ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ
… «δαπάνη δημοσία»
Όταν κηδεύεται ο νεκρός «δαπάνη δηνοσία»
πάει να πει πως πρόσφερε κι είχ’ έργο με αξία`
εδώ, όμως, με δημόσια κηδεύονται δαπάνη
των κυβερνώντων «συγγενείς» που… κράταγαν σκαπάνη
ως «σκαπανείς του κόμματος», πιονέροι ιδεολογίας
οσφυοκάμπτες κι εκφραστές θολής «πομφολυγίας»`
ίσως μπορεί στην νιότη τους να έκαναν σπουδαία
αν τότε «αριστερίζανε» με μια… τρελοπαρέα
που ’χε κάποια οράματα για μι’ «άλλη κοινωνία»
δίκαιη και ανθρώπινη κόντρα στην εξουσία!…
*
Αλλάζουν πάντα οι καιροί, αλλάζουν κι οι ανθρώποι
γερνούν και μεταλλάσσονται κι είν’ άλλο από την… νιότη`
το σύστημα πανίσχυρο, ξέρει να ξεχωρίζει
ποιοι παραμένουν συνεπείς και ποιους δεν τους ορίζει
και λέει κρυφά και μουλωχτά: «Καημένε, σαν πεθάνεις
μονάχος την κηδεία σου φρόντισε για να κάνεις`
εμένα μ’ απαρνήθηκες, πάντα μου ’βγαζες γλώσσα
σ’ όλα μου τα κελεύσματα δεν μου ’κανες την… κλώσσα`
και τώρα που “απεδήμησες” και πας μόνος στον τάφο
το ξέρεις σαν κι εσένανε, εγώ ποτέ δεν… θάβω`
γιατί δεν αστειεύομαι, είμαι βία και κράτος
κι εσύ “επαναστάτη” μου, στο φέρετρό σου ράκος!…»
*
Ήταν Τρίτη και Δεκατρείς, του μακρινού Νοέμβρη
τέσσερις μέρες πριν το τανκς της Χούντας, τον καθρέπτη
τον σπάσει, όταν γκρέμισε την κεντρική την πύλη
κι «αγρότες, εργάτες, φοιτητές» γίναμε όλοι φίλοι
και σύντροφοι κι αγωνιστές για την ελευθερία
γιατί η ψυχή μας πόθαγε, ήθος, δημοκρατία…
«Φύλακες» ήμασταν οι τρεις, στην «πύλη της Τοσίτσα»
κι έστριψες Νίκο «τσιγαριά» κι είπες «πάρε τζουρίτσα»
μα άπλωσε το χέρι του ο Αντώνης και το πήρε
«Ρε φιλαράκι, φούμαρε, μ’ εμάς απόψε μείνε»!…
*
Εσύ ποτέ δεν μίλησες για τα «Πολυτεχνεία»
τα «πέρασες» στην τέχνη σου και τα ’κανες μαγεία`
γιατί στο Ντι-Έν-Έι σου, είχες τον Καραϊσκάκη
κι έγραφες εις τα «μήδεα» τον κάθε «Έτσι-Τάκη»!
Γι’ αυτό και δεν σε θάψανε «δαπάνη δημοσία»`
οι κοίρανοι είναι οκνηροί, σε διαρκή ακηδία…
Τώρα σαν αστερόσκονη, κοντά στο Βόρειο Σέλας
καβάλα σ’ άσπρο Πήγασο κι επί επαργύρου σέλας
θα γκιζεράς αγέρωχος, θα λες «Όταν γυρίσω
ξέρω ποιους, πότε και γιατί, εγώ θα τους δαμήσω»!…
