Δημήτριος Βικέλας: Λουκής Λάρας (απόσπασμα)

by Times Newsroom 1

Ο Λουκής Λάρας, το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του Δημητρίου Βικέλα (πρωτοδημοσιεύτηκε  στην «Εστία» το 1879 και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες), αποτελεί μοναδικό μνημείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας: η δράση του εκτυλίσσεται στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης του ’21, κεντρικό πρόσωπο, ωστόσο, δεν είναι – παραδόξως – κάποιος γενναίος οπλαρχηγός, αλλά ένας νεαρός και άκαπνος γόνος εμπόρων από τη Χίο, που μέσα στο χάος του πολέμου προσπαθεί να επιζήσει και να ξαναχτίσει τη ζωή και την περιουσία του. Ορμώμενος από την αυτοβιογραφική μαρτυρία του Λουκά Ζίφου, ο Βικέλας δημιουργεί έναν γνήσιο αντιήρωα, που όχι μόνο εκπροσωπεί την τάξη των εμπόρων παραμονές της Επανάστασης, αλλά αντικατοπτρίζει και τα ιδανικά της αστικής κοινωνίας του 1878, μιας εποχής συγκρούσεων και μεγαλοϊδεατικών εξάρσεων

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄

Ότε εφθάσαμεν προ της κατοικίας του Μεγάλου Αγά, οι δημογέροντες εισήλθον εντός αυτής, εγώ δ’ έμεινα εις τον δρόμον, καθώς και εις Καταρράκτην, περιμένων και αναλογιζόμενος όσα είδα, προ πάντων δε τα αίματα εκείνα επί του τοίχου υπό τον εξώστην.

Μετ’ ολίγον μ’ έκραξαν και ανέβην εις την αίθουσαν, όπου εκάθητο ο Αγάς. Αιστερόθεν και δεξιόθεν του παρεκάθηντο άλλοι Τούρκοι, σύμβουλοι και πάρεδροί του, εις δε τας άκρας του θαλάμου, παρά την θύραν ίσταντο όρθιοι οι δημογέροντες και άλλοι τινές Χριστιανοί.

Έκλινα ταπεινώς τον αυχένα ενώπιον του μεγαλείου του Αγά. Με ηρώτησε δια του διερμηνέως πόθεν έρχομαι;

  • Από την Ικαρίαν.
  • Πώς ήλθον;
  • Με πλοιάριον.
  • Πότε;
  • Προ τεσσάρων ημερών.
  • Τι θέλω;
  • Άδειαν να πωλήσω εις τα χωρία την πραγματείαν μου.

Εκεί Αράπης οπλοφόρος πλησιάζει τον Αγάν με την χείραν επί του στήθους και την κεφαλήν προς το έδαφος.

  • Αγά μου, λέγει, ο νέος αυτός φορεί υποδήματα φραγκικά και θα είναι κατάσκοπος.

Και δεικνύει δια της μαύρης χειρός του τους πόδας μου. Εστράφησαν προς αυτούς οι οφθαλμοί όλοι και τα ιδικά μου συγχρόνως βλέμματα. Πραγματικώς δεν ήσαν χωρικού υπόδησις αι εμβάδες μου. Τας ηγόρασα εις Τήνον και έκοψα τα πτερά όπου αι ταινίαι εδένοντο, νομίσας ότι ήρκει τοσαύτη προφύλαξις. Δεν προείδα ο άθλιος ότι το σχήμα των ηδύνατο να με προδώση, αλλ’ ουδέ μου είχεν έλθει εις τον νουν ότι ήθελα ποτέ εκληφθή ως κατάσκοπος.

  • Βάλετέ τον εις την φυλακήν, διέταξεν ο Αγάς.

Με ήρπασεν αμέσως ο Αράπης από τον βραχίονα και προτού προφθάσω να είπω λέξιν, άνευ ουδεμιάς περαιτέρω εξετάσεως προς εξακρίβωσιν των υποψιών, τας οποίας τα κατηραμένα μου υποδήματα προεκάλεσαν, με οδηγεί εις στενόν δωμάτιον ημιφωτιζόμενον υπό μικρού φεγγίτου, με ωθεί βιαίως από των ώμων και με κλείει εντός αυτού.

Ταύτα πάντα έγειναν δια μιας, τοσούτον ταχέως, τοσούτον απροσδοκήτως, ώστε ήμην ως ζαλισμένος, ότε ευρέθην εντός της φυλακής. Δεν ήξευρα τι μου γίνεται. Ησθανόμην εισέτι επί των ώμων και του βραχίονος τας βαρείας του Αράπη χείρας, ήκουα την οργίλην προσταγήν του Αγά να με βάλωσιν εις την φυλακήν, ενθυμούμην το εργαστήριον και το πρόσωπον του Τηνίου υποδηματοποιού, εντός δε του σκότους της φυλακής ενόμισα κατά πρώτον ότι ονειρεύομαι.

Άμα οι οφθαλμοί μου συνείθισαν το σκότος, είδα ότι δεν ήμην μόνος εκεί. Δύο χωρικοί εκάθηντο επί του εδάφους. Με παρηγόρησεν η θέα των. Υπάρχουν στιγμαί καθ’ ας ο άνθρωπος επιζητεί την ερημίαν, αλλ’ ως επί το πολύ θέλει και επιθυμεί την κοινωνίαν των ομοίων του.

Ήσαν πατήρ και υιός οι δύο φυλακισμένοι, το δ’ έγκλημά των ήτο η πώλησις μαστίχης. Διότι το ήμισυ περίπου του όλου προϊόντος της νήσου εκρατείτο, ως γνωστόν, δια τα χαρέμια του Σουλτάνου, δεν επετρέπετο δε εις τους χωρικούς να πωλήσωσι το επίλοιπον ειμή εις  μόνον τον Αγάν, όστις ώριζε μόνος του την τιμήν της μαστίχης και την επλήρωνεν όπως και οπότε ήθελεν.·

Ο γέρων με ωμίλησε πρώτος ερωτών τις είμαι και διατί εφυλακίσθην, και διηγήθη αυτόκλητος την ιστορίαν μου. Ο νέος δεν ελάλει, αλλ’ έκλαιε σιωπηλώς·  έκλαιεν, ο δε γέρων, κρατών του υιού την χείρα, διέκοπτε συχνάκις την προς εμέ ομιλίαν, δια να αποτείνη προς εκείνον λόγους ενθαρρύνσεως και παρηγορίας.

Η θέα των δύο εκείνων εκλόνισε την καρδίαν μου. Ενθυμήθην τον πατέρα μου και τον έρημον εις Σπέτσας τάφον του, ενθυμήθην την μητέρα και τας αδελφάς μου περιμενούσας εις Τήνον την επιστροφήν μου, και ανήλθεν εις τους οφθαλμούς η πλημμύρα της λύπης μου, και με κατέλαβε θρήνος και κοπετός, και έχυσα πύρινα δάκρυα. Εφοβούμην τους Τούρκους! Καθώς μ’ εφυλάκισαν ανεξετάστως ως κατάσκοπον, ηδύναντο  επίσης και να με καταδικάσωσι. Τι ήτο δι’ αυτούς ενός Χριστιανού η ζωή; Η δυστυχής μου μήτηρ είχε δίκαιον να με αποτρέπη. Διατί να έλθω εις Χίον;

Προς το εσπέρας μας έδωκαν ελαίας και άρτον, μετ’ ολίγον δε ο Αράπης ελθών μ’ εξήγαγε της φυλακής και μ’ έφερεν εις σκιάδα εντός του κήπου, όπου πέριξ τραπέζης χαμηλής, φορτωμένης από οπώρας ποικίλας, εκάθηντο επί ταπήτων τρεις Τούρκοι και δύο Χριστιανοί. Μεταξύ των πρώτων ανεγνώρισα τον Μουλά Μουσταφά, η δε θέα του μου έδωκε θάρρος, διότι ο άνθρωπος δεν μου εφάνη κακός κατά την τελευταίαν συνοδοιπορίαν μας.

Ήρχισαν εκ νέου να μ’ εξετάζωσι τις είμαι και πόθεν και τι θέλω; Επανελάμβανα δε τας αποκρίσεις της πρωίας. Προς επικύρωσιν των λόγων μου ηθέλησα να επικαλεσθώ του Μουλά την μαρτυρίαν.

  • Αγά μου, δεν με είδες…

Ο Μουλάς έστρεψεν απ’ εμού το πρόσωπον, και εννόησα ότι δεν θέλει να με δώση γνωριμίαν. Ηθέλησα ν’ αλλάξω ομιλίαν, αλλά περιεπλέχθην, η δε σύγχυσίς μου επεσφράγισε την ιδέαν την οποίαν  περί εμού συνέλαβε της νέας χωρικής ο προστάτης, αφ’ ης στιγμής δεν εξετέλεσα ως έπρεπε το περί του άνθους πρόσταγμά του.

  • Φίλοι μου, είπε Τουρκιστί προς τους συνδαιτημόνας του. Δεν είναι δια κατάσκοπος το ανθρωπάριον τούτο. Δεν τα έχει σωστά. Είναι κουτός ο δυστυχής!

Και εξηκολούθησε ταπεινωτέρα τη φωνή μεταξύ των ο περί εμού λόγος, αλλά δεν ήκουα τι έλεγον.

Ο Αράπης μ’ έσυρεν έξω της  σκιάδος και με ωδήγησε πάλιν εις την φυλακήν.

Δεν ήτο εκ των καλλιτέρων νυκτών μου εκείνη, ούτε η επομένη, αναγνώστα μου.

Την επιούσαν απήχθησαν της φυλακής οι δύο χωρικοί και δεν επέστρεψαν, έμεινα δ’ εντός αυτής μόνος και έρημος, μετρών τας ώρας και ελεεινολογών την τύχην μου, και συλλογιζόμενος τι άρα ν’ απέγεινεν ο Παντελής και ο όνος του.

Την επομένην πρωίαν με ωδήγησε πάλιν ο Αράπης ενώπιον του Αγά. Εβάδιζα περίλυπος και καταβεβλημένος. Μία μόνη μου έμεινεν ελπίς, η υπόληψίς μου ως πτωχού το πνεύμα, και ήμην αποφασισμένος να την εκμεταλλευθώ ως τελευταίαν σανίδα σωτηρίας. Ο Αγάς εκάθητο ροφών τον ναργιλέν του. Ο διερμηνεύς ίστατο πλησίον του με τα χείρας εσταυρωμένας επί του στήθους.

  • Προσκύνησε τον Αγάν, είπε. Σου δίδει την ελευθερίαν, αλλ’ επί όρω να υπάγης προς την χώραν, όχι προς τα χωρία, όθεν ήλθες.

Έσκυψα και εφίλησα την άκραν του κρασπέδου του Αγά και υπεχώρησα βήματά τινα. Αλλ εσυλλογίσθην τον Παντελήν και τα βαρέλια μου και τον όρμον, όπου ήλπιζα να εύρω το μέσον της εις την Τήνον επιστροφής.

  • Τι χάσκει εκεί; Ηρώτησεν ο Αγάς.
  • Αγά μου, είπα, αφήκα το υποκάμισόν μου εις το χωρίον και πρέπει να υπάγω να το πάρω.

Δεν εννόησεν ο Τούρκος τι λέγω και ηρώτησε τον διερμηνέα. Εκάγχασεν, ότε τω εξηγήθη η αίτησίς μου.

  • Καλά, είπε, καλά. Σου το φέρουν το υποκάμισόν σου, αλλά συ να υπάγης προς την χώραν.

Επροσκύνησα και απεσύρθην. Εις την θύραν μ’ επερίμενεν ο Αράπης, προτείνων αγερώχως την παλάμην.

  • Τα χαψιάτικα, είπεν!

Είχα λησμονήσει ότι οι φυλακισθέντες υπόκεινται εις του φόρου τούτου την απότισιν. Εξήγαγα του κόλπου μου το σακκούλιον εντός του οποίου είχα ολίγα γρόσια, το προϊόν της έως τότε πωλήσεως εκ του χαβιαρίου μου, και ήρχισα να λύω τους κόμβους μετά προφανούς δυσαρεσκείας. Αλλ’ οι κόμβοι ήσαν πολλοί και περιπεπλεγμένοι, οι δε δάκτυλοί μου δεν έσπευδον εις του εμπλέγματος την λύσιν. Έχασε την υπομονήν ο Αράπης, ή μ’ ελέησεν ίσως, και υψώσας την χείρα  μου την κατεβίβασε ραγδαίαν επί του αυχένος, μου απηύθυνε δύο λέξεις όχι φιλόφρονος αποχαιρετισμού κι ανεχώρησεν.

Ήμην ελεύθερος, η δε θύρα ήτο ανοικτή. Εξήλθα άνευ χρονοτριβής και βάδισα κατ’ ευθείαν προς την έξοδον του χωρίου. Αλλ’ η πύλη ήτο κλειστή και ουδείς παρ’ αυτήν. Ήτο Κυριακή, και οι Χριστιανοί ελειτουργούντο εισέτι εις την εκκλησίαν. Η πρώτη μου ώθησις ήτο να υπάγω κ’ εγώ να ευχαριστήσω τον Θεόν δια την λύτρωσίν μου, αλλ’ υπερίσχυσεν η επιθυμία του να εξέλθω όσω το ταχύτερον από το Θολόν Ποτάμι και να τρέξω εις αναζήτησιν του Παντελή. Έκαμα τον σταυρόν μου εκεί εις το ύπαιθρον, ανέβην επί δένδρου, του οποίου ο κορμός υψούτο παρά την πύλην, επήδησα τον τοίχον και ευρέθην εκτός του χωρίου ελαφρός και αδέσμευτος. Έτρεξα δρομαίος προς την καλύβην όπου ο Παντελής υπεσχέθη να με περιμείνη. Αλλά δύο ημερόνυκτα παρήλθον έκτοτε. Περιμένει άραγε εισέτι;

Η καλύβη ήτο κλειστή. Έκρουσα την θύραν, έκραξα: Παντελή, Παντελή! Αλλ’ ουδείς απεκρίθη.

Όπισθεν της καλύβης ήτο ο σταύλος. Ήνοιξα τον μάνδαλον και εισήλθα εντός αυτού και είδα, ω χαρά μου! είδα τον όνον του Παντελή ησύχως εκεί περιμένοντα. Μη γελάσης, αναγνώστα. Τον ενηγκαλίσθην και τον εφίλησα! Εννόησα ότι ο ευλαβής κύριός του εκκλησιάζεται. Δεν με παρήτησεν ο αγαθός Παντελής! Μετ’ ου πολύ τον είδα επιστρέφοντα. Δεν περιγράφω την αμοιβαίαν της συναντήσεώς μας αγαλλίασιν.

Δημήτριος Βικέλας (Σύρος 1833 – Αθήνα 1908)

Πεζογράφος, ποιητής, μεταφραστής, συγγραφέας φιλολογικῶν καὶ ἱστορικῶν μελετῶν, πρῶτος πρόεδρος τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ἱδρυτὴς τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων.

Ὁ Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στὴν Ἑρμούπολη τῆς Σύρου στὶς 15 Φεβρ. 1833 καὶ ἀπέθανε στὴν Ἀθήνα στὶς 8 Ἰουλ. 1908. Ἦταν γιὸς τοῦ Μανουὴλ Μπικέλα, ἐμπόρου ἀπὸ τὴν Βέρροια, καὶ τῆς Σμαράγδας, κόρης τοῦ ἐμπόρου Γεωργίου Μελᾶ ἀπὸ τὰ Γιάννενα. Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Βικέλας ἀκολούθησε τὴν διαδρομὴ τῆς οἰκογένειάς του: Κωνσταντινούπολη, Ἀθήνα, Ὀδησσός, Σῦρος. Τὸ 1849 εἶχε μιὰ σύντομη θητεία στὸ γραφεῖο τοῦ πατέρα του στὴν Ὀδησσό, ἀπὸ τὸ 1852 δὲ καὶ ἐπὶ 24 χρόνια ἐργάσθηκε στὸ Λονδῖνο, στὴν ἀρχὴ ὡς ὑπάλληλος καὶ ἀπὸ τὸ 1871 ὡς μέτοχος στὴν ἐμπορικὴ ἐπιχείρηση τῶν θείων του Λέοντος καὶ Βασιλείου Μελᾶ.

Ὁ Βικέλας διαμορφώθηκε πνευματικὰ ἔξω ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα. Ἀπὸ τὸ στενὸ συγγενικό του κύκλο ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν θεῖο του Λέοντα Μελᾶ, τὸν συγγραφέα τοῦ Γεροστάθη. Στὸ Λονδῖνο συνδέθηκε μὲ τὴν ἑλληνικὴ ὁμογένεια καὶ ἀπασχολήθηκε σοβαρὰ μὲ τὴν διάσωση τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρα της. Στὶς σχετικές του δραστηριότητες ἐντάσσονται, μεταξὺ ἄλλων, ἡ ἵδρυση, τὸ 1870, ἑλληνικοῦ σχολείου στὸ Λονδῖνο καὶ ἡ ὀργάνωση πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων. Ἡ ἐπαγγελματική του ἐνασχόληση ἔδωσε στὸν Βικέλα τὴν εὐκαιρία νὰ πραγματοποιήσει πολλὰ ταξίδια στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο. Στὸ Παρίσι μάλιστα συνδέθηκε στενὰ μὲ τοὺς ἐκεῖ φιλολογικοὺς κύκλους καὶ δέχθηκε ἐπιδράσεις ὅσον ἀφορᾶ στὶς ἐπιστημονικὲς ἐπιλογές του.

Ἤδη ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1870 ὁ Βικέλας εἶχε ἐπιβληθεῖ στοὺς ἐπιστημονικοὺς κύκλους τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου μὲ ἀξιόλογες ἐπιστημονικὲς μελέτες ἀναφερόμενες στὸ ἑλληνικὸ ἱστορικὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ στὴν νεοελληνικὴ πραγματικότητα. Σημειώνονται ἐνδεικτικὰ οἱ μελέτες του Περὶ Βυζαντινῶν (1874), Sur la nomenclature moderne de la faune Grecque (1879), La Grèce avant la Révolution de 1821 (1884), Le rôle et les aspiration de la Grèce dans la Question d’Orient (1885), La byzantine et moderne – Essais historiques (1893).

Στὴν εὐρωπαϊκὴ διάσταση τῆς προσωπικότητας τοῦ Βικέλα ὀφείλεται καὶ ἡ ἐνεργὸς συμμετοχή του σὲ ποικίλες, φιλολογικὲς κυρίως, διεθνεῖς ἐπιτροπές, καὶ ἰδιαιτέρως ἡ ἐκλογή του, τὸ 1894, ὡς προέδρου τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν ἀνασύσταση τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, θέση ἀπὸ τὴν ὁποία συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν τέλεση τῶν πρώτων Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων στὴν Ἀθήνα, τὴν ἄνοιξη τοῦ 1896.

Ὡς λογοτέχνης ὁ Βικέλας ἀσχολήθηκε μὲ πολλὰ εἴδη τοῦ ἔντεχνου λόγου, τὴν ποίηση, τὴν πεζογραφία, τὴν μετάφραση. Ἡ συμβολή του στὴν νεοελληνικὴ λογοτεχνία εὑρίσκεται στὸ πεζογραφικό του ἔργο, τὸ ὁποῖο μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Στὸ ἔργο αὐτὸ περιλαμβάνονται διηγήματα, τὰ περισσότερα δημοσιευμένα στὴν Ἑστία τὴν δεκαετία τοῦ 1880, καὶ τὸ μυθιστόρημα Λουκῆς Λάρας, ποὺ πρωτοδημοσιεύθηκε ἐπίσης στὴν Ἑστία τὸ 1879 καὶ εἶναι τὸ πιὸ ἀντιπροσωπευτικὸ ἀπὸ τὰ ἔργα του. Ὁ Λουκῆς Λάρας εὑρίσκεται στὸ μεταίχμιο μεταξὺ ἱστορικοῦ μυθιστορήματος καὶ ἠθογραφίας, καὶ ἀναφέρεται στὴν περίοδο τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς ὁποίας ὁ Βικέλας δίνει τὴν ἀτμόσφαιρα μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιπτώσεις τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων στὴν ζωὴ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα στὴν πορεία τοῦ ἥρωά του, τοῦ Λουκῆ Λάρα. Στὸ πεζογραφικὸ ἔργο τοῦ Βικέλα ἀνήκουν ἐπίσης οἱ ταξιδιωτικές του ἐντυπώσεις (Ἀπὸ Νικοπόλεως εἰς Ὀλυμπίαν) σὲ μορφὴ ἐπιστολῶν πρὸς τὸν φίλο του διακεκριμένο Γάλλο ἑλληνιστὴ Saint Hilaire, καὶ τὸ αὐτοβιογραφικό του ἔργο Ἡ ζωή μου. Ἀξιόλογο εἶναι καὶ τὸ μεταφραστικό του ἔργο, κυρίως οἱ μεταφράσεις ἔργων τοῦ Σαίξπηρ καὶ τῶν παραμυθιῶν τοῦ Ἀντερσεν.

Ἡ μακρὰ παραμονὴ τοῦ Βικέλα στὸ ἐξωτερικὸ δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἔχει στενὴ καὶ γόνιμη ἐπαφὴ μὲ τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀνάμειξή του σὲ ζητήματα τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ ὑπάρχει στὰ ἔργα του, ἰδίως στὸν Λουκῆ Λάρα καὶ στὰ διηγήματά του. Ἃς σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι μὲ τὴν ἀρθρογραφία του ὁ Βικέλας προέβαλε συστηματικὰ στὸ ἐξωτερικὸ τὶς ἑλληνικὲς θέσεις καὶ διεκδικήσεις.

Ὁ Βικέλας ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1897, ἔτος σημαδιακὸ γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν ἐπώδυνη ἐμπειρία του ἀπὸ τὴν ἧττα στὸν ἑλληνοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1897. Φύση αἰσιόδοξη καὶ μὲ πρακτικὸ νοῦ ὁ Βικέλας, δραστηριοποιήθηκε ἀμέσως γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ στόχου γιὰ τὴν μόρφωση τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποία θεωροῦσε ὡς τὸ λυσιτελέστερο μέσο γιὰ τὴν ἀνόρθωση καὶ ἀνασυγκρότηση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους τῆς ἐποχῆς. Ἃς ἐλπίζωμεν ὅτι ἡ διόρθωσις θὰ ἔλθη κάτωθεν διὰ τῆς βραδείας ἐξαπλώσεως τοῦ φωτισμοῦγράφει σὲ κείμενό του γιὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1897. Δύο χρόνια ἀργότερα, τὸν Μάιο τοῦ 1899, ὁ Βικέλας ἵδρυσε τὸν Σύλλογο πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, πραγματοποιώντας τὴν ἰδέα ποὺ εἶχε συλλάβει τριάντα χρόνια ἐνωρίτερα, ἀπὸ τὸ 1869, καὶ εἶχε διατυπώσει κατὰ καιροὺς σὲ διαλέξεις καὶ δημοσιεύματα, καὶ ἐδρομολόγησε τὴν δραστηριότητά του πρὸς τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν μόρφωση τοῦ λαοῦ.

Ὁ Δημήτριος Βικέλας ὑπῆρξε «δημιουργὸς παιδείας» σὲ ὁλόκληρο τὸ φάσμα τῶν δραστηριοτήτων του στὸν πνευματικὸ καὶ τὸν κοινωνικὸ τομέα. Ἰδιαιτέρως δέ, ὡς πρὸς τὸ δημιούργημά του, τὸν Σύλλογο πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, ἡ ἐκδοτικὴ σειρὰ τῶν «Ὠφελίμων Βιβλίων», μὲ τὴν πρωτοτυπία καὶ τὴν μεγάλη ἐπιτυχία της, οἱ σχολικὲς βιβλιοθῆκες, οἱ παρεμβάσεις στὰ ἐκπαιδευτικὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς, τὸ Ἐκπαιδευτικὸ Συνέδριο τοῦ 1904 καὶ ἡ Σεβαστοπούλειος Ἐργατικὴ Σχολὴ φέρουν τὴν σφραγῖδα τοῦ Βικέλα καὶ διακρίνονται ἀπὸ τὸ «νηφάλιον πάθος» του.

Δημήτριος Βικέλας (Σῦρος 1833-Ἀθήνα 1908)

Σχόλια

No tags for this post.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή