18 Μαΐου γιορτάζουν…

Μνήμη των αγίων μαρτύρων Πέτρου, Διονυσίας, Ανδρέου, Παύλου, Χριστίνης, Ηρακλείου, Παυλίνου και Βενεδίμου, Μνήμη του αγίου μάρτυρος Βεναντίου, Μνήμη των αγίων οκτώ παρθενομαρτύρων, των εν Αγκύρα, Αλεξανδρίας η Αλεξάνδρας, Ευφρασίας, Θεοδότης, Ιουλίας, Κλαυδίας, Ματρώνης, Τεκούσης και Φαεινής, Μνήμη του αγίου μάρτυρος Θεοδότου, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Φήλικος, επισκόπου Σπολέτο, Μνήμη του αγίου μάρτυρος Διοσκόρου, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Ποταμώνος, επισκόπου Ηρακλείας, Μνήμη της αγίας μάρτυρος Γαλακτίας, Μνήμη της αγίας μάρτυρος Ευφρασίας, Μνήμη του αγίου μάρτυρος Ιουλιανού, Μνήμη των αγίων μαρτύρων, κληρικών και λαϊκών, των αναιρεθέντων υπό του αυτοκράτορος Ουάλλη, Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Θεοδώρου, επισκόπου Ρώμης, Μνήμη των αγίων μαρτύρων Δαυίδ και Ταριχάνι, των εκ Γεωργίας, Μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Στεφάνου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μνήμη της οσίας μητρός ημών Αναστασώς, της εν τοις Λευκαδίου, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Μαρτινιανού, του εν τοις Αρεοβίνθου, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Στεφάνου του Χωρηβίτου, του εκ Σινά, Μνήμη του οσίου παρός ημών Μακαρίου του Ιεραποστόλου, του εκ Ρωσίας

by Times Newsroom
  • Μεσοπεντηκοστή
  • Άγιοι Πέτρος, Διονύσιος, Ανδρέας, Παύλος, Χριστίνα, Ηράκλειος, Παυλίνος και Βενέδιμος οι Μάρτυρες
  • Αγίες Τεκούσα, Αλεξανδρία, Κλαυδία, Φαεινή, Ευφρασία, Ματρώνα, Ιουλία και Θεοδότη οι Παρθενομάρτυρες από την Άγκυρα της Γαλατίας και Θεόδοτος ο Μάρτυρας
  • Άγιος Στέφανος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
  • Άγιος Θεόδωρος ο Ιερομάρτυρας Πάπας Ρώμης
  • Άγιοι Μάρτυρες, κληρικοί και λαϊκοί, οι αναιρεθέντες υπό τον αυτοκράτορα Ουάλη
  • Άγιοι Δαβίδ και Ταριχάνι οι Μάρτυρες
  • Άγιος Θεόδοτος ο Μάρτυρας
  • Άγιος Ποταμών ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Ηρακλείας
  • Όσιος Μακάριος ο Ιεραπόστολος
  • Άγιος Βενάντιος ο Μάρτυρας
  • Άγιος Φήλικας ο Ιερομάρτυρας
  • Άγιος Διόσκορος ο Μάρτυρας
************************************************************************************************************
  • Μεσοπεντηκοστή

Την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μας μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Τα βυζαντινά χρόνια, η εορτή της Μεσοπεντηκοστής ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως (Κεφ. 26) του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 μ.Χ. στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (11 Μαΐου 903 μ.Χ.). Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτωρ το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλεύς και πατριάρχης εισήρχοντο επισήμως στον ναό. Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο έπαιρνε μέρος και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλεύς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι.

Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδραση της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.

Ποιό όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. Ωραία το τοποθετεί το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής:

Λιγότερα (-)
«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν,
τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων ἐγέρσεως
Πεντηκοστῇ δέ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων,
καί λάμπει τάς λαμπρότητας
ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα
καί ἑνοῦσα τάς δύο
καί παρεῖναι τήν δόξαν προφαίνουσα
τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» την δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσσίας». Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάρι της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας – μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης καί διαλλάκτης ἡμῶν καί τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ Πατρός». «Διά ταύτην τήν αἰτίαν τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζοντες καί Μεσοπεντηκοστήν ὀνομάζοντες τόν Μεσσίαν τε ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάρι. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που εξελέγη για την ημέρα αυτή (Ιω. 7, 14-30). Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρά αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς η δεν είναι; Είναι η διδασκαλία του Ιησού εκ Θεού ή δεν είναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού η κατασκευάσασα τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία. Εκλέγομε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια, το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. δ’ ήχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
ἔλεγον οἱ Ἰουδαῖοι·
Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μή μεμαθηκώς;
ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶ ἡ Σοφία
ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, που έλαβε χώρα μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων «τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. Αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράση του Κυρίου.« Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 37-38). Και σχολιάζει ο Ευαγγελιστής.« Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ιω. 7, 39). Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξ’ άλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής. Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον, που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.« Ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος» (Ιω. 7, 38). «Καί γενήσεται αὐτῷ πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», εἶπε στήν Σαμαρείτιδα» (Ιω. 4, 14). Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτεμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. Διαλέγομε τρεις, τους πιο χαρακτηριστικούς: Το κάθισμα του πλ. δ’ ήχου προς το «Τήν Σοφίαν καί Λόγον», που ψάλλεται μετά την γ’ ωδή του κανόνος στην ακολουθία του όρθρου:

«Τῆς σοφίας τό ὕδωρ καί τῆς ζωῆς
ἀναβρύζων τῷ κόσμῳ, πάντας, Σωτήρ,
καλεῖς τοῦ ἀρύσασθαι
σωτηρίας τά νάματα·
τόν γάρ θεῖον νόμον σου
δεχόμενος ἄνθρωπος,
ἐν αὐτῷ σβεννύει
τῆς πλάνης τούς ἄνθρακας.
Ὅθεν εἰς αἰῶνας
οὐ διψήσει, οὐ λήξει
τοῦ κόρου σου δέσποτα, βασιλεῦ ἐπουράνιε.
Διά τοῦτο δοξάζομεν
τό κράτος σου, Χριστέ ὁ Θεός,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν αἰτούμενοι
καταπέμψαι πλουσίως
τοῖς δούλοις σου».
Το απολυτίκιο και το κοντάκιο της εορτής, το πρώτο του πλ. δ’ και το δεύτερο του δ’ ήχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διψῶσάν μου τήν ψυχήν
εὐσεβείας πότισον νάματα·
ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας·
Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.
Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».

«Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης
ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης
πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός·
Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας.
Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν·
Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν,
σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν».
Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

«Ὁ τόν κρατῆρα ἔχων
τῶν ἀκενώτων δωρεῶν,
δός μοι ἀρύσασθαι ὕδωρ
εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν·
ὅτι συνέχομαι δίψῃ,
εὔσπλαγχνε μόνε οἰκτίρμον».
Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Η έλλειψη ιστορικού υποβάθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακενώτου ύδατος. Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατήντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής η του αγίου Πνεύματος η της αγίας Τριάδος η των Εισοδίων η της Κοιμήσεως της Θεοτόκου η και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Μεσούσης τῆς ἑορτῆς διψῶσάν μου τήν ψυχήν εὐσεβείας πότισον νάματα· ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’.
Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός· Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας. Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν· Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν, σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Μεσούσης ἐπέστης τῆς ἑορτῆς, Οἰκτίρμων διδάσκων, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ἱεροῦ, δεῦτε οἱ διψῶντες, προσέλθετε καὶ ὕδωρ, ἐκ τῆς πηγῆς τῶν ὅλων, πάντες ἀρύσασθε.

  • Άγιοι Πέτρος, Διονύσιος, Ανδρέας, Παύλος, Χριστίνα, Ηράκλειος, Παυλίνος και Βενέδιμος οι Μάρτυρες.
Όλοι αυτοί οι Άγιοι μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Ο Πέτρος ήταν από τη Λάμψακο, και όταν τον έφεραν μπροστά στον άρχοντα να θυσιάσει στην Αφροδίτη, αυτός ομολόγησε με παρρησία το Χριστό. Τότε, συνέτριψαν όλο το σώμα του με αλυσίδες και ξύλα, και έτσι παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Ο Παύλος και ο Ανδρέας ήταν από τη Μεσοποταμία, στρατιώτες του Δεκίου. Όταν πήγαν στην Αθήνα, έγιναν στρατιώτες Χριστού, και μαζί με το Διονύσιο και τη Χριστίνα, όλοι μαζί λιθοβολήθηκαν. Οι δε Ηράκλειος, Παυλΐνος και Βενέδημος, ήταν από την Αθήνα. Εκεί, έδιναν σκληρό αγώνα κατά της πλάνης των ειδώλων και των φιλοσόφων που πολεμούσαν τη χριστιανική θρησκεία. Αφού, λοιπόν, τους έπιασαν και τους βασάνισαν, τελικά τους αποκεφάλισαν.
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῶν ἀθλοφόρων τὸν ὀκτάριθμον δῆμον, μαρτυρικοὶς ἐγκωμιάσωμεν ὕμνοις, Παυλῖνον Διονύσιον καὶ Πέτρον ὁμοῦ, Ἀνδρέαν καὶ Βενέδιμον, τὸν θεόφρονα Παῦλον, Ἡράκλειον τὸν ἔνδοξον, καὶ Χριστίναν τὴν θείαν οὗτοι καὶ γὰρ πρεσβεύουσιν ἀεί, ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Χριστῷ τῷ θεῷ ἠμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Διαφόρων πόλεων ἐξωρμημένοι, οὐρανίου πόλεως, πολῖται ὢφθητε σεπτοί, χορόν λαμπρόν συγκροτήσαντες Μάρτυρες θεῖοι, Τριάδος ὑπέρμαχοι.
  • Αγίες Τεκούσα, Αλεξανδρία, Κλαυδία, Φαεινή, Ευφρασία, Ματρώνα, Ιουλία και Θεοδότη οι Παρθενομάρτυρες από την Άγκυρα της Γαλατίας και Θεόδοτος ο Μάρτυρας. 
Κατάγονταν από την Άγκυρα της Γαλατίας, αφιερωμένες ολόψυχα στην υπηρεσία του Ευαγγελίου και ήταν από τις μεγαλύτερες υπηρέτριες και αθλήτριες της χριστιανικής πίστης. Προθυμότατες πάντοτε στα έργα του ελέους και της φιλανθρωπίας, συνεργάζονταν συγχρόνως στο να ελκύουν είδωλολάτρισσες στους κόλπους της Εκκλησίας. Καταγγέλθηκαν για το έργο τους και αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα. Τότε παραδόθηκαν από τον άρχοντα Άγκυρας Θεότεκνο στους στρατιώτες για να τις διαφθείρουν. Επειδή όμως, χάριτι Θεού, διαφυλάχτηκαν αγνές, όλες τις έπνιξαν στα βάθη της εκεί λίμνης. Ο Θεόδοτος (βλέπε και 7 Ιουνίου), του οποίου η θεία ήταν μία από τις Άγιες εκείνες γυναίκες, η Τεκούσα, ανέσυρε τη νύκτα τα λείψανα τους και τα έθαψε. Ανακαλύφθηκε όμως και επειδή δεν θέλησε ν’ αρνηθεί τον Χριστό, τον αποκεφάλισαν μετά από πολλά βασανιστήρια. Και τον κάνει ακόμα αξιέπαινο το γεγονός ότι, ήταν οικογενειάρχης και άφηνε πίσω του χήρα και ορφανά.
  • Άγιος Στέφανος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. 
Ο Άγιος Στέφανος ήταν γιος του αυτοκράτορα Βασιλείου του Μακεδόνα και της Ευδοκίας και γεννήθηκε το 867 μ.Χ. Είχε κάνει μαθητής και σύγκελλος του μεγάλου Φωτίου, και μετά τη δεύτερη πατριαρχία αυτού κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο ενώ βασίλευε ο αδελφός του Λέων ο Σοφός (886 – 912 μ.Χ.) το έτος 886 μ.Χ. Ο Πατριάρχης Στέφανος ο Α’ ήταν άνδρας βαθειάς ευσέβειας. Όταν κάποτε αρρώστησε βαρεία και θεραπεύτηκε, αφού έκανε χρήση αγιάσματος της Ζωοδόχου Πηγής, ευγνωμονώντας δώρισε στο ναό της τα πολυτιμότατα άμφια του, με τα όποια, αφού κατάλληλα μετασκεύασε, περιέβαλλε την αγία τράπεζα του ναού εκείνου κατά την ήμερα της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. Τους συγγενικούς του βασιλικούς δεσμούς, χρησιμοποίησε όσο μπορούσε για τη βοήθεια των πτωχών. Πέθανε το Μάιο του 893 μ.Χ. σε ηλικία 26 ετών και ενταφιάσθηκε στη μονή του Αγίου Γεωργίου «εν τω Δευτέρω», την επιλεγόμενη του Συκιώτου. Πιθανόν θεωρείται, ότι επί της πατριαρχείας του εκδόθηκε το πρώτο Σύνταγμα των επισκόπων του Οικουμενικού Θρόνου.
  • Άγιος Θεόδωρος ο Ιερομάρτυρας Πάπας Ρώμης. 
Οι Συναξαριστές γράφουν ότι θανατώθηκε ξεώμενος. Ο Άγιος Ιερομάρτυς Θεόδωρος θεωρείται Έλληνας στην καταγωγή, αλλά γεννήθηκε στην Παλαιστίνη. Έγινε επίσκοπος Ρώμης επί Κώνσταντος του Β’ κατά το 642 και πέθανε το 649. Τάχθηκε ευθύς κατά της «Εκθέσεως», αυτοκρατορικού διατάγματος διά του οποίου ο Ηράκλειος είχε ομολογήσει το Μονοθελητισμό και αγωνίσθηκε υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως κατά των αιρετικών Μονοθελητών. Υπάρχει όμως αμφιβολία αν αυτός υπήρξε ιερομάρτυρας, διότι στον κατάλογο των Παπών ούτε ο Θεόδωρος ο Α’ ούτε ο Θεόδωρος ο Β’ (897), που επισκόπευσε 20 μόνο ήμερες με τον Στέφανο τον ΣΤ’ και Ρωμανό, αναγράφονται μεταξύ των Αγίων.
  • Άγιοι Μάρτυρες, κληρικοί και λαϊκοί, οι αναιρεθέντες υπό τον αυτοκράτορα Ουάλη. 
Όταν ο ασεβής αυτοκράτορας Ουάλης (364-378 μ.Χ.) διέμενε στη Νικομήδεια, επιτροπή από ογδόντα Ορθόδοξους κληρικούς, επισκέφθηκε αυτόν, για να συνομιλήσει επί του ζητήματος του Αρείου. Οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες τελειώθηκαν μαρτυρικά, αφού τους έβαλαν σε πλοίο, το οποίο κατέκαψαν κοντά στη Δακυβίζη ή Δακυμίζη. (Η μνήμη τους κατά τον Συναξαριστή Delehaye και κατά τον Κώδικα 53 της Μονής Βλατεών).
  • Άγιοι Δαβίδ και Ταριχάνι οι Μάρτυρες.
Οι Άγιοι Μάρτυρες Δαβίδ και Ταριχάνι ήταν αδέλφια και μαρτύρησαν το 693 μ.Χ., κατά τους χρόνους του Πέρση βασιλέως Αμπντούλ, διότι αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν και να ασπασθούν τον Μουσουλμανισμό.
  • Άγιος Θεόδοτος ο Μάρτυρας.

Ο Άγιος Μάρτυς Θεόδοτος ήταν ανεψιός της Αγίας Μάρτυρος Τεκούσης και μαρτύρησε στην Άγκυρα το 304 μ.Χ., κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.). Αφού ανέσυρε κατά τη νύχτα τα ιερά λείψανα των Αγίων γυναικών, ενταφίασε αυτά με ευλάβεια. Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό ο τύραννος Θεότεκνος, συνέλαβε τον Άγιο και μετά από πολλά βασανιστήρια τον αποκεφάλισε, τα δε ιερά λείψανα αυτών παρέδωσε στην πυρά.

  • Άγιος Ποταμών ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Ηρακλείας. 
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ποταμών ήταν Επίσκοπος Ηρακλείας της Αιγύπτου και ένθερμος υπερασπιστής της ορθοδόξου πίστεως και του Μεγάλου Αθανασίου. Το 310 μ.Χ. συνελήφθη και φυλακίσθηκε σε ορυχεία. Συμμετείχε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο και την Σύνοδο της Τύρου το 335 μ.Χ. Μαρτύρησε το 340 μ.Χ., από τους αιρετικούς οπαδούς του Αρείου.
  • Όσιος Μακάριος ο Ιεραπόστολος. 
Ο Άγιος Μακάριος, ο Ιεραπόστολος των Αλταΐων, γεννήθηκε το 1792 μ.Χ. Σπούδασε στην εκκλησιαστική ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως και διακρίθηκε για την μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στη Ρωσική γλώσσα. Εκεί συνδέθηκε με τον Μητροπολίτη Φιλάρετο και χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Το 1821 μ.Χ. έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη. Δίδαξε στις σχολές του Αικατερινοσλάβ και της Κοστρόμα και το 1829 μ.Χ. έφυγε, για να εργασθεί ιεραποστολικά στη Σιβηρία. Ίδρυσε στην Επισκοπή του Τομσκ το ιεραποστολικό πνευματικό σεμινάριο και επεξέτεινε την ιεραποστολική του δράση μέχρι την περιοχή των Αλταΐων. Το 1843 μ.Χ. αποσύρθηκε στη μονή Μπολκχώβ της επαρχίας του Ορέλ, όπου κοιμήθηκε με ειρήνη.
  • Άγιος Βενάντιος ο Μάρτυρας. 
Ο Άγιος Μάρτυρας Βενάντιος άθλησε στην πόλη Καμερίνο, κοντά στην πόλη Αγκώνα της Ιταλίας το 250 μ.Χ. Οι ειδωλολάτρες τον συνέλαβαν, τον κρέμασαν και τον έκαψαν και τέλος τον αποκεφάλισαν.
  • Άγιος Φήλικας ο Ιερομάρτυρας.
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Φήλικας ήταν Επίσκοπος της πόλεως Σπολέτο της Ουμβρίας της Ιταλίας και μαρτύρησε το 304 μ.Χ., επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού.
  • Άγιος Διόσκορος ο Μάρτυρας.
Ο Άγιος Μάρτυς Διόσκορος μαρτύρησε στην Κυνόπολη της Αιγύπτου το 305 μ.Χ., επειδή ήταν Χριστιανός και κήρυττε το Ευαγγέλιο του Θεού.
ΠΗΓΗ: http://www.saint.gr

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή