- Του Χρήστου Κεφαλή*
Η πρόσφατη έκδοση του κεφαλαίου της Καταστροφής του Λόγου –ενός από τα κύρια έργα του Γκέοργκ Λούκατς– για τον Νίτσε από τις εκδόσεις Εύμαρος, υπό τον τίτλο Η Καταστροφή του Λόγου. Νίτσε, αποτελεί ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός. Αυτό θα γίνει άμεσα αντιληπτό αν αναλογιστούμε ότι από τα μεγάλα έργα του Λούκατς, μόνο το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Τα υπόλοιπα, ογκώδη έργα του, όπως Η Καταστροφή του Λόγου, Ο Νεαρός Χέγκελ, η Αισθητική και η Οντολογία του, λάμπουν δια της απουσίας τους στην ελληνική βιβλιογραφία. Και αυτό σε μια εποχή που το έργο του επιφανούς Ούγγρου μαρξιστή συζητείται ευρέως σε όλο τον κόσμο, μια συζήτηση που έχει αντίκτυπο και στη χώρα μας.

Αν αυτός ο γενικός λόγος κάνει ευπρόσδεκτη τη συγκεκριμένη έκδοση, υπάρχει και ένας ειδικότερος, όχι λιγότερο σημαντικός. Το συγκεκριμένο βιβλίο του Λούκατς συζητά τις εξελίξεις στο εσωτερικό της αστικής φιλοσοφίας που συνεισέφεραν στην άνοδο και την επιβολή του φασισμού, δηλαδή πρώτα και κύρια την άνοδο του ανορθολογικού ρεύματος, με επίκεντρο τη Γερμανία. Η άνοδος του νεοφασισμού και της ακροδεξιάς κατά τις τελευταίες δεκαετίες σε όλη την Ευρώπη και παγκόσμια καθιστά έτσι την κλασική αυτή μαρξιστική πραγματεία των αντίστοιχων ιδεολογικών εξελίξεων του 19ου και 20ού αιώνα εξαιρετικά επίκαιρη.
Ο Λούκατς συνδέει το ανορθολογικό ρεύμα με την αντιδραστική και αντισοσιαλιστική στροφή της αστικής τάξης από τα μέσα του 19ου αιώνα, την οποία στροφή αυτό το ρεύμα κρυστάλλωσε και προήγαγε φιλοσοφικά. Θεωρεί δε και τεκμηριώνει ότι ο Νίτσε υπήρξε ο κύριος εκπρόσωπος του ανορθολογισμού στην ιμπεριαλιστική εποχή.
Αυτές οι θέσεις αναπτύσσονται και στηρίζονται μεθοδικά από τον Λούκατς σε ένα έργο άνω των 800 σελίδων, το οποίο κυκλοφόρησε το 1954. Καθώς δεν είναι δυνατό να ανασυστήσουμε λεπτομερειακά τη σύνθετη επιχειρηματολογία του σε ένα σύντομο σημείωμα, θα αρκεστούμε να επισημάνουμε ορισμένα κύρια σημεία της.
Ο Λούκατς επισημαίνει κατ’ αρχήν, στα πρώτα μέρη του έργου, ότι ο ανορθολογισμός υπήρξε ένα καθολικό φαινόμενο, που διαπέρασε όλα τα ρεύματα της αντιδραστικής αστικής φιλοσοφίας. Ωστόσο, η Γερμανία υπήρξε το προνομιακό πεδίο του, επειδή η αποτυχία της δειλής γερμανικής αστικής τάξης να επιλύσει τα καθήκοντα της αστικής επανάστασης επέτρεψε να διατηρηθούν εκεί πολλά μεσαιωνικά κατάλοιπα –μοναρχία, στρατοκρατία, γραφειοκρατία– που εξέφρασε ιστορικά ο πρωσισμός. Αυτές οι κοινωνικές πραγματικότητες, και όχι κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα του γερμανικού λαού, παρείχαν το κατάλληλο υπέδαφος για την εμφάνιση και την επικράτηση του ναζισμού.
Ο Λούκατς διακρίνει δυο στάδια στην άνοδο της ανορθολογικής φιλοσοφίας. Στο πρώτο, εκπροσωπούμενο από τους Σέλινγκ, Κίρκεγκορ και Σοπενχάουερ, ο αντίπαλος των ανορθολογιστών είναι η προοδευτική αστική φιλοσοφία, κορυφωμένη στον Χέγκελ, τις παραδόσεις της οποίας επιχειρούν να εξαλείψουν ως ασύμβατες με τις νέες αντιδραστικές ανάγκες της αστικής τάξης. Στο δεύτερο στάδιο, καθώς η εργατική τάξη έχει εμφανιστεί πλέον ανεξάρτητα στο ιστορικό προσκήνιο (Παρισινή Κομμούνα, κοκ), το ανορθολογικό ρεύμα στρέφεται ευθέως ενάντια στο σοσιαλιστικό κίνημα των μαζών και το μαρξισμό, ως τον ιδεολογικό εκφραστή του.
Η ουσία του ανορθολογισμού συνίσταται, σύμφωνα με τον Λούκατς, στην επίθεση ενάντια στην υλιστική διαλεκτική του μαρξισμού, τη δυνατότητα της οποίας επιχειρεί να αρνηθεί κηρύσσοντας την εκ των προτέρων αδύνατη και σκληραίνοντας όλα τα επιστημολογικά και γνωσιοθεωρητικά προβλήματα σε ένα τυπικολογικό πλαίσιο, εκ των προτέρων θεωρούμενο ως αξεπέραστο. Με τον τρόπο αυτό εγκαθιδρύεται μια ιδεαλιστική, βουλησιαρχική κοσμοθεώρηση και μια ριζικά αντιιστορική πρακτική στάση, που υπηρετεί τον αγώνα των κυρίαρχων τάξεων ενάντια στο σοσιαλιστικό κίνημα των μαζών.
Αυτές οι κατευθύνσεις αποσαφηνίζονται και κρυσταλλώνονται πληρέστερα στην αυγή της ιμπεριαλιστικής εποχής από τον Νίτσε. Η πρωτοτυπία του ως στοχαστή, που εξηγεί και τη διαρκή, αμείωτη επιρροή του ως τις μέρες μας, έγκειται, σύμφωνα με τον Λούκατς, στο γεγονός ότι όχι μόνο αντιλήφθηκε καλύτερα από όλους και από πολύ νωρίς τις αστικές προοπτικές σε αυτό το νέο στάδιο, αλλά και μπόρεσε να τους δώσει μια πνευματώδη, καθολική μυθολογική έκφραση, κάνοντάς τις έτσι ελκυστικές για πλατιά στρώματα της αστικής διανόησης και συγκαλύπτοντας την κενότητά τους. Αυτό το σκοπό υπηρετούν οι νιτσεϊκοί μύθοι του υπερανθρώπου, της αιώνιας επιστροφής και της διονυσιακής θέλησης για δύναμη, μέσω των οποίων δίνεται μια αγαθή συνείδηση στον αντιδραστικό ακτιβισμό. Ο Νίτσε κατορθώνει έτσι να δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ανωτερότητας, ακόμη και «επαναστατικότητας», στην αστική διανόηση, η ουσία της οποίας δεν είναι άλλη από την αδίστακτη προάσπιση των ιδιοτελών ταξικών συμφερόντων της.
Όπως το θέτει ο ίδιος ο Λούκατς:
«Η “κοινωνική αποστολή” που εκπληρώνει η φιλοσοφία του Νίτσε είναι να “σώσει” αυτό το είδος της αστικής διανόησης, να τη “λυτρώσει”, να της δείξει έναν δρόμο που καθιστά περιττή κάθε ρήξη, και μάλιστα κάθε σοβαρή ένταση με την αστική τάξη· ήταν ένας δρόμος με τον οποίο το ευχάριστο ηθικό συναίσθημα του επαναστάτη μπορούσε να διατηρηθεί, ακόμη και να βαθύνει, ενώ μια “πιο βαθιά”, “κοσμική βιολογική” επανάσταση προβαλλόταν δελεαστικά σε αντίθεση με την “επιφανειακή”, “εξωτερική” κοινωνική επανάσταση. Μια “επανάσταση” που διατηρεί πλήρως τα προνόμια της αστικής τάξης, που υπερασπίζεται πάνω απ’ όλα με πάθος το προνομιακό καθεστώς της αστικής, παρασιτικής ιμπεριαλιστικής διανόησης μια “επανάσταση” που στρέφεται εναντίον των μαζών, που δίνει στο φόβο των οικονομικά και πολιτισμικά προνομιούχων να χάσουν τα προνόμιά τους μια παθιασμένα επιθετική έκφραση και έτσι τον συγκαλύπτει… H φιλοσοφία του Νίτσε είναι ο ιμπεριαλιστικός αντί-μύθος κατά του σοσιαλιστικού ανθρωπισμού… Στην περίπτωση του Νίτσε, όλο το περιεχόμενο προκύπτει από το φόβο της δικής του ταξικής παρακμής –που βρίσκει καταφύγιο στο μύθο– και από την αδυναμία του να ανταγωνιστεί πραγματικά τον αντίπαλο διανοητικά: είναι το περιεχόμενο από την “εχθρική περιοχή”, τα προβλήματα και τα ερωτήματα που επιβάλλει ο ταξικός αντίπαλος, που τελικά καθορίζουν το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του… Η γνωσιοθεωρητική επίκληση στον έσχατο ανορθολογισμό, στην πλήρη άρνηση κάθε αναγνωρισιμότητας του κόσμου, κάθε λογικής, η ηθική επίκληση σε όλα τα βάρβαρα και κτηνώδη ένστικτα είναι μια –ασυνείδητη– παραδοχή αυτής της κατάστασης» (βλέπε σελ. 21, 111-112 της έκδοσης).
Στα κεφάλαια του έργου που ακολουθούν το μέρος για τον Νίτσε, ο Λούκατς συζητά παραπέρα τα ρεύματα που μεσολαβούν ανάμεσα στον Νίτσε και τους ιδεολόγους του φασισμού, όπως ο βιταλισμός, η προφασιστική κοινωνιολογία και η γεωπολιτική, ο κοινωνικός δαρβινισμός, κ.ά. και τη συγκεκριμένη σύνθεσή τους στο ναζιστικό φυλετισμό. Ενώ παραδέχεται τον πρωτογονισμό των ναζί απέναντι στους άμεσους προδρόμους τους και ακόμη περισσότερο απέναντι στον Νίτσε, επιχειρηματολογεί ταυτόχρονα ότι οι ναζί ήταν τελικά οι αυθεντικοί ερμηνευτές και κληρονόμοι των κοινωνικών προοπτικών του Νίτσε, ιδιαίτερα του μαχητικού αντισοσιαλισμού του, απορρίπτοντας τις προσπάθειες αποκάθαρσής του από τις συγγένειές του με το φασισμό. Επιχειρηματολογεί δε ότι ακόμη και τα φιλελεύθερα αστικά ρεύματα της εποχής, ενώ δεν ταυτίζονταν με τις προοπτικές του ανορθολογισμού, διαβρώθηκαν από αυτόν.
Συνολικά, ο Λούκατς παρουσιάζει ένα συνεκτικό, τεκμηριωμένο επιχείρημα που ενώ τονίζει την ιδιαίτερη σημασία του Νίτσε, παρακολουθεί ολόκληρη την εξέλιξη της αστικής φιλοσοφίας στην προϊμπεριαλιστική και την ιμπεριαλιστική εποχή. Το μέρος για τον Νίτσε –μεταφρασμένο με επιστημονική επάρκεια από τον Νίκο Φούφα και την Ηώ Δούκα– τοποθετεί τη σκέψη του μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο και δεν μπορεί να εκτιμηθεί έξω από αυτό. Να γιατί ελπίζουμε ότι η έκδοση της Καταστροφής του Λόγου θα προχωρήσει και θα συμπληρωθεί σύντομα, όπως αναφέρεται, άλλωστε, στο οπισθόφυλλο, με τα υπόλοιπα μέρη, κάνοντας ολόκληρο το έργο προσιτό και στο ελληνικό κοινό.
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
