίβεια και πληθωρισμός: μια ουσιαστική διαφορά

Για να γίνει σοβαρή συζήτηση, πρέπει πρώτα να διευκρινιστεί κάτι που συχνά χάνεται στην πολιτική αντιπαράθεση: η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν σημαίνει υποχώρηση των τιμών.

Ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό με τον οποίο αυξάνονται οι τιμές. Αν ένα προϊόν από 100 ευρώ φτάσει στα 110 και τον επόμενο χρόνο ακριβύνει κατά 2%, θα κοστίζει 112,20 ευρώ. Ο ρυθμός ανατίμησης έχει επιβραδυνθεί, αλλά ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει περισσότερο.

Η ακρίβεια, όπως τη βιώνει το νοικοκυριό, αφορά το ήδη διαμορφωμένο κόστος ζωής σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Μια οικογένεια μπορεί να ακούει ότι «ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται» και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται περισσότερο να πληρώσει τρόφιμα, ενοίκιο και ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν υπάρχει αντίφαση: οι προηγούμενες αυξήσεις παραμένουν ενσωματωμένες στις τιμές, ενώ το εισόδημά της μπορεί να μην έχει ανακτήσει την αγοραστική του δύναμη.

Αυτό εξηγεί γιατί η επίκληση ενός βελτιωμένου οικονομικού δείκτη δεν αρκεί για να καθησυχάσει τους πολίτες. Το ζητούμενο είναι τι μπορούν να αγοράσουν με όσα κερδίζουν.

Πώς ένας πόλεμος φτάνει στο οικογενειακό τραπέζι

Οι πόλεμοι επηρεάζουν τις τιμές μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς. Καταστρέφουν παραγωγικές υποδομές, περιορίζουν εξαγωγές, διαταράσσουν μεταφορές και αυξάνουν την αβεβαιότητα. Οι κυρώσεις, οι εμπορικοί περιορισμοί και η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών μπορούν επίσης να προσθέσουν κόστος.

Η ενέργεια έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συμμετέχει σχεδόν σε κάθε στάδιο της οικονομικής δραστηριότητας. Η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου ή του πετρελαίου δεν αφορά μόνο τη θέρμανση και το αυτοκίνητο. Επηρεάζει την παραγωγή λιπασμάτων, τη λειτουργία εργοστασίων, τα θερμοκήπια, την ψύξη τροφίμων και τη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι, ένα ενεργειακό σοκ μπορεί σταδιακά να περάσει σε μεγάλο μέρος του καταναλωτικού καλαθιού.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάδοσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το σοκ στις πρώτες ύλες μετά την έναρξη του πολέμου επιτάχυνε τον πληθωρισμό το 2022. Ωστόσο, επισημαίνει επίσης ότι η εξέλιξη των τιμών στα επόμενα χρόνια δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις εισαγωγές ενέργειας: καθοριστικό ρόλο έχουν και οι εγχώριες αμοιβές και τα κέρδη.

Αντίστοιχα, η ανασφάλεια σε σημαντικές θαλάσσιες διαδρομές μπορεί να αναγκάσει τα πλοία να ακολουθούν μεγαλύτερες αποστάσεις, να αυξήσει τα ασφάλιστρα και να καθυστερήσει παραδόσεις. Μια γεωπολιτική σύγκρουση δεν χρειάζεται να βρίσκεται κοντά στην Ελλάδα για να επηρεάσει την ελληνική αγορά.

Η αλληλεξάρτηση σημαίνει ακριβώς αυτό: η γεωγραφική απόσταση δεν εξασφαλίζει οικονομική προστασία.

Η παγκοσμιοποίηση μειώνει το κόστος, αλλά μεταδίδει τις κρίσεις

Θα ήταν, ωστόσο, ανακριβές να θεωρήσουμε ότι η παγκοσμιοποίηση προκαλεί από μόνη της την ακρίβεια. Το διεθνές εμπόριο διεύρυνε την προσφορά, επέτρεψε μεγαλύτερη εξειδίκευση και ενίσχυσε τον ανταγωνισμό, συμβάλλοντας στη μείωση του κόστους πολλών προϊόντων.

Ταυτόχρονα, δημιούργησε αλυσίδες παραγωγής που εξαρτώνται από πολλούς προμηθευτές, χώρες και μεταφορικούς κόμβους. Μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί στην Ελλάδα, αλλά να χρειάζεται εισαγόμενα καύσιμα, μηχανήματα, ζωοτροφές, συσκευασίες ή εξαρτήματα. Συνεπώς, ακόμη και η εγχώρια παραγωγή δεν είναι απαραίτητα απομονωμένη από τις διεθνείς ανατιμήσεις.

Η απόλυτη αυτάρκεια θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρή και, σε πολλές περιπτώσεις, ανέφικτη. Η επιδίωξη πρέπει να είναι πιο συγκεκριμένη: διαφοροποίηση προμηθευτών, περιορισμός κρίσιμων εξαρτήσεων, επαρκείς υποδομές και ενίσχυση της παραγωγής εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες.

Μια οικονομία γίνεται ανθεκτικότερη όταν μπορεί να προσαρμόζεται χωρίς κάθε διεθνής αναταραχή να μετατρέπεται σε εσωτερική κρίση.

Γιατί η ίδια ανατίμηση δεν πλήττει όλους το ίδιο

Η κοινή ευρωπαϊκή πίεση δεν δημιουργεί ομοιόμορφο κοινωνικό αποτέλεσμα. Η επιβάρυνση εξαρτάται από το ύψος των μισθών, τη φορολογία, το κόστος στέγασης, τις δημόσιες υπηρεσίες και τη σύνθεση των δαπανών κάθε νοικοκυριού.

Τα χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους σε βασικές ανάγκες. Δεν μπορούν εύκολα να μειώσουν την κατανάλωση τροφίμων, τη θέρμανση ή τις μετακινήσεις προς την εργασία. Έχουν επίσης μικρότερο περιθώριο αποταμίευσης, ώστε να απορροφήσουν μια έκτακτη επιβάρυνση.

Γι’ αυτό ο μέσος πληθωρισμός δεν αποτυπώνει πλήρως την εμπειρία κάθε κοινωνικής ομάδας. Ένα νοικοκυριό με υψηλό ενοίκιο και χαμηλό μισθό μπορεί να πιέζεται πολύ περισσότερο από ένα άλλο που διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία και μεγαλύτερο εισόδημα, ακόμη κι αν ζουν στην ίδια χώρα.

Οι συγκρίσεις τιμών μεταξύ χωρών χρειάζονται επίσης προσοχή. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο κοστίζει ένα προϊόν. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόση εργασία απαιτείται για να αγοραστεί.

Οι διεθνείς αιτίες δεν απαλλάσσουν την εγχώρια αγορά από τον έλεγχο

Η διεθνής προέλευση μιας ανατίμησης δεν αποδεικνύει ότι κάθε αύξηση στην τελική τιμή είναι δικαιολογημένη. Μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή μεσολαβούν προμηθευτές, μεταφορείς, χονδρέμποροι και λιανέμποροι. Σε κάθε στάδιο διαμορφώνονται κόστη και περιθώρια κέρδους.

Όταν ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος, μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα μετακύλισης των αυξήσεων στον καταναλωτή ή καθυστέρησης της μείωσης των τιμών όταν υποχωρούν τα κόστη. Όμως η διαπίστωση υψηλών τιμών δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη καρτέλ ή παράνομης πρακτικής. Χρειάζονται στοιχεία για το κόστος, τις συμβάσεις, τα περιθώρια και τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων.

Η ΕΚΤ έχει εξετάσει τη συμβολή των κερδών στις πληθωριστικές πιέσεις και έχει επισημάνει ότι, σε περιβάλλον γενικευμένων ανατιμήσεων, ο καταναλωτής δυσκολεύεται να διακρίνει αν μια αύξηση προέρχεται από μεγαλύτερο κόστος ή από μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Αυτό ενισχύει την ανάγκη ελέγχου, χωρίς να δικαιολογεί συλλήβδην κατηγορίες κατά όλων των επιχειρήσεων.

Η σοβαρή πολιτική οφείλει επομένως να εντοπίζει συγκεκριμένες στρεβλώσεις και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά.

Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση – και ποιο είναι το κόστος

Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να καθορίσει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου ούτε να τερματίσει μόνη της έναν πόλεμο. Μπορεί, όμως, να επηρεάσει τη φορολογία, τον ανταγωνισμό, την κοινωνική προστασία, τις υποδομές και τις συνθήκες παραγωγής.

Τα μέτρα αυτά έχουν διαφορετικά αποτελέσματα και διαφορετικό χρονικό ορίζοντα.

Η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, εφόσον μεταφερθεί στην τελική τιμή. Αυτό δεν είναι αυτόματο. Απαιτεί παρακολούθηση και επαρκή ανταγωνισμό, ενώ συνεπάγεται απώλεια δημόσιων εσόδων που πρέπει να καλυφθεί.

Τα επιδόματα μπορούν να προστατεύσουν άμεσα τα ευάλωτα νοικοκυριά. Δεν διορθώνουν, όμως, από μόνα τους τις αιτίες της ακρίβειας. Οι γενικευμένες επιδοτήσεις είναι ακριβότερες, ωφελούν και όσους δεν έχουν ανάγκη και ενδέχεται να διατηρούν τη ζήτηση σε αγορές όπου η προσφορά παραμένει περιορισμένη. Η ΕΚΤ υποστηρίζει γι’ αυτό ότι η στήριξη απέναντι στα ενεργειακά σοκ πρέπει να είναι προσωρινή, στοχευμένη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες.

Τα πλαφόν μπορούν, σε ορισμένες έκτακτες συνθήκες, να περιορίσουν επιβαρύνσεις. Αν όμως οριστούν χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό κόστος προμήθειας και παραγωγής, υπάρχει κίνδυνος ελλείψεων, απόσυρσης προϊόντων ή μεταφοράς του κόστους στον προϋπολογισμό.

Η αύξηση των εισοδημάτων είναι απαραίτητη για την ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης. Δεν αποτελεί αυτομάτως πληθωριστική απειλή. Η επίδρασή της εξαρτάται από την παραγωγικότητα, τη ζήτηση και το κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να απορροφήσουν μέρος του κόστους. Χρειάζεται επομένως εξέταση και των μισθών και των κερδών, αντί να αντιμετωπίζεται κάθε μισθολογική διεκδίκηση ως αιτία ανατιμήσεων.

Οι πιο μόνιμες παρεμβάσεις –ενεργειακή εξοικονόμηση, δίκτυα, αποθήκευση, παραγωγικές επενδύσεις, καλύτερες μεταφορές και στεγαστική πολιτική– χρειάζονται χρόνο. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να ξεκινούν πριν από την επόμενη κρίση.

Τα όρια της νομισματικής πολιτικής

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να περιορίσει τον πληθωρισμό μέσω των επιτοκίων, επηρεάζοντας τον δανεισμό, την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Δεν μπορεί, όμως, να παράγει περισσότερο φυσικό αέριο ή να αποκαταστήσει μια κατεστραμμένη σοδειά.

Όταν οι ανατιμήσεις προέρχονται από περιορισμό της προσφοράς, εμφανίζεται ένα δύσκολο δίλημμα. Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να εμποδίσει τη διάχυση του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει δανειολήπτες και επιχειρήσεις και μπορεί να αποδυναμώσει την οικονομική δραστηριότητα.

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί συνεπώς συντονισμό. Αν η νομισματική πολιτική περιορίζει τη ζήτηση και η δημοσιονομική πολιτική την ενισχύει αδιακρίτως, οι δύο παρεμβάσεις μπορεί να λειτουργούν η μία εναντίον της άλλης.

Πώς κρίνονται οι πολιτικές υποσχέσεις

Δεν έχουν όλοι οι πολιτικοί τις ίδιες προτάσεις ούτε όλες οι προτάσεις την ίδια αξία. Ωστόσο, η παρουσίαση της ακρίβειας ως προβλήματος που λύνεται άμεσα με μία απόφαση συσκοτίζει τις πραγματικές επιλογές.

Κάθε υπόσχεση πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα: Ποια αιτία αντιμετωπίζει; Ποιους ωφελεί; Πόσο κοστίζει και πώς χρηματοδοτείται; Πότε θα αποδώσει; Με ποιον τρόπο θα ελεγχθεί το αποτέλεσμά της;

Το «θα μειώσουμε τις τιμές» δεν είναι ολοκληρωμένο σχέδιο. Το ίδιο ισχύει για το «όλα οφείλονται στο εξωτερικό». Η πρώτη διατύπωση υπερεκτιμά τις δυνατότητες της εθνικής πολιτικής. Η δεύτερη υποτιμά τις ευθύνες της.

Η ακρίβεια είναι τελικά και ζήτημα κατανομής του βάρους

Όταν μια οικονομία πληρώνει ακριβότερα την εισαγόμενη ενέργεια, ένα μέρος του εισοδήματός της μεταφέρεται προς τους προμηθευτές του εξωτερικού. Το κράτος μπορεί να ανακατανείμει την επιβάρυνση, να την απορροφήσει προσωρινά μέσω του προϋπολογισμού και να περιορίσει μελλοντικές εξαρτήσεις. Δεν μπορεί να εξαφανίσει με μια διοικητική απόφαση το πραγματικό κόστος.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής ευθύνης: ποιος θα επωμιστεί περισσότερο αυτή την απώλεια; Ο χαμηλόμισθος, ο συνταξιούχος, η μικρή επιχείρηση, ο φορολογούμενος ή εκείνοι που διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική αντοχή;

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι σύνθετη, αλλά η πολυπλοκότητα δεν δικαιολογεί την αδράνεια. Μια σοβαρή πολιτική χρειάζεται άμεση προστασία όσων πιέζονται, τεκμηριωμένο έλεγχο των αγορών και μακροπρόθεσμη μείωση των εξαρτήσεων. Και χρειάζεται ειλικρίνεια: σαφή αναγνώριση όσων μπορεί να επιτύχει, του χρόνου που απαιτείται και του κόστους που συνεπάγεται.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή