Ανδρέας Φουσκαρίνης: “Κίκου, ένα χρυσάνθεμο για μένα” | Διήγημα

Έκανα μεταβολή και πήρα τον ίδιο δρόμο από τον οποίο είχα έλθει με το ταξί, με τα πόδια τώρα, ήθελα λίγο χρόνο για να βάλω σε μία τάξη τις σκέψεις μου, ενώ την ίδια στιγμή ένιωθα να χτυπούν χίλια σφυριά ταυτόχρονα τα μηνίγγια μου και να πονάω με έναν τρόπο που δεν είχα νιώσει ποτέ άλλοτε στη ζωή μου.

by ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

 

Κίκου, ένα χρυσάνθεμο για μένα

 

ΑΠΟ ΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ της Αθήνας και ως το Τόκιο δεκαεφτά ώρες και κάτι. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που αποτολμούσα ένα τόσο μακρινό και κουραστικό ταξίδι, πετώντας πάνω από ολόκληρη την ασιατική ήπειρο. Είναι γεγονός βέβαια πως από καιρό το σχεδίαζα στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, αλλά λόγοι ανωτέρας βίας δεν μου επέτρεπαν να το πραγματοποιήσω. Όμως έπρεπε να το κάνω κάποια στιγμή για να γνωρίσω καλύτερα τη χώρα, αλλά κυρίως να γνωρίσω από κοντά την οικογένεια της Κίκου.

Ό,τι ήξερα μέχρι τότε για την Ιαπωνία ήταν από διαβάσματα βιβλίων παντός είδους και ταινίες σπουδαίων Ιαπώνων δημιουργών. Φυσικά και από όσα μου είχε διηγηθεί η ίδια η Κίκου. Και επειδή υποψιάζομαι πως αμέσως θα με ρωτήσετε ποια είναι η Κίκου οφείλω να σας προλάβω και να σας πω από μόνος μου πως η Κίκου ήταν η νεαρή γυναίκα που είχα αγαπήσει, και που, την αγαπώ ακόμη, παρά τα όσα συνέβησαν σ’ εκείνο το ταξίδι.

Κίκου στη γλώσσα των Γιαπωνέζων είναι το χρυσάνθεμο και, πράγματι, ένα λουλούδι ήταν αυτό το ξένο κορίτσι, ένα πραγματικά όμορφο, τρυφερό και δροσερό χρυσάνθεμο. Θυμάμαι πάντα με κάθε λεπτομέρεια τη μέρα που την είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου και άρχισε η πολύχρονη γνωριμία μας. Είχε έρθει στην Αθήνα για να σπουδάσει κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Ήταν οι πρώτες ημέρες της παραμονής της και έδειχνε πως δεν είχε ακόμη προσαρμοστεί στη ζωή των ντόπιων. Στεκόταν αμήχανη στην είσοδο της φοιτητικής λέσχης, στην οδό Ιπποκράτους, και φαινόταν σαν να μην ήξερε τι να κάνει. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αμηχανία που έδειχνε και η φυσική της συστολή, κάτι που δεν το έβλεπες ποτέ στις Ελληνίδες της εποχής. Σκέφτηκα πως θα ήταν κάποια άγνωστη ξένη γυναίκα, μία τουρίστρια που δεν καταλάβαινε τη γλώσσα των ανθρώπων που κυκλοφορούσαν γύρω της και χρειαζόταν κάποια βοήθεια. Την πλησίασα λοιπόν και τη ρώτησα, με τα λίγα αγγλικά που ήξερα τότε, αν όντως είχα μαντέψει σωστά. Με τα σπαστά ελληνικά που μιλούσε εκείνη την εποχή μου είπε πως ήθελε να πάει στο εστιατόριο της λέσχης. «Έλα μαζί μου», της είπα, «εκεί πηγαίνω κι εγώ». Με ακολούθησε και από εκείνη την ημέρα και για τα επόμενα πέντε με έξι χρόνια είμαστε συνέχεια μαζί. Στην αρχή βλεπόμαστε στη σχολή, τις ώρες των μαθημάτων, ύστερα κάποια βράδια βγήκαμε με φίλους και συμφοιτητές και αργότερα, όταν ο έρωτας μας παγίδεψε για τα καλά, αποφασίσαμε να μένουμε μαζί στο ίδιο σπίτι. Αυτό έγινε μέχρι την ημέρα που αναχώρησα από την πόλη για να καταταγώ στο στρατό και να υπηρετήσω τη θητεία μου, όπως ήμουνα αναγκασμένος να κάνω.

Η Κίκου ήταν μία πολύ όμορφη, γοητευτική κοπέλα, κομψή, ευγενική, καλόβολη και θα έλεγα και υποταχτική, σε μεγάλο βαθμό μάλιστα, πολύ περισσότερο από όσο θα μπορούσε να είναι μία συνομήλική της Ελληνίδα. Ίσως λόγω της αγωγής που είχε δεχτεί στην πατρίδα της και εξαιτίας της πολιτισμικής παράδοσης και των συνθηκών που επικρατούσαν ακόμη εκεί. Ήταν αρκετά λεπτή, κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα. Αγαπηθήκαμε τρελά και νιώθαμε πως ζούσαμε μέσα σ’ ένα μόνιμο ερωτικό παράδεισο. Αισθανόμαστε απόλυτα ευτυχισμένοι παρά το γεγονός ότι εγώ προσωπικά δεν είχα προσέξει πως κάθε φορά που αναφερόμουνα σε έναν πιθανό μελλοντικό γάμο μας την έβλεπα να γίνεται αμέσως σκυθρωπή και να μελαγχολεί. «Ίσως να νοσταλγεί την πατρίδα της και τους δικούς της ανθρώπους, έχει τόσο καιρό να τους δει», συλλογιζόμουνα, «και στενοχωριέται». Κρίμα, γιατί δεν είχα καταλάβει τότε τι βασάνιζε πραγματικά την ψυχή της ώστε να είμαι προετοιμασμένος για ό,τι επρόκειτο να συμβεί αργότερα.

Λίγο προτού ολοκληρώσω τη θητεία μου η Κίκου έφυγε για να επιστρέψει στην πατρίδα της, με την υπόσχεση πως σύντομα θα γυρνούσε στην Ελλάδα. Ως τότε συμφωνήσαμε να επικοινωνούμε με το τηλέφωνο και το ταχυδρομείο. Έτσι και έγινε στην αρχή, αλλά αργότερα κόπηκε ξαφνικά με το μαχαίρι, με δική της πρωτοβουλία, κάθε επικοινωνία μεταξύ μας. Από τότε και μέχρι σήμερα, ούτε φωνή ούτε ακρόαση από την Κίκου, και τώρα που ολοκληρώθηκε η στρατιωτική μου θητεία, αποφάσισα να την συναντήσω και να μιλήσω μαζί της, να μου πει τι συνέβη ακριβώς και αν μπορούσα να την κάνω να αλλάξει γνώμη.

Και νάμαι λοιπόν στο αεροδρόμιο του Τόκυο, και από εκεί, χωρίς καθυστέρηση, κατευθείαν στο σιδηροδρομικό σταθμό για να πάρω το τρένο που θα με πήγαινε στην Οσάκα, στην πόλη που ζούσε η αγαπημένη μου με την οικογένειά της. Ήταν τόση η λαχτάρα μου να την ξαναδώ που δεν σκεφτόμουνα τίποτ’ άλλο παρά το πότε θα την κρατούσα και πάλι στην αγκαλιά μου. Πήρα το πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και από εκεί στο σταθμό.

Είχα ακούσει από παλιά πως τα τρένα της Ιαπωνίας ήταν ταχύτατα και ακριβή στα δρομολόγιά τους, αλλά αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μου ήταν πέρα από κάθε περιγραφή , πέρα από κάθε προσδοκία. Ήταν όντως γρήγορα, πολύ γρήγορα και μοντέρνα ως προς την κατασκευή και τον σχεδιασμό τους. Μπορούσαν, όπως μου είπαν, αλλά και όπως το διαπίστωσα σε λίγο και ο ίδιος, να αναπτύξουν ταχύτητες πεντακοσίων χιλιομέτρων την ώρα. Μόνο το κτίριο του σταθμού μου φάνηκε στην αρχή σαν μία μικρή παραφωνία, που όμως είχε ταιριάξει τέλεια με τα κτίρια που το περιέβαλλαν. Ήταν ένα υπέροχο κτίριο των αρχών του εικοστού αιώνα, με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική εκείνης της εποχής που δεν σε προϊδέαζε για όσα θα αντίκριζες σε λίγο, όταν θα περνούσες το κατώφλι του. Η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου φαίνεται πως κράτησε ό,τι παλιό, όμορφο και λειτουργικό άξιζε τον κόπο να συνεχίσει τη ζωή του και στη νέα, τη μοντέρνα, την τεχνολογική εποχή. Έτσι χρησιμοποιούν ακόμη ό,τι παλιό εξακολουθεί να τους είναι χρήσιμο και αναγκαίο, που, αφού του κάνουν τις απαραίτητες μετατροπές, το ενσωματώνουν αρμονικά στο σύγχρονο περιβάλλον.

Έβγαλα γρήγορα ένα εισιτήριο για την Οσάκα και προχώρησα διστακτικά προς την πλατφόρμα αναχώρησης. Διάβασα σε έναν φωτεινό πίνακα ότι το τρένο που περίμενα, το Shinkansen, αυτό το θαύμα της γιαπωνέζικης τεχνολογίας, θα έμπαινε στο σταθμό σε πέντε λεπτά. Και πράγματι έτσι έγινε. Σε πέντε λεπτά ακριβώς σταμάτησε μπροστά μου και άνοιξαν διάπλατα οι πόρτες του για να επιβιβαστούμε. Τέτοια ακρίβεια, τέτοια ταχύτητα, όνειρο άπιαστο και μακρινά για τα τρένα της πατρίδας μας.

Μπήκα στο υπερπολυτελές και πεντακάθαρο βαγόνι και κάθισα στη θέση που αναγραφόταν στο εισιτήριό μου. Σε λίγα δευτερόλεπτα οι πόρτες έκλεισαν και το τρένο ξεκίνησε για τον προορισμό του. Πραγματικά, η ταχύτητα που ανέπτυξε κατά τη διαδρομή ήταν πολύ μεγάλη, αλλά η κατασκευή του ήταν τέτοια που δεν ένιωθες καμία ενόχληση από αυτήν. Κάθισα όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα και κοίταζα από το παράθυρο το τοπίο . Ό,τι προλάβαινα βέβαια να δω. Σε λίγο αφήσαμε πίσω μας την πόλη και τα προάστια και βγήκαμε στην ύπαιθρο. Το μόνο που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν το πώς θα με δεχόταν η Κίκου μετά από το πρώτο της ξάφνιασμα. Την είχα ειδοποιήσει βέβαια για το ταξίδι, αλλά δεν της είχα γράψει ούτε την ημέρα ούτε την ώρα που θα βρισκόμουν στην Οσάκα.

Είχαν δεν είχαν περάσει ενενήντα λεπτά από την ώρα που μπήκα στο τρένο όταν αντίκρισα τα πρώτα σπίτια της Οσάκα. Απίστευτο μου φάνηκε το γεγονός πως σε τρία με τέσσερα λεπτά θα πατούσα το δάπεδο του σταθμού κι ύστερα από λίγο θα την έβλεπα και πάλι μπροστά μου. Πήρα το πρώτο ταξί που συνάντησα στην είσοδο του σταθμού και είπα στον οδηγό πού να με πάει. «Α, κι εσύ στο σπίτι του υπουργού», μου είπε με τα σπαστά του αγγλικά, «είστε κι εσείς καλεσμένος του στο γάμο. Πήγα αρκετούς σήμερα εκεί». «Γάμος, ποιος γάμος», αναρωτήθηκα, χωρίς να δώσω ιδιαίτερη σημασία στα λόγια του ταξιτζή. «Ποιος να παντρεύεται, άραγε; Μήπως ο αδελφός της ο Ακίρα, γιατί από ό,τι ξέρω δεν έχει άλλον αδελφό ή αδελφή».

Φτάσαμε γρήγορα στο σπίτι χωρίς να καταφέρω να ρωτήσω τον ταξιτζή για ποιον γάμο μιλούσε. Το σπίτι ήταν ένα σαν αυτά τα παλιά αρχοντικά που βλέπουμε συχνά στις γιαπωνέζικες ταινίες που η δράση τους εκτυλίσσεται σε κάποια παλαιότερη εποχή, στα χρόνια των σαμουράι. Έξω απ’ αυτό άνθρωποι πολλοί συγκεντρωμένοι, φορώντας τα γιορτινά τους. Μερικοί μάλιστα ήταν ντυμένοι με τις παραδοσιακές γιαπωνέζικες αρχοντικές στολές. Συζητούσαν μεταξύ τους σε μικρές παρέες των λίγων ατόμων, σημάδι πως η τελετή για την οποία μου μίλησε ο ταξιτζής δεν είχε αρχίσει ακόμη. Ο πατέρας της Κίκου και του Ακίρα ήταν ένα σημαντικό πρόσωπο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ιαπωνίας και καταγόταν από κάποια σπουδαία παλιά οικογένεια πλουσίων ευγενών που τηρούσε πάντα τις παραδόσεις της χώρας χωρίς καμία παρέκκλιση από αυτές.

Πλησίασα στο μέρος που βρισκόταν το συγκεντρωμένο πλήθος και είπα σε κάποιον, τον πρώτο που βρέθηκε μπροστά μου, πως ήθελα να μιλήσω με την όμορφη κόρη της οικογένειας, με την οποία είχα αναπτύξει μία μεγάλη φιλία κατά τη διάρκεια των σπουδών μας στην Ελλάδα. Όλα αυτά του τα είπα στα αγγλικά, ελπίζοντας ότι θα γνωρίζει κάτι από αυτή τη γλώσσα και θα καταλάβαινε τι έλεγα. Εκείνος με κοίταξε για λίγο ερευνητικά και «περίμενε δυο λεπτά εδώ», μου είπε και χάθηκε κάπου μέσα στο φωταγωγημένο αρχοντικό. Ξαναγύρισε μετά από ελάχιστα λεπτά συνοδευόμενος από τον Ακίρα. Τον γνώρισα αμέσως το νεαρό. Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Ήταν ίδιος με το νεαρό γιαπωνέζο που είχα γνωρίσει μερικά χρόνια πριν στην Αθήνα, όταν είχε επισκεφτεί τότε την Ελλάδα για να δει την αδελφή του, αλλά και να γνωρίσει τη χώρα μας. Είχαμε διαμορφώσει μία καλή σχέση τότε, παρόλο που ήταν μικρότερος, και τον θυμόμουνα πολλές φορές με κάποια συγκίνηση. Ήταν, άλλωστε, ο μονάκριβος αδελφός της Κίκου; Πήγα να του μιλήσω με εγκαρδιότητα, αλλά εκείνος μου έκανε νόημα να μείνω για λίγο σιωπηλός και με τράβηξε λίγο πιο πέρα για να μιλήσουμε, προφανώς, κάπως πιο ελεύθερα, χωρίς να μας ακούει κανένας άλλος δηλαδή από αυτούς που δεν έπρεπε να μας ακούσει. Ήμουνα έτοιμος να του πω πως είχα έρθει, τόσα χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα μου, για να ζητήσω το χέρι της αδελφής του, αλλά τα λόγια που άρχισε να ξεστομίζει πάγωσαν αμέσως την ψυχή μου και κανένας ήχος δεν μπόρεσε να βγει από το στόμα μου μέχρι που τελείωσε το μικρό του λογύδριο.

– Άκου Κυριάκο, μου είπε βλέποντας για πρώτη φορά εκείνη τη στιγμή την ανθοδέσμη που κρατούσα στο δεξί μου χέρι, η Κίκου παντρεύεται σήμερα με ένα νέο μιας σπουδαίας γιαπωνέζικης οικογένειας σε έναν γάμο που τον θέλει πολύ ο πατέρας μας, κι εμείς, όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορούμε κι ούτε μας επιτρέπεται να αντιταχθούμε στην επιθυμία του αυτή. Η απόφαση είναι δική του και πρέπει να την εκτελέσουμε χωρίς αντίρρηση. Ούτε και ο ίδιος δεν μπορεί να πάρει το λόγο του πίσω πια, γιατί αυτό είναι νόμος στην κοινωνία της Ιαπωνίας. Πρέπει να μας καταλάβεις, Κυριάκο. Εδώ, στον κύκλο μας, οι παραδόσεις είναι ισχυρές, ελάχιστοι τις παραβαίνουν και αυτοί είναι πάντα δακτυλοδεικτούμενοι και ο πατέρας μας δεν είναι ο άνθρωπος που θα αναγκαστεί να κάνει κάτι που θα του είναι ντροπιαστικό για την υπόλοιπη ζωή του. Ξέρω, συνέχισε, ότι η Κίκου σε αγαπάει και υποφέρει αυτή τη στιγμή, αλλά αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει σε τίποτα τη ροή των σημερινών γεγονότων. Ο γάμος αυτός, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα γίνει, ο κόσμος να χαλάσει, γιατί κανένας δεν μπορεί να αψηφήσει τις εντολές του πατέρα μας, γι’ αυτό πάρε, σε παρακαλώ, και πάλι το τρένο με το οποίο ήρθες, όσο πιο γρήγορα μπορείς, για να μην αρχίσουν αμέσως οι ψίθυροι, που δεν θα αρέσουν σε κανέναν από εμάς, και γίνει κάποιο σκάνδαλο που θα βλάψει την πολιτική σταδιοδρομία του πατέρα και την τιμή της οικογένειάς μας».

Αρκετά ήταν όσα άκουσα από το στόμα του Ακίρα. Έβλεπα ότι η κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί, ήταν τελειωμένη για μένα και τίποτα δεν μπορούσε να την αλλάξει πια. Η Κίκου δεν βγήκε από το σπίτι για να με συναντήσει ούτε με κάλεσε μέσα, μόνο έστειλε τον αδελφό της να με πληροφορήσει για όσα γίνονταν εκεί και τι έπρεπε να κάνω στη συνέχεια. Ήταν ολοφάνερο πως δεν σκεφτόταν να αψηφήσει την απόφαση του πατέρα της και να τον αναγκάσει, με τον τρόπο αυτό, να αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στην οικογένεια του γαμπρού,

Ήμουνα χαμένος, σε λίγο η Κίκου θα παντρευόταν τον εκλεκτό του πατέρα της κι εγώ έπρεπε να εξαφανιστώ για πάντα από τη ζωή της. Έτσι είπα να φύγω αμέσως από το μέρος εκείνο, για να μην δίνω και στόχο για σχόλια, γιατί είδα με την άκρη του ματιού μου ότι κάποιοι με κοίταζαν με περιέργεια, σαν να ήθελαν να με ρωτήσουν ποιος είμαι και τι κάνω εκεί. Αποφάσισα λοιπόν να γυρίσω αμέσως στο Τόκιο και από εκεί κατευθείαν στην Αθήνα. Έκανα μεταβολή και πήρα τον ίδιο δρόμο από τον οποίο είχα έλθει με το ταξί, με τα πόδια τώρα, ήθελα λίγο χρόνο για να βάλω σε μία τάξη τις σκέψεις μου, ενώ την ίδια στιγμή ένιωθα να χτυπούν χίλια σφυριά ταυτόχρονα τα μηνίγγια μου και να πονάω με έναν τρόπο που δεν είχα νιώσει ποτέ άλλοτε στη ζωή μου.

Μετά από κάποια ώρα που δεν μπορώ να την προσδιορίσω με ακρίβεια βρέθηκα και πάλι στην είσοδο του σταθμού, όπου, για καλή μου τύχη, πληροφορήθηκα πως το τρένο για το Τόκιο, το γνωστό μου πια Shinkansen, θα βρισκόταν εκεί σε είκοσι μόλις λεπτά. Και έτσι έγινε. Αφού έβγαλα εισιτήριο, μπήκα στο βαγόνι που αναγραφόταν σε αυτό και κάθισα αμήχανα στην πρώτη ελεύθερη θέση που βρέθηκε μπροστά μου κι ας μην ήταν η δική μου. Ευτυχώς δεν την αναζήτησε κανείς μέχρι το Τόκιο.

Στη μέση περίπου της διαδρομής μου ήρθε η έμπνευση να γράψω ένα «τάνκα», ποίημα δηλαδή γιαπωνέζικης φόρμας με πέντε στίχους που τόσο πολύ το αγαπούν σε αυτή τη χώρα. Από μικρός άλλωστε έγραφα ποιήματα. Από τότε που γνώρισα την Κίκου εξασκήθηκα σε αυτό το είδος, όταν μου το δίδαξε η αγαπημένη μου, όπως και στο συγγενικό του, το «Χάικου».

Η πόρτα κλειστή
Και τα κλειδιά παρμένα.
Ώρα να φύγω.
Άδειο και το κρεβάτι.
Μοναξιά δίχως τέλος.

Ήμουνα πιο ήρεμος τώρα. Το ποίημα φαίνεται πως εκτόνωσε κάπως τη θολούρα μου. Ο πονοκέφαλος λιγόστεψε κι άλλο. Το τρένο έφτασε στο σταθμό του Τόκιο χωρίς να το καταλάβω. Κοίταξα και πάλι το χαρτί με το ποίημα. «Τι να το κάνω;», μονολόγησα και δίχως να το πολυσκεφτώ το άφησα πάνω στο άδειο κάθισμα. Ίσως κάποιος άλλος να το βρει πιο χρήσιμο από όσο εγώ, φτάνει να ξέρει ελληνικά για να το διαβάσει. Ίσως, παραμένοντας εδώ, στη χώρα των χρυσανθέμων, να πέσει κάποτε στα χέρια της Κίκου, της χαμένης μου αγάπης και εκείνη να αναγνωρίσει τον ποιητή του. Όχι πως θα αλλάξει τίποτα με αυτό, αλλά θα ήταν, ίσως, μία κάποια ικανοποίηση για μένα, τώρα που το πιο αγαπημένο μου Χρυσάνθεμο έφυγε πρόωρα και οριστικά από τη ζωή μου κι εγώ εξακολουθώ να ζω στην πατρίδα μου και πάλι αγκαλιά με μία μοναξιά για την οποία, μέχρι πριν από λίγες ώρες, είχα πιστέψει ότι είχα γλυτώσει για πάντα από αυτήν.

  • Από το βιβλίο: Το πέταγμα της Ίβιδας. Ανθολόγιο διηγημάτων με γιαπωνέζικο θέμα. Εκδόσεις Ελκυστής. Αθήνα 2021.

The following two tabs change content below.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΟΥΣΚΑΡΙΝΗΣ

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εργάστηκε για 36 έτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο» (1980), «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή» (1982), «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου» (1983). Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με τη συνεργασία των: Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης» (1990), την ποιητική συλλογή «Φρυκτωρίες» (2010) και τον τόμο «Άνθη της Εσπερίας» (1994) που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων των Έλιοτ, Πάουντ, Πρεβέ, Απολλιναίρ, Πλαθ, Λήβι, Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων. Έχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής Ένωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή