Μία γεωγραφία της προσέγγισης μέσω της διαφοράς διαπραγματεύονται σύγχρονοι Ιταλοί κι Έλληνες καλλιτέχνες στην έκθεση που εγκαινιάζεται στο Ιταλικό Ινστιτούτο

by Times Newsroom

Ίσως κανένα άλλο μέσο δε συμβάλλει στη συνάντηση ανθρώπων και πολιτισμών, καθώς έχει τη δυνατότητα μέσα σ’ ένα συμπυκνωμένο χρόνο και χώρο να εκμεταλλεύεται τις εικόνες -όπως και τις άλλες αισθήσεις- τις τεχνικές δυνατότητες, την άμεση αισθητηριακή και συναισθηματική συγκίνηση, την εγρήγορση της κρίσης. Εξάλλου η τέχνη είναι δημιούργημα της κοινωνίας σαν ένα πολιτιστικό σύνολο και πηγάζει μέσα από τις συλλογικές (κι ατομικές φυσικά) εκφράσεις της σχέσης με το φαντασιώδες (imaginary), όχι απλά το φαντασιακό) και το εικονικό διαμέσου της διαλεκτικής τους σχέσης. Τούτο ακριβώς ουσιώνει κι η εικαστική έκθεση με σύγχρονους Ιταλούς κι Έλληνες εικαστικούς που εγκαινιάζεται το Σάββατο στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών, με τίτλο «Έτσι, απόμακροι, πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον. Γεωγραφίες της εγγύτητας».

Αντλώντας έμπνευση για τον τίτλο της (και την ατμόσφαιρα του γενικότερου περιγράμματός του) από το ποίημα «Το κορίτσι της Αθήνας» του ποιητή Βιτόριο Σερένι, γραμμένο το 1942 μέσα σ’ ένα πνεύμα νοσταλγίας για την εντύπωση της ομορφιάς και του κάλλους, τόσο το ανθρώπινο, όσο και του τοπίου, η έκθεση προσεγγίζει τους πολιτισμικούς δεσμούς Ελλάδας και Ιταλίας όχι ως στατική ιστορική κληρονομιά, αλλά ως μια ζωντανή, δυναμική διαδικασία αμοιβαίας μετατόπισης. Διαστρωματωμένη σε πέντε διαφορετικές ενότητες, που αρθρώνονται γύρω από τα θέματα της μνήμης, του τοπίου, του ταξιδιού, τις τουριστικές κι οικονομικές μεταβολές, τις βιογραφικές διασταυρώσεις, φιλοδοξεί να καταδείξει την εγγύτητα των δύο χωρών μέσα από τις ενσωματώσεις στοιχείων που καθορίζουν την καθημερινή και κοινωνική ζωή, τις μνήμες και τις συμπεριφορές.

Το κοινό μπορεί να ξεκινήσει τη διαδρομή του από τα έργα που συγκροτούν την ενότητα της μνήμης, όπως αυτή προσδιορίζεται από τη warburgιανή έννοια του Nachleben (επιβίωση), για την άσβεστη επαναδραστηριοποίηση των εικόνων στο παρόν. Σε τούτη συμμετέχουν η Valentina Bartolini, που με την «εσωτερική γεωγραφία» και την ιδιωτική Αρκαδία της (στρώσεις παστέλ πάνω σε ιαπωνικό χαρτί) αποτυπώνει την προσωπική της μετάβαση από την Ιταλία στην Ελλάδα, η Giovanna Caimmi, που αποτολμά μία μετατόπιση των προσωπικών της αναμνήσεων σε μία αρχετυπική διάσταση κι η Marta Roberti, με μία οιωνεί μυθολογική αφήγηση υβριδικών μορφών σε διαλογική σύνδεση με την αττική ερυθρόμορφη αγγειογραφία.

Στη δεύτερη ενότητα όπου αναδεικνύονται η μνήμη των τόπων και ο υλικός πολιτισμός στα ίχνη που αφήνουν η τεχνική κι η αρχιτεκτονική στο τοπίο, η Κατερίνα Μπότσαρη, στο «August in Athens», παρεμβαίνει στο γλυπτό του Οκταβιανού Αυγούστου στην είσοδο του Ινστιτούτου με υλικά εργοταξίου, ενώ ο Giuseppe De Mattia, με «Το χαλί ως νομαδικός τόπος», αξιοποιεί την τεχνική της κουρελούς ως μια κοινή υφαντή γεωγραφία για την ανακύκλωση και μεταβίβαση της γνώσης.

Στην τρίτη ενότητα όπου το ταξίδι, η γεωγραφία κι η λεκάνη της Μεσογείου αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα, η Eva Marisaldi προσεγγίζει το ταξίδι ως μέσο ανοίκειωσης του βλέμματος, επαναπροσδιορίζοντας την «Ευρασία» ως νοητικό χώρο συνύπαρξης, η Marcella Vanzo, στο βίντεο «Summertime», αντιπαραθέτει τον θερινό τουρισμό με τις μεταναστευτικές ροές στη Λαμπεντούζα, αναδεικνύοντας τις ταξικές και πολιτικές ανισότητες της Μεσογείου κι η Agata Ferrari Bravo και Thomas Michael Saccuman, στο «Ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, παρουσιάζουν μια αμαξοστοιχία-θέατρο με μορφή αποδημητικού πουλιού, εκφράζοντας τον νομαδισμό ως μια ανοιχτή, οντολογική συνθήκη.

Στην τέταρτη ενότητα, των συναισθημάτων, της προσωπικής μνήμης και του τουριστικού καταναλωτισμού, πρωταγωνιστεί η θάλασσα. Η Έλενα Χαντζή συνθέτει ένα site-specific έργο αντλώντας υλικό από τουριστικές επετηρίδες των δεκαετιών του ’60 (Tourism in Greece), μετατρέποντας τις διαφημιστικές ναυτιλιακές καταχωρίσεις σε ποιητικό αρχείο οικογενειακής και συλλογικής μνήμης, ενώ ο Βασίλης Παπαγεωργίου, με τη σειρά «Sunbeds» (Ξαπλώστρες), στοχάζεται πάνω στον επαναπροσδιορισμό του παράκτιου δημόσιου χώρου και τη μετατροπή της Μεσογείου σε οικονομικό τοπίο προσόδου.

Η διαδρομή ολοκληρώνεται με καλλιτέχνες των οποίων η δημιουργική διαδικασία διαμορφώνεται οργανικά μέσα από τη βιωματική μετακίνηση μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Η Lucia Bricco με τις ακουστικές εγκαταστάσεις και περφόρμανς της, εστιάζεται στη λεπτομέρεια και τη συνεχή διαπραγμάτευση. Από την πλευρά του, οι Invisible Ensemble, στο «Happy White and Safe, behind the metal detector», τοποθετούν τη ζωγραφική τους σύνθεση στην είσοδο της αίθουσας «Μαρία Κάλλας» με τρόπο που επιβάλλει μια ελεγχόμενη κυκλοφορία του σώματος, ασκώντας κριτική στους μηχανισμούς επιτήρησης και επιλεκτικής ασφάλειας. Ο εγκατεστημένος στην Αθήνα Giovanni Copelli, καταγράφει τα περιθωριακά ίχνη της πόλης (γκράφιτι, βιτρίνες, προάστια), δημιουργώντας μια μνήμη του παρόντος, ενώ ο Stef Kamaris αναδιαπραγματεύεται την καντιανή έννοια του Υψηλού στην τέχνη με την καταναλωτική κουλτούρα, παρουσιάζοντας έργα όπως το «Wanted Pasta» (αναγεννησιακή προτομή με μαλλιά από σπαγγέτι) και το «Trussardi» (συνύπαρξη του φυτού «ρόδο της Ιεριχούς» με τσιμέντο και βιομηχανικούς τροχούς). Η έκθεση στο Ιταλικό Ινστιτούτο αποδεικνύει πως η εγγύτητα ανάμεσα στις χώρες δεν εξαντλείται μόνο στις κατεστημένους ιδεότυπους και στερεότυπα ή μόνο σε επίπεδο αλληλοκατανόησης και αλληλοσεβασμού δύο πολιτισμών, αλλά είναι μία ανοικτή και διαρκώς συμπληρούμενη από άλλα πολιτισμικά στοιχεία, τα οποία ανανεώνονται διαρκώς μέσα από τη συνάντηση και την ετερότητα της δημιουργίας και των προσώπων τους.

Γιώργης -Βύρων Δάβος

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή