Η καλλιτεχνική σκηνή της Αθήνας γνωρίζει μεγάλη άνθησηΕικόνα: imago images/Panthermedia
Αφιέρωμα στη νέα δυναμική της αθηναϊκής καλλιτεχνικής σκηνής φιλοξενεί η WELT μέσα από μία συνέντευξη με τον διεθνούς φήμης γκαλερίστα Ματίας Αρντ. Ο Αρντ, που έχει διευθύνει γκαλερί από το Βερολίνο μέχρι τη Σιγκαπούρη, άνοιξε προσφάτως στην Κυψέλη ένα ιδιωτικό art salon, επιλέγοντας την Αθήνα ως ευρωπαϊκή έδρα του.
Γιατί ειδικά την Αθήνα; Επειδή «η πόλη διαθέτει μια απίστευτα καλή ενέργεια. Με ενδιαφέρουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορίας, η αρχιτεκτονική και η γεωγραφική της θέση. Η Αθήνα είναι ένας πολιτιστικός κόμβος μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Μέσης Ανατολής. Από ορισμένες απόψεις μου θυμίζει επίσης το Βερολίνο των αρχών της δεκαετίας του 1990, […] αισθάνομαι μια παρόμοια διάθεση για ένα νέο ξεκίνημα, αν και υπό εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις», εξηγεί ο Αρντ.
Όταν μία αρχιτέκτονας τον πήγε για πρώτη φορά στο σπίτι στην Κυψέλη, όπως λέει, «βίωσα αμέσως μια στιγμή νόστου. Ακόμη και σήμερα ανατριχιάζω. Έτσι πρέπει να ένιωσε ο Οδυσσέας όταν έφθασε στην Ιθάκη. Στη συνέχεια έμαθα ότι βρισκόμασταν στην οδό Ιθάκης και ότι σε αυτό το σπίτι είχε ζήσει ο νομπελίστας λογοτέχνης Οδυσσέας Ελύτης». Και μετά από μία σύντομη επικοινωνία με τη σύζυγό του, αποφάσισε να πάρει το σπίτι.
Η Αθήνα έχει προσελκύσει τα τελευταία χρόνια τεράστια διεθνή προσοχή. Πόσο μακριά μπορεί όμως να φτάσει αυτή η τάση; «Δεν έχω ακόμη εμβαθύνει αρκετά ώστε να μπορώ να κρίνω τη σκηνή ως άνθρωπος που τη γνωρίζει εκ των έσω», απαντά ο Αρντ. «Η δημιουργικότητα όμως είναι παντού αισθητή: στην τέχνη και στο ντιζάιν, στη μόδα, στην αρχιτεκτονική και στη γαστρονομία. Υπάρχει ένα απίστευτο ταλέντο στον αυτοσχεδιασμό. Από την Αθήνα εξακολουθεί να λείπει η πυκνότητα καλλιτεχνών που διέθετε το Βερολίνο της δεκαετίας του 1990. Το ενδιαφέρον όμως είναι τεράστιο. Σχεδόν κάθε καλλιτέχνης με τον οποίο συνομιλώ θέλει να έρθει στην Αθήνα ή να κάνει κάτι εκεί», καταλήγει.
Ελλάδα: Η AI στη μάχη κατά του παράνομου τζόγου
Στην εξάπλωση του παράνομου διαδικτυακού τζόγου στην Ελλάδα αναφέρεται από την πλευρά της η Sächsische Zeitung.

«Οι Έλληνες είναι παθιασμένοι τζογαδόροι. Από αυτό επωφελείται και ο υπουργός Οικονομικών. Επειδή όμως αύξησε δραστικά τους φόρους στα τυχερά παιχνίδια, η μαύρη αγορά των διαδικτυακών καζίνο γνωρίζει άνθηση. Τώρα οι αρχές βάζουν στο στόχαστρο παράνομους παρόχους, influencers τυχερών παιχνιδιών και παίκτες με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης». Η ΑΙ «διαδραματίζει κομβικό ρόλο στον εντοπισμό των διαχειριστών παράνομων τυχερών παιχνιδιών και των συνεργών τους». Το σύστημα «συλλέγει και αναλύει πληθώρα δεδομένων αυτόνομα, αξιολογεί το επίπεδο κινδύνου και διασφαλίζει αποδεικτικά στοιχεία».
Όπως μάλιστα διαπιστώνεται, η έκταση του φαινομένου είναι μεγάλη. «Σύμφωνα με δημοσκόπηση το 23% του πληθυσμού συμμετέχει τουλάχιστον μία φορά τον μήνα σε τυχερά παιχνίδια – στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται στο 9,8%. Το 8% των Ελλήνων παίζει μάλιστα “σχεδόν καθημερινά”». Τα ποσά που πονταρίστηκαν στη ρυθμιζόμενη αγορά «ανήλθαν το περασμένο έτος σε 16,73 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε σχεδόν στο 7% του ΑΕΠ».
Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, προσθέτει το γερμανικό μέσο, «περίπου 900.000 άνθρωποι έπαιξαν το περασμένο έτος τουλάχιστον μία φορά σε παράνομη πλατφόρμα. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 10% των ατόμων άνω των 16 ετών. Το ελληνικό κράτος έχασε εξαιτίας αυτού φορολογικά έσοδα ύψους περίπου 600 εκατομμυρίων ευρώ».
Επιπλέον, «μελέτη του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου αναφέρει πως οι νόμιμες προσφορές καθίστανται ολοένα λιγότερο ελκυστικές για τους παίκτες λόγω των υψηλών φόρων». Για τον λόγο αυτό «οι συντάκτες της μελέτης προειδοποιούν με έμφαση για μια επαπειλούμενη μαζική μετακίνηση παικτών προς τη μη ρυθμιζόμενη μαύρη αγορά: σύμφωνα με την έρευνα τρεις στους τέσσερις παίκτες διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών εξετάζουν το ενδεχόμενο να περάσουν στην παράνομη αγορά ακριβώς εξαιτίας της υψηλής φορολογίας».
