20 Ιουνίου γιορτάζουν…

by Times Newsroom 1
  • Κυριακή της Πεντηκοστής
  • Άγιος Μεθόδιος ο Ιερομάρτυρας επίσκοπος Πατάρων
  • Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας
  • Όσιος Κάλλιστος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
  • Κατάθεσις των Ιερών Λειψάνων και Περιβολαίων των Αγίων Αποστόλων Λουκά, Ανδρέου και Θωμά, του προφήτου
  • Ελισσαίου και του μάρτυρος Λαζάρου
  • Άγιοι Δύο Ασκητές
  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Οδηγήτριας
  • Όσιος Αθανάσιος ο θαυματουργός ο Πεντασχινίτης Κύπρου

************************************************************************************************************

  • Κυριακή της Πεντηκοστής

«Τη αυτή ημέρα, Κυριακή ογδόη από του Πάσχα, την αγίαν Πεντηκοστήν εορτάζομεν. Πνοή βιαία γλωσσοπυρσεύτως νέμει, Χριστός το θείον Πνεύμα τοις Αποστόλοις. Εκκέχυται μεγάλω ενί ήματι Πνεύμ’ αλιεύσι. Ταις των αγίων Αποστόλων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν»

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς, οι Απόστολοι και οι υπόλοιποι μαθητές του, καθώς και οι γυναίκες που από την αρχή τον είχαν ακολουθήσει, η Παναγία Παρθένος Μαρία η Μητέρα του, περίπου 120 άτομα, γύρισαν στο όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ και, μπαίνοντας στο υπερώο, δηλαδή στον πάνω όροφο του σπιτιού εκεί, περίμεναν με προσευχή την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με την υπόσχεση του Σωτήρα Χριστού. Στο μεταξύ εκεί, εξέλεξαν και τον Ματθία και τον συναρίθμησαν με τους ένδεκα Αποστόλους.

Τότε αυτοί πληρωθέντες από το Πνεύμα το Άγιο, άρχισαν να κηρύττουν και να καλούν τους ανθρώπους να βαπτισθούν και να λάβουν κι αυτοί την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ό,τι είχαν ακούσει και ζήσει κοντά στο Χριστό και δεν το είχαν τότε κατανοήσει, τώρα εν Αγίω Πνεύματι το γνώρισαν και το επαγγέλλονται στο λαό.

Τώρα γνωρίζουν ποια είναι η προοπτική της καινής ζωής και που πρέπει να οδηγήσουν το λαό, γι’ αυτό και τους πρώτους τρεις χιλιάδες που βαπτίστηκαν, τους οδηγούν στο Δείπνο της Ζωής, την Τράπεζα της Θείας Ευχαριστίας, όπου στο εξής θα βρίσκεται συναγμένη η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, θα τρέφεται με το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και θα συμμετέχει έτσι στην αιώνια ζωή της Βασιλείας του Θεού.

Με την Πεντηκοστή δεν γεννήθηκε η Εκκλησία ως απλός θεσμός, αλλά ως συνεχής παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, και γι’ αυτό η Πεντηκοστή δεν είναι ένα γεγονός που συνέβη μια φορά κάποτε, αλλά είναι η ζωή της Εκκλησίας, ως αδιάκοπη κοινωνία του Αγίου Πνεύματος.

Η Πεντηκοστή, αποτελεί τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ήχος πλ. δ’.
Εὐλογητὸς εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους, τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ δι’ αὐτῶν, τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας· φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄.
Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε· καὶ συμφώνως δοξάζομεν, τὸ πανάγιον Πνεῦμα.

  • Άγιος Μεθόδιος ο Ιερομάρτυρας επίσκοπος Πατάρων

Ο Άγιος Μεθόδιος έζησε κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Η σπάνια αρετή του και η μεγάλη μόρφωση που τον διέκρινε τον ανέβασαν στον επισκοπικό θρόνο των Πατάρων. Σαν επίσκοπος, επεδίωκε να επιτελεί τέλεια τα καθήκοντα του. Ο φωτιστικός λόγος του, σε συνδυασμό με το άγιο παράδειγμα του, έτρεφε τις ψυχές των ανθρώπων του ποιμνίου του. Ήταν ακοίμητος φρουρός του ορθοδόξου δόγματος και αποφασισμένος σε όλη του τη ζωή «φυλάσσειν τὰ δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων» (Πράξεις των Αποστόλων, ιστ’ 4). Να φυλάττει, δηλαδή, τις αποφάσεις, που είχαν οριστικά κριθεί σαν μόνες ορθές από τους Αποστόλους. Γι’ αυτό και πέτυχε μετά από συστηματικό αγώνα να περιορίσει σημαντικά στην επαρχία του τους οπαδούς των λανθασμένων δοξασιών του Ωριγένη. Όμως, αυτοί οι λίγοι που έμειναν, για να εκδικηθούν, κατάφεραν να βάλουν δικό τους υπηρέτη κοντά στο Μεθόδιο. Και κάποια μέρα που ο επίσκοπος αρρώστησε, τον σκότωσε με μαχαίρι. Αλλά ενώ τον μαχαίρωνε, ο Μεθόδιος άκουσε το δολοφόνο να λέει: «έτσι σκοτώνουν οι Ωριγενιστές». Τότε μειδίασε ελαφρά και έγειρε το κεφάλι του ευχαριστημένος, παραδίδοντας το πνεύμα του στον Κύριο. Ήταν η χαρά, διότι έπεφτε θύμα του καθήκοντος του να διαφυλάττει τα ορθά δόγματα της Εκκλησίας.

Ο Σ. Εύστρατιάδης όμως, στο Αγιολόγιο του, έχει άλλη γνώμη περί των βιογραφικών στοιχείων του Αγίου αυτού και την παραθέτουμε ως έχει: «Ἤκμασε περὶ τὰ τέλη τοῦ γ´ καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ δ´ αἰώνος· κατὰ τὸν Ἱερώνυμον (De Νirill. 83) καὶ τὸν ἱστορικὸν Σωκράτην (Ἐκκλ. Ἱστ. 6,13) ἦν οὐχὶ Πατάρων ἐπίσκοπος, ἀλλὰ Ὀλύμπου τοῦ ἐν Λυκίᾳ καὶ εἴτα ἐπίσκοπος Τύρου (τῆς Φοινίκης), κατ᾿ ἄλλην δὲ γνώμην, ἐπίσκοπος Φιλίππων τῆς Μακεδονίας. Ἡ τοιαύτη πλάνη, τοῦ νὰ λέγεται Πατάρων ἐπίσκοπος, προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι ὁ περὶ ἀναστάσεως διάλογος αὐτοῦ ἐκτυλίσσεται εἰς τὰ Πάταρα. Ὁ Μεθόδιος ἦν διαπρεπὴς ἀρχιερεὺς καὶ πλατωνικὸς φιλόσοφος, ἀντίπαλος σφοδρὸς τῶν Ὠριγενιστῶν καὶ ποιητὴς δόκιμος, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ περισωθέντος ἔργου αὐτοῦ «Συμπόσιον τῶν δέκα παρθένων ἢ περὶ ἁγνείας». Κατὰ τὸν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ διωγμὸν ὑπέστη τὸν μαρτυρικὸν θάνατον ἐν Χαλκίδι (τῆς Συρίας).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς στύλος ἀκλόνητος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, καὶ λύχνος ἀείφωτος τῆς οἰκουμένης σοφέ, ἐδείχθης Μεθόδιε· ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ τοῦ μαρτυρίου, ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τὴν σκοτόμαιναν μάκαρ, διὸ ἐν παρρησίᾳ Χριστῷ, πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. θείας πίστεως.
Θείαν μέθοδον τῆς εὐσεβείας ἐθησαύρησας τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς ἱεράρχης καὶ μάρτυς, Μεθόδιε· σὺ γὰρ σοφίας τὸν πλοῦτον δρεψάμενος, ἀθλητικῶς τὸ σὸν τάλαντον ηὔξησας. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.
Θυσιαστήριον τερπνὸν τὴν καρδίαν, ἀποτελέσας ἐν αὐτῷ ἀναιμάκτους, Ἱερουργὲ προσήγαγες θυσίας Θεῷ, ἀθλήσας δὲ στερρότατα, καὶ τυθεὶς προσηνέχθης, θυσία ὦ Μεθόδιε, δι’ ἡμᾶς τῷ τυθέντι, ὃν ἐκτενῶς ἱκέτευε ἀεί, πάντας σωθῆναι, τοὺς πόθῳ ὑμνοῦντάς σε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν Ὁσίων ἡ καλλονή, καὶ αἱρετιζόντων, ὁ θειότατος ἐλεγκτής, τῶν Ἀρχιερέων, τὸ καύχημα τὸ μέγα, καὶ κλέος τῶν Μαρτύρων, Πάτερ Μεθόδιε.

  • Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας

Ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1322 μ.Χ. και ήταν ανεψιός του Νείλου Καβάσιλα, ο οποίος χρημάτισε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Χαμαετός, κράτησε όμως το μητρικό επώνυμο Καβάσιλας προφανώς λόγω της ισχυρής παρουσίας του Θείου του. Έκανε λαμπρές σπουδές ρητορικής, Θεολογίας, φιλοσοφίας και φυσικών επιστημών στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Για ένα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζινού ο οποίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκάρη μοναχός και διέμενε στην περιώνυμη Μονή των Μαγγάνων.
Ο Άγιος ασπάσθηκε τις απόψεις και ιδέες του Γρηγορίου Παλαμά για τον ανατολικό μυστικισμό και το ησυχαστικό πνεύμα. Υπήρξε πολυγραφότατος και πληθωρικός συγγραφέας αξιολογότατων Θεολογικών, ερμηνευτικών, λειτουργικών, ασκητικών και διδακτικών έργων, ως και περίφημων πανηγυρικών λόγων, επιστολών, επιγραμμάτων και κειμένων πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου.
Μετά από πολλές περιπέτειες για τις απόψεις του περί ορθοδόξου μοναχισμού και δη κατά των Βαρλαάμ και Ακινδύνου, εκοιμήθη ειρηνικά λίγο μετά το 1391 μ.Χ.. Η Αγιοκατάταξη του έγινε στις 19 Ιουλίου του 1983 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος διδάσκαλος, καὶ ὑποφήτης σοφός, δογμάτων τῆς πίστεως, καὶ ἀρετῶν ἱερῶν, Νικόλαε Ὅσιε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ βίου καὶ λόγου. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τῇ σῇ δόξῃ καυχάται, καὶ πόθῳ ἑορτάζει, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.

Κοντάκιον
Ἦχος β´. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Λόγῳ ἐνθέῳ ἀνύων τὸν βίον σου, περιφανὴς ἐν σοφίᾳ καὶ χάριτι, καὶ ἐν λόγου δυνάμει γενόμενος, τῆς εὐσεβείας διδάσκαλος πέφηνας· διὸ σὲ ὑμνοῦμεν Νικόλαε.

Κάθισμα
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ κόσμου ὑπέρτερος, καίτοι ἐν κοσμῶ τελῶν, ἐδείχθης Νικόλαε, δι᾿ ἐγκρατείας πολλῆς, καὶ γνώμης στεῤῥότητι· ὅθεν σε μετὰ τέλος, ἡ οὐράνιος δόξα, δέδεκται θεοφόρε, ὡς θεράποντα θεῖον καὶ νῦν σὺν τοῖς Ἀγγέλοις, ὑπὲρ ἡμῶν ἱκέτευε.

Ὁ Οἶκος
Ἀπὸ νεότητος σοφέ, ἀνατεθεὶς Κυρίῳ, τῶν ἐνταλμάτων τοῦ Θεοῦ, ἐν διανοίᾳ καθαρᾷ, ἐβάδισας τὰς τρίβους· καὶ τῆς σοφίας καταλαβὼν τὸ ἄκρον, πολὺς ἐν φρονήσει, καὶ μέγας ἐν γνώσει παντοδαπεῖ ἀνεδείχθης ἐν τῷ κόσμῳ· τῆς γὰρ σαρκὸς νεκρώσας τὸ φρόνημα, τῆς ζωηφόρου ἐνεργείας τοῦ Παρακλήτου τὰς διαδόσεις εἰσεδέξω, καὶ τῆς εὐσεβείας μυσταγωγεὶς τὴν λαμπρότητα, καὶ ἐναρέτου ζωῆς τὴν ἀκρίβειαν, καὶ τῶν θείων δογμάτων τὸ ἀπαραχάρακτον κῦρος, ὡς ἀληθείας ὑποφήτης θεόσοφος, καὶ τοῦ Χριστοῦ θεράπων γνήσιος· διὸ σὲ ὑμνοῦμεν Νικόλαε.

Μεγαλυνάριον
Λόγῳ καὶ σοφία πνευματικῇ, λαμπρῶς διαπρεπῶν, ὡς τῷ βίῳ διαπρεπής, διδάσκαλος θεῖος, τῆς Ἐκκλησίας ὤφθης, Νικόλαε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

  • Όσιος Κάλλιστος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κάλλιστος Α΄, ήταν θιασώτης των αντιλήψεων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Πασίγνωστος για την ευρυμάθειά του ο Κάλλιστος, ως μοναχός της Μονής των Ιβήρων του Αγίου Όρους έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως για την πραότητα και την εγκράτειά του κυρίως, όμως, αναγνωριζόταν ως ένας από τους ουσιαστικότερους εκπροσώπους των ησυχαστών στο Άγιο Όρος.

Γεννήθηκε περί το τέλος του 13ου αιώνα μ.Χ. Προγυμνάσθηκε στο μοναχικό βίο και τη θεωρία του ησυχασμού στη σκήτη του Μαγουλά έχοντας ως δασκάλους τους αδελφούς της σκήτης Ησαΐα, Κορνήλιο και Μακάριο. Στη σκήτη αυτή του Αγίου Όρους συναντήθηκε με τον Άγιο Αθανάσιο των Μετεώρων (βλέπε 20 Απριλίου) τον οποίο βοήθησε να κτίσει, κατά το διάστημα της δεύτερης πατριαρχίας του (22 Ιουνίου 1354 μ.Χ. – 20 Ιουνίου 1364 μ.Χ.) το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στα Μετέωρα.

Εμφορούμενος από πνεύμα συνέσεως, υπομονής και αγάπης, ο μοναχός Κάλλιστος, έγινε μαθητής του Οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου (βλέπε 6 Απριλίου), το βίο του οποίου και συνέγραψε. Στη σκήτη του Μαγουλά ο Κάλλιστος χειροτονήθηκε ιερέας και έμεινε σ’ αυτήν έως και το 1340 – 1341 μ.Χ. χρονολογία συντάξεως του αγιορείτικου τόμου «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» στον οποίο και υπέγραψε ως αδελφός της σκήτης.

Αγαπημένος μαθητής του Οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου συνόδευσε το δάσκαλό του στην έρημο των Παρορίων όπου και οικοδόμησαν κελιά, για να στεγάσουν το αυξανόμενο πλήθος των μαθητών του Oσίου. Ο Κάλλιστος αφού έμεινε κοντά στο δάσκαλό του για μικρό χρονικό διάστημα επέστρεψε στο Άγιο Όρος, όπου, μετά το 1340 – 1341 μ.Χ. εγγράφεται στο μοναχολόγιο της Μονής των Ιβήρων.

Αυτήν την εποχή, στα όρια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η προς το Θεό ένωση των χριστιανών έπαψε να υπάρχει και οι ομόφυλοι αντίπαλοι έως θανάτου έγιναν. Με τη συνέργια του πονηρού η αγάπη διώχθηκε, η ένωση που επιτυγχάνεται με το της παλιγγενεσίας και της θεογενεσίας λουτρό διαλύθηκε. Το έθνος απ’ άκρου εις άκρον τον εαυτό του πολεμά και υπό του εαυτού του πολεμιέται, καθώς, η εμφύλια διαμάχη που είχε ξεσπάσει στο Βυζάντιο, στην αρχή μεταξύ του Ανδρόνικου Β΄ (1282 – 1328 μ.Χ.) και του Ανδρόνικου Γ΄ (1328 – 1341 μ.Χ.) προξένησε μεγάλες συμφορές σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας.

Η ερήμωση της χώρας από τις ληστρικές επιδρομές και τις πολεμικές επιχειρήσεις κυρίως, κατά τη δεύτερη φάση του εμφυλίου σπαραγμού, διόγκωσε την κοινωνική εξαθλίωση γεγονός που δεν άφησε αδιάφορους τους μοναχούς του Αγίου Όρους. Το 1342 μ.Χ. η Ιερά Κοινότητα του Άγίου Όρους συγκροτεί επιτροπή ειρηνεύσεως και συνδιαλλαγής την οποία στέλνει στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να συμφιλιώσει τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου Ιωάννη Καντακουζηνό (1347 – 1354 μ.Χ.) και Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο (1341 – 1391 μ.Χ.) που βρισκόταν σε αλληλομαχία. Ηγετική φυσιογνωμία αυτής της επιτροπής ήταν ο ενάρετος και πεπαιδευμένος ιερομόναχος Κάλλιστος που εντυπωσίασε, παρά το ατελέσφορο της ειρηνευτικής προσπάθειας, τους αντιμαχόμενους Βασιλείς. Με την επιστροφή του από τη βασιλεύουσα στο Άγιο Όρος ο ιερομόναχος Κάλλιστος διορίζεται από την Ιερά Κοινότητα μέλος της επιτροπής του αντιαιρετικού κατά των Βογόμιλων αγώνα, την κακόδοξη διδασκαλία των οποίων ανέκοψε στα πρώτα της βήματα στο Άγιο Όρος, ορθοτομώντας το λόγο της αληθείας.

Μετά την παραίτηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Ισιδώρου (17 Μαΐου 1347 μ.Χ. – 2 Δεκεμβρίου 1349 μ.Χ.), τον Οικουμενικό Θρόνο κόσμησε ο αγιορείτης ιερομόναχος Κάλλιστος, ύστερα από πρόταση του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού, ο οποίος έστειλε τριήρη στο Άγιο Όρος για να μεταφέρει στη βασιλεύουσα το νέο Οικουμενικό Πατριάρχη. Στις 10 Ιουνίου του 1350 μ.Χ. με ψήφους κανονικές γίνεται η εκλογή και η ενθρόνιση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κάλλιστου Α΄ που διοίκησε την Ορθόδοξη Εκκλησία ως και τις 27 Νοεμβρίου του 1353 μ.Χ. οπότε, αρνούμενος να συναινέσει στον παραγκωνισμό του νόμιμου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου από τον Καντακουζηνό, που ήθελε να ανακηρύξει το γιο του Ματθαίο συναυτοκράτορά του, απεκδύθηκε εκουσίως το πατριαρχικό αξίωμα και έζησε αρχικά στην Ιερά Μονή του Αγίου Μάμαντος στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός με επίσημη πρόσκληση ζήτησε την επιστροφή του στον πατριαρχικό θρόνο, όμως, ο πατριάρχης Κάλλιστος Α΄, θεματοφύλακας της ορθής πίστεως και της νομιμότητας στη βυζαντινή αυτοκρατορία αποποιήθηκε την ηγεσία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μετέβη στην Τένεδο όπου βρισκόταν η έδρα των στρατιωτικών επιχειρήσεων του νόμιμου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου.

Αξιομνημόνευτη πατριαρχική πράξη, κατά το διάστημα της πρώτης πατριαρχίας του Κάλλιστου Α΄, είναι η έκδοση σιγιλίου το Δεκέμβριο του 1350 μ.Χ., κατά των προστρεχόντων στους μάγους. Αυτήν την εκφυλιστική πνευματική κατάσταση του λαού, που είχε την αρχή της στην πνευματική ληρότητα του κλήρου, ο πατριάρχης Κάλλιστος αντιμετώπισε με την εκλογή από το χορό των ευλαβέστερων και σεμνών στο βίο ιερέων-έξαρχων πνευματικών ταγών, που τοποθέτησε σε κάθε ενορία με καθήκοντα την καθοδήγηση και νουθεσία, τόσο του εκκλησιάσματος όσο και του κλήρου.

Το Δεκέμβριο του 1351 μ.Χ. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κάλλιστος Α΄, προκειμένου να προστατέψει την πνευματική ενότητα της Ορθοδοξίας, συγκάλεσε τοπική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη που καταδίκασε τις κακοδοξίες των αντιησυχαστών Βαρλαάμ και Ακινδύνου καθώς και τους πρεσβεύοντας τις ίδιες δοξασίες μητροπολίτες Εφέσου και Γάνου.

Το φθινόπωρο του 1352 μ.Χ. ο Πατριάρχης Κάλλιστος δεν δίστασε να αφορίσει το Σερβικό Πατριαρχείο, που είχε παράνομα συσταθεί από το Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Δουσάν, προκειμένου να κρατήσει ενωμένη την Αγία του Χριστού Εκκλησία.

Μετά την οικειοθελή απομάκρυνση του Κάλλιστου Α΄ από τον Οικουμενικό Θρόνο ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός συγκάλεσε σύνοδο, που κήρυξε έκπτωτο τον Κάλλιστο και εξέλεξε στον Οικουμενικό θρόνο τον Μητροπολίτη Ηρακλείας Φιλόθεο Κόκκινο (1353 – 1354 μ.Χ.).

Η είσοδος στην πρωτεύουσα, το Νοέμβριο του 1354 μ.Χ., δυνάμεων φιλικά προσκείμενων στον αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, σήμανε ουσιαστικά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και την άνοδο το χειμώνα του 1354 μ.Χ. στον Οικουμενικό Θρόνο, για δεύτερη φορά, του Κάλλιστου Α΄.

Κατά το χρονικό διάστημα της δεύτερης πατριαρχίας του Κάλλιστου Α΄, μεταξύ των άξιων αναφοράς διοικητικών πράξεών του συγκαταλέγονται: α) η έκδοση συνοδικού τόμου που απαγόρευε τα συνοικέσια ανάμεσα σε παιδιά, με επιβολή μάλιστα αφορισμού στους γονείς και κηδεμόνες, που πρωτοστατούσαν σε τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύναψη γάμου και β) η μείζονος σημασίας, το Δεκέμβριο του 1355 μ.Χ., πατριαρχική διδασκαλία προς τους Βουλγάρους ιερείς και μοναχούς, που βάπτιζαν κακώς, με μία μόνο κατάδυση και ραντισμό, ενώ το Άγιο Μύρο αντικαθιστούσαν με Μύρο από τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Βαρβάρου.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχίας του Κάλλιστου Α΄ ιδρύθηκαν τα μοναστήρια Παντοκράτορος και Σίμωνος Πέτρας στο Άγιο Όρος.

Στην προσπάθειά του να αναχαιτίσει, ως πρόμαχος της Ορθοδοξίας, την εισβολή κακοδόξων δογμάτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Πατριάρχης Κάλλιστος Α΄ έγραψε και εκφώνησε πλήθος ομιλιών κατά των αιρετικών ενώ, προκειμένου να εμψυχώσει σε δύσκολους καιρούς το λαό της Βασιλίδος των πόλεων συνέταξε προσευχές, τις οποίες η Εκκλησία μας έχει ενταγμένες στα λειτουργικά της βιβλία και αναπέμπει προς τον Κύριο προκειμένου να επιτύχει την αρωγή Του σε δύσκολες περιστάσεις. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κάλλιστος Α΄ έγραψε, εκτός των αντιαιρετικών ομιλιών και προσευχών και βίους αγίων, όπως του Αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και του Οσίου Θεοδοσίου Τυρνόβου.

Το τέλος του εμφύλιου σπαραγμού στη βυζαντινή αυτοκρατορία δεν έφερε και την ειρήνη στην επικράτειά της. Η ημισέληνος, ως δρέπανο θανάτου θερίζει τα στάχυα της ορθοδοξίας στα καλλίκαρπα μέρη του Έβρου. Οι Τούρκοι που ήρθαν ως σύμμαχοι του Ιωάννη Καντακουζηνού στα Βαλκάνια, έφτιαξαν ισχυρά προγεφυρώματα στη Θράκη και με έδρα το Διδυμότειχο, την Ανδριανούπολη και τη Φιλιππούπολη κατέστρεφαν την ύπαιθρο χώρα εφαρμόζοντας συστηματικά μέτρα εποικισμού.

Η αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως απαιτούσε τη συνένωση των χριστιανικών δυνάμεων της Βαλκανικής. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κάλλιστος Α΄ ηγήθηκε μιας αυτοκρατορικής πρεσβείας προς την ηγεμόνα των Σέρβων Ελισάβετ, με αντικειμενικό σκοπό τη συμμαχία των σερβικών και των βυζαντινών δυνάμεων, για να αναχαιτιστεί η Τουρκική επεκτατικότητα στη Θράκη.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η συνοδεία του αφού προσκύνησαν στο Άγιο Όρος, έφτασαν στην πόλη των Σερρών στις αρχές Ιουνίου του 1364 μ.Χ. και έτυχαν από την ηγεμόνα των Σέρβων Ελισάβετ επίσημης υποδοχής. Όμως ο Πατριάρχης Κάλλιστος Α΄ ασθένησε από λοιμώδη νόσο και τελείωσε το βίο του απρόοπτα στην πόλη των Σερρών. Η λοιμώδης νόσος πρόσβαλε την υγεία και πολλών μελών από τη συνοδεία του Πατριάρχη με αποτέλεσμα να απλωθεί η φήμη πως, ο Πατριάρχης και η συνοδεία του, δηλητηριάστηκαν από τους Σέρβους. Τη φήμη αυτή ο ιστορικός αυτών των χρόνων Ιωάννης Καντακουζηνός απορρίπτει ως αβάσιμη και ψευδή.

Η θλιβερή είδηση του απρόοπτου τέλους της ζωής του Πατριάρχη διέτρεξε τα όρια της αυτοκρατορίας. Επιτροπές από τα σπουδαιότερα μοναστήρια του Αγίου Όρους και μάλιστα της Λαύρας, ήρθαν στις Σέρρες και ζήτησαν από την Ελισάβετ το σκήνωμα του ιεράρχη προκειμένου να το μεταφέρουν στην μητρόπολη του ορθόδοξου μοναχισμού, το Άγιο Όρος. Η ηγεμόνας των Σέρβων δεν κάμφθηκε από τις παρακλήσεις των μοναχών. Ενταφίασε το άγιο λείψανο του Πατριάρχη σε ταφικό παρεκκλήσι που έκτισε στο προαύλιο του Μητροπολιτικού ναού για να έχει η ίδια και η πόλη των Σερρών την προστασία του.

Ασφαλείς ενδείξεις βεβαιώνουν πως το μεγαλοπρεπές παρεκκλήσι, αριστερά της εισόδου του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού των Αγίων Θεοδώρων, στεγάζει τον τάφο του Οικουμενικού Πατριάρχη Κάλλιστου Α΄.

Για το σύνολο των διδαχών του, τους αγώνες του για την προάσπιση της ενότητας της Εκκλησίας από την ανταρσία και τις κακοδοξίες των δυτικών και τη συμβολή του στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας, η Εκκλησία μας συγκατέλεξε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κάλλιστο Α΄ μεταξύ των αγίων της και όρισε η μνήμη του να εορτάζεται στις 20 Ιουνίου.

Ἀπολυτίκιον
῏Ηχος αʹ. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Βασιλίδος ἐδείχθης Πατριάρχης θεόσοφος, καὶ ̔Αγίου ῎Ορους τὸ κλέος, τῶν Σεῤῥαίων θησαύρισμα, τῶν θείων δὲ Χριστοῦ ἡσυχαστῶν ὁ φίλος καὶ συνήγορος ὁμοῦ· διὸ πάντες πάτερ Κάλλιστε ἐν χαρᾷ ὑμνοῦμέν σε κραυγάζοντες· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ ἡμῖν τὰ κάλλιστα.

  • Κατάθεσις των Ιερών Λειψάνων και Περιβολαίων των Αγίων Αποστόλων Λουκά, Ανδρέου και Θωμά, του προφήτου Ελισσαίου και του μάρτυρος Λαζάρου

Κατά τα τελευταία έτη του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (913 – 959 μ.Χ.) εδηλώθη σε αυτόν ότι σε κάποια σημεία της Πόλεως κρύπτονται εσθήτες των Αγίων Αποστόλων. Έτσι, αφού τις ανέλαβε, τις αποθησαύρισε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

  • Άγιοι Δύο Ασκητές

Οι Άγιοι Δύο Ασκητές απεβίωσαν ειρηνικά στην έρημο. 

  • Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Οδηγήτριας

Η Εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, είναι ιστορικά η πρώτη εικόνα της Εκκλησίας, ιστορηθείσα από τον Ευαγγελιστή Λουκά, όπως μαρτυρεί και το σχετικό Μεγαλυνάριο του Παρακλητικού Κανόνος προς την Υπεραγία Θεοτόκο: «Ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μή προσκυνούντων τήν Εἰκόνα Σου τήν σεπτήν, τήν ἱστορηθεῖσαν ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου, τήν Ὁδηγήτριαν». Κατά την συναξαριστική παράδοση ο Ιερός Ευαγγελιστής φιλοτέχνησε την εικόνα ζώσης της Υπεραγίας Θεοτόκου και εκείνη την δέχθηκε μετά μεγάλης χαράς και την ευλόγησε λέγουσα: «Ἡ χάρις τοῦ παρ’ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη μετ’ αὐτῆς». Η Εικόνα αυτή διασωθείσα στην Παλαιστίνη, στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επί βασιλείας Θεοδοσίου Β’ του Μικρού, από την Αυτοκράτειρα Ευδοκία, ως δώρο στην αδελφή του Θεοδοσίου Αγία Πουλχερία (βλέπε 17 Φεβρουαρίου) και κατετέθη υπ’ αυτής στην Μονή των Οδηγών, της οποίας ήταν κτιτόρισσα. Η Εικόνα επετέλεσε αναρίθμητα θαύματα (όπως την διάσωση της Κωνσταντινούπολης το 717 μ.Χ., από τους Άραβες) και τελικά καταστράφηκε από τους Οθωμανούς κατά την Άλωση του 1453 μ.Χ.  Αντίγραφο της εικόνας βρίσκεται στη Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.

Μεγαλυνάριον
Τῆς Ὁδηγητρίας τήν θαυμαστήν, δεῦτε νῦν Εἰκόναν, προσκυνήσωμεν εὐλαβῶς, ἐξ ἧς θεία χάρις προέρχεται ὡς μάννα, τάς τῶν πιστῶν καρδίας, ἀεί ἐκτρέφουσα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Μήτηρ ὡς φιλόστοργος τοῖς πιστοῖς, ἔδωκας, Παρθένε, ὡς ἀκένωτον ποταμόν, χάριτος ἐνθέου, τήν θείαν Σου Εἰκόνα, ἥν πίστει προσκυνοῦντες, Σέ μεγαλύνομεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ῥῶσιν νέμει ἄφθονον τῶν ψυχῶν, τάς πληγάς, Παρθένε, θεραπεύει ἡ Σή Εἰκών, τοῖς προσερχομένοις αὐτῆ ἐν εὐλαβείᾳ καί ὕμνοις Σε τιμῶσι, τήν Ὁδηγήτριαν.

  • Όσιος Αθανάσιος ο θαυματουργός ο Πεντασχινίτης Κύπρου

Άγιος της Εκκλησίας της Κύπρου από το Πεντάστιχο, που έκανε πολλά θαύματα. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του.

Πηγή: http://www.saint.gr

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή