Το βιβλίο «Στο ενδιάμεσο του ορατού» (εκδ. Νήσος) που θα παρουσιασθεί σήμερα, στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων με αφορμή την ομότιτλη έκθεση του Μίλτου Σκούρα στον ίδιο χώρο, αποτελεί μία υπενθύμιση για το πόσο σε κάθε εποχή το ανθρώπινο βλέμμα, όπως έλεγε ο Α.Meinong τρέφει «μία προκατάληψη υπέρ του πραγματικού». Ή τουλάχιστον αυτού που θεωρεί –και πλέον με τη συνεπικούρηση τις τελευταίες δεκαετίες των τεχνικών της αποτύπωσης του καθημερινού αντικειμένου και κυρίως της ψηφιακής πλέον δημιουργίας– ότι είναι εκείνο που προσλαμβάνει ως πραγματικό ή αληθινό, αναγάγοντάς το ως αδιαμφισβήτητο κανόνα γνωσιολογικής πεποίθησης κι αισθητικής απόλαυσης.

Οι τέσσερεις ομιλητές (ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Μπόλης, η καταξιωμένη επιμελήτρια Κατερίνα Κοσκινά, η Μαρία Τσαντσάνογλου, καλλιτεχνική διευθύντρια του MOMUS -Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης -Συλλογή Κωστάκη κι ο υπεύθυνος Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη Τάσος Σακελλαρόπουλος) θα αναφερθούν στους κύριους άξονες της εικαστικής ματιάς του Σκούρα. Αυτής που στοιχειώνεται έναν απόλυτο «φωτογραφικό ρεαλισμό», που όμως αντίθετα με την προφανή ταύτιση με τις τεχνικές πλήρους απόδοσης του ορατού, υποδεικνύει περισσότερο ότι απέναντι στην αληθοφανή παντοδυναμία της εικόνας, επικρατεί περισσότερο η άποψη του Hans Belting πως «η εικόνα είναι πάντοτε ένα πέρασμα». Ή ακόμη και του Wölflin, ο οποίος όριζε πως «κάθε ‘βλέπειν’ είναι μία ερμηνεία και σε κάθε εποχή βλέπουμε εκείνα που θέλουμε να δούμε».
Οργανωμένη σε ενότητες, που καλύπτουν όλα τα στάδια της μακράς δημιουργικής του πορείας, από το 1983-2026, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, στον εικαστικό, αλλά και στους κύκλους της μόδας, της διαφήμισης και του κόμικ–όπου και διέπρεψε, εργαζόμενος πάντοτε σε κορυφαία περιοδικά, η έκθεση του Μ. Σκούρα, μας υπενθυμίζει πόσο τρωτές είναι πάντοτε οι αντιλήψεις μας για τα ιδεώδη αντικείμενα κι εικόνες. Αυτές οι αντιλήψεις που σχετίζονται διαρκώς-στις σχέσεις ‘διαφοράς’ και ‘ομοιότητας’ με τη γύρω πραγματικότητα– πολύ περισσότερο δε σε τούτη την καθαρά οπτική κυριαρχία των ημερών μας, που ενισχύεται επιπλέον από τις άπειρες δυνατότητες της ex nihilo και de machinae ψηφιακής δημιουργίας, όχι μόνον της αποτύπωσής της.
Ο Σκούρας εικαστικά ανδρώθηκε και διέπρεψε σε μία εποχή όπου διαμορφωνόταν η στρουκτουραλιστική αντίληψη της εικόνας, μέσα από την επιρροή των μηχανικών μορφών αποτύπωσης του αντικειμένου (ιδίως μέσα από την επεξεργασία της, ρετουσάρισμα ή μοντάζ), οι οποίες περνούσαν και άμεσα ή έμμεσα και στον εικαστικό χώρο–ιδίως μέσω του κόμικ ή της διαφήμισης και της διαφοροποιημένης εικονογράφησης και απόδοσης του μηνύματος. Είναι λοιπόν φυσικό, στα έργα του να θέτει ένα ζήτημα «αναφοράς»: ποιο και τι είναι εκείνο που αναπαρίσταται, γιατί και για ποιόν λόγο επιλέχθηκε. Συνεπώς, η «αναφορά» (ιδίως στα έργα που αφορούν τη μόδα ή τον κινηματογράφο, ιδίως σε όσα συσχετίζονται με κείμενα) έχει χαρακτηρίσει τόσο προσηγορικά, όσο κι οντολογικά το αντικείμενο και νοηματοδοτεί την «αναγνώρισή» του ως προκαθορισμένο γεγονός.
Ο Σκούρας κάνει στα έργα του (κάτι που φαίνεται στην ενότητα των “ Εργαζομένων στο σουπερμάρκετ”) μία διπλή επιλογή: από τη μία «αισθητική», από την άλλη «ανθρωπολογική». Βέβαια, η έννοια της επιλογής περιλαμβάνει στην ουσία της την έννοια της επιλογής, η οποία εμπεριέχει την «απόφαση», που με τη σειρά της ενεργοποιείται από την «κρίση». Τούτη η επιλογή του Σκούρα, δεν είναι απλά «περιγραφική»–όπως εύκολα δύναται κάποιος να συνάγει. Όταν αναπαριστά με φωτογραφική πιστότητα σκηνές από την εργασία και τις εκφράσεις των εργαζομένων, δεν επιδιώκει τον θαυμασμό για την πιστότητα της απόδοσης ενός φωτογραφικού ενσταντανέ. Η «περιγραφή» του Σκούρα είναι θέση: οι όροι κι οι εικόνες της περιγραφής έχουν μέσα τους την «εξήγηση» και την «αιτιολόγηση» γιατί επιλέγει το συγκεκριμένο θέμα και γιατί το περιγράφει με τον τρόπο αυτόν.
Έτσι, στα έργα του Σκούρα εμφανίζονται όχι τα πλαισιωμένα και «παγωμένα» τμήματα της πραγματικότητας, όπως γίνεται στο φωτογραφικό ή κινηματογραφικό frame, αλλά εμφανίζεται μία tranche de vie (φέτα ζωής), μία οιωνεί λογοτεχνική περιγραφή μίας λεπτομέρειας, εξαιτίας της χρονικής διάρκειας στην εκτέλεση της ζωγραφικής πράξης, από το σχέδιο, τη χρωματική επένδυση και στην κατάληξη της 1-1 αναπαράστασης του θέματος. Κάτι που ανατρέπει την απλή φωτογραφική εντύπωση, η οποία ως τεχνοτροπικός υπαινιγμός, αποκτά ένα ειρωνικό στοιχείο ως προς την κατεστημένη λειτουργία της φωτογραφίας–είναι το «ενδιάμεσο» ακριβώς που μας καλεί κι ο τίτλος να προσέξουμε.
Και τούτο γιατί στα έργα του Σκούρα είναι εμφανές πως δεν επιχειρείται η αποτύπωση ή η σκοπιμοθηρική χρήση του ορατού και της εικόνας: γίνεται απεναντίας μία επιμελημένη και σκόπιμη σύλληψη του παροδικού σημείου κάποιας χρονικής σειράς του υπό διαμόρφωση εικονιζόμενου. Μία παγίωση/ πάγωμα της ιστορικής σημασίας της πορείας του, που το απομονώνει από τη ζωντανή φύση της επικοινωνιακής εικόνας–όπως γίνεται με τη φωτογραφία–εγκιβωτίζοντάς το πλέον στην τυχαιότητα του frame. Μόνο που το οξύμωρο σε τούτη την περίπτωση είναι ότι η χρονική παγίωση γίνεται μέσα από τη ζωγραφική χειρονομία: δεν είναι χάρις σε ένα στιγμιαίο πάτημα, αλλά διαμέσου μίας παρατεταμένης ζωγραφικής πράξης. Η ζωγραφική τούτη πράξη ενσωματώνει τον χρόνο, την επεξεργασία και την εμμονή στη λεπτομέρεια, του προσδίδει μία οντική υπόσταση, που ξεπερνά το συμβάν ή το παροδικό.
Κοντολογίς, η «επιλογή» οδηγεί στην «αναγνώριση» της «φόρμας», που νοηματοδοτεί στο υποκείμενο το «γεγονός», σαν «συμβάν» που γίνεται αντιληπτό μόλις ακριβώς το υποκείμενο κατανοήσει ότι γίνεται κατανοητό στο ίδιο (όπως πολύ εύστοχα το έθετε θεωρητικά ο C. Diano στο «Μορφή και Γεγονός», Forma e Evento). Κι η χρονικότητα της αποτύπωσης επιτρέπει στο θέμα να μην υφίσταται ως κάτι που απλώς επιλέχθηκε, ως ένα από τα πολλαπλά ενσταντανέ μίας σειράς. Και τούτο γιατί με την προσθήκη της περιγραφής ή με τον υπαινιγμό της, πλέον γίνεται «διακειμενικό», ως συνδυασμός της ζωγραφικής διαχρονίας με την εννοιολογική και λεκτική του σημασιοδότηση–όπως τούτο φαίνεται απόλυτα στα μικρά έργα της σειράς των κινηματογραφικών σκηνών και το συνδυασμό τους με κείμενα-λεζάντες. Εξάλλου, όταν αυτό το στιγμιότυπο συνδέεται με το υποκείμενο (όπως συμβαίνει με τους γνωστούς ηθοποιούς ή τα μοντέλα που αναπαρίστανται στα έργα) τότε σημασιοδοτείται πλήρως οντολογικά και συναρτάται προσηγορικά με ένα αντικείμενο, που προηγουμένως, πριν από το «πάγωμά» του δεν υφίστατο.
Το θέμα, λοιπόν, αποκτώντας μία οντολογική αιτιολόγηση δεν είναι πλέον το «παροδικό». Η ζωγραφική διαδικασία κι η διάρκεια για την αποτύπωσή του σε πολλαπλά στάδια, ανασυνθέτει τα οντικά του ικριώματα, στην ουσία το ανασυσταίνει, το αποκαθιστά και (γιατί όχι;) το αναγεννά, δίνοντάς του μία οντότητα ως καθαυτό κι όχι ως τμήμα. Ο Σκούρας επιτελεί «τη χειραγώγηση του τυχαίου», όπως έγραφε ο G. Deleuze μιλώντας για το πώς χειρίζεται το φωτογραφικό κίνητρο για τους πίνακές του ο Francis Bacon. Την τεχνική που υφαρπάζει την οπτική εικόνα από το αναδυόμενο «frame» και αναδεικνύει την Μορφή–εξάγοντας τη μη πιθανή ακόμη Μορφή από ένα σύνολο από «πιθανότητες» που μπορούν να γίνουν «εικόνα». Σε τούτη τη διαδικασία το «frame» της φωτογραφίας ήδη κατέχει τον καμβά, είναι το εναρκτήριο σύνθημα, προτού ξεκινήσει η ζωγραφική πράξη που θα την τυποποιήσει.
Γιώργης-Βύρων Δάβος
Μίλτος Σκούρας
«Στο ενδιάμεσο του ορατού. Ζωγραφική 1983-2026»
Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων
22 Οκτωβρίου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026
Λεωνίδου & Μυλλέρου , Μεταξουργείο
Το πλήρες φωτογραφικό υλικό υψηλής ανάλυσης είναι διαθέσιμο εδώ:
https://fromsmash.com/Xod6lM99ib-dt?e=YXNkcmF4c0BnbWFpbC5jb20=
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
