Τρυφερότητα και ευαισθησία από την Ηλέκτρα Τσακαλία και τον Γιώργο Βούντα στη θεατρική παράσταση «Ψυχάρης το Ταξίδι μου»
- Επιμέλεια: Κοσμάς Κέφαλος
Η θεατρική παράσταση «Ψυχάρης Το Ταξίδι μου» συμπληρώνει πέντε μήνες επιτυχημένης πορείας στο θέατρο «Μεταξουργείο», δείχνοντας με τρόπο αδρό και κατανοητό την αποφασιστική συμβολή του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929) στο γλωσσικό ζήτημα. Όπως έλεγε, «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης…». Το 1885 ο Ψυχάρης ταξιδεύει στη ελεύθερη, αλλά και σκλαβωμένη Ελλάδα και δημιουργεί το πεζογράφημα «Το Ταξίδι μου», μέσα από το οποίο αναδύεται η δύναμη της περιφρονημένης γλώσσας του λαού, της δημοτικής!
Οι δυο τελευταίες παραστάσεις θα δοθούν την Τετάρτη 1 Απριλίου και τη Μεγάλη Τετάρτη 8 Απριλίου, ώρα 8:00 μ.μ., στο Θέατρο Μεταξουργείο (Ακαδήμου 14, Αθήνα). Πληροφορίες – κρατήσεις: 2106543597, 6937068584. Δικτυακός τόπος: https://www.metaxourgeiotheatre.gr/psycharis-to-taxidi-mou.
Ο μουσικός και θεατρόφιλος Βαγγέλης Φάμπας μεταφέρει τις εντυπώσεις του από το έργο:
Η παράσταση «Ψυχάρης Το ταξίδι μου» στο Θέατρο Μεταξουργείο αποτελεί μια θεατρική μεταφορά, ή αν θέλετε διασκευή του πρώτου πεζού λογοτεχνήματος του Γιάννη Ψυχάρη στην Ελληνική λαϊκή γλώσσα. Με ευρηματική λογοτεχνική δεινότητα, ο συγγραφέας επιδιώκει, με αυτό το έργο, να αντισταθεί στην κυριαρχία της αρχαΐζουσας καθαρεύουσας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και να εμπνεύσει μετέπειτα σημαντικούς λογοτέχνες να χρησιμοποιήσουν την Δημοτική (ή λαϊκή γλώσσα).
Ο σκηνοθέτης και κειμενογράφος Γιώργος Πετρούνιας μεταφέρει στη σκηνή και μετουσιώνει σε παράσταση την αφήγηση του Ψυχάρη, ενώνοντας επεισόδια του βιβλίου με συνδυασμό λόγου, κίνησης και ζωντανής μουσικής, σε μια σπονδυλωτή παράσταση που διατρέχει τον βίο του συγγραφέα όπως αυτός τον παρουσιάζει στο βιβλίο του. Το εγχείρημα αυτό, ενώ ως δομή θυμίζει έντονα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, κατορθώνει να παρουσιαστεί ως θεατρική σάρκα μία, χάρις σε αρκετά και εύστοχα σκηνοθετικά ευρήματα, ελκυστικές και δυναμικές ερμηνείες των δύο ηθοποιών, την επιβλητική αλλά και άκρως ανθρώπινη φωνή του Γεράσιμου Σκιαδαρέση που συνδέει τα επεισόδια του έργου, και την ευρηματική, αισθαντική αλλά και δηλωτική χρήση της ζωντανής μουσικής της παράστασης.
Οι δύο ηθοποιοί, η Ηλέκτρα Τσακαλία και ο Γιώργος Βούντας, στο πλείστο της παράστασης μοιράζονται τους ρόλους της συζύγου του συγγραφέα (Νοεμί Ψυχάρη) και του ιδίου του συγγραφέα (Γιάννη Ψυχάρη), ενώ δεν λείπουν και κάποιες ανατροπές. Μια σκηνή του έργου, όπου πιθανά η ψυχοσύνθεση της ιδίας της ηθοποιού πλησιάζει εντυπωσιακά τον ρόλο της, είναι όταν αυτή υποδύεται τη γιαγιά του συγγραφέα. Σε αυτό το ρόλο η Τσακαλία δεσπόζει στη διαχείριση των συναισθημάτων του κοινού και είναι καθηλωτική.

Η Ηλέκτρα Τσακαλία ως γιαγιά, πρώτος μέντορας του Ψυχάρη!
Ο Γιώργος Βούντας παρουσιάζει ένα Ψυχάρη ευαίσθητο και ονειροπόλο που εξισορροπεί τον ώριμο Ψυχάρη του Σκιαδαρέση, ή μάλλον παρουσιάζεται σαν τη νεανική φιγούρα του Ψυχάρη, γεμάτη νεανικό ενθουσιασμό, συναίσθημα και ορμή.
Η παρουσία του σκηνοθέτη Γιώργου Πετρούνια στη σκηνή, θυμίζει το θέαμα της πλάτης του μαέστρου, σε μια παράσταση όπερας, μάλλον, παρά την εισαγωγή κάποιου καινούργιου χαρακτήρα στο παρόν έργο. Αναδιαρθρώνοντας διαρκώς τα σκηνικά και τα αντικείμενα της παράστασης, ο ηθοποιός/σκηνοθέτης είναι σαν να διευθύνει τα ιντερμέδια του έργου, ετοιμάζοντας ή μάλλον οδηγώντας τους χαρακτήρες του στην επόμενη δράση.
Τα σκηνικά λιτά αλλά απολύτως λειτουργικά για τις ανάγκες της παράστασης, αφήνουν χώρο στην φαντασία του θεατή να συμπληρώσει το κάδρο, κατά τις εμπειρίες του και το συναίσθημα του.
Τα φώτα επίσης. στοχευμένα λιτά, ενίοτε δημιουργούν τους χώρους στους οποίους μπορεί να εισέλθει ή να εξέλθει ο ηθοποιός, παίζοντας τον άδειο χώρο ως σκηνικό εργαλείο.
Άφησα για το τέλος την μουσική, καθώς εδώ έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση από τους Νίκο Εφεντάκη (ηλεκτρική κιθάρα, φυσαρμόνικα) και Σοφία Εφεντάκη (κλασσική κιθάρα). Το έργο έχει πολλές εναλλαγές τόπων και εποχών που η μουσική όχι απλώς δηλώνει αλλά υπογραμμίζει. Από Ερίκ Σατί σε Σμυρναίικο και από Ιταλικό κλασικισμό σε αμανέ της Λέσβου, το ταξίδι του Ψυχάρη παύει νά’ναι μονοδιάστατο αλλά περιλαμβάνει και μια πιο εσωτερική διάσταση, την οποία αναδεικνύει η μουσική. Ο συνδυασμός των οργάνων και ιδιαίτερα των δύο εγχόρδων, έδωσε ένα χρώμα νέο αλλά όχι επιτηδευμένο στα μουσικά κομμάτια της παράστασης.
Κάποια τραγούδια που γράφηκαν για την παράσταση, χωρίς να υστερούν μουσικά, με αποπροσανατόλισαν κάπως, αλλά αυτό μπορεί να είναι εντελώς προσωπική θεώρηση, καθώς το κοινό φάνηκε να τα υποδέχεται θετικά.
Το Θέατρο Μεταξουργείο φιλοξένησε κυριολεκτικά την παράσταση, με την παρουσία της Αννας Βαγενά αυτοπροσώπως στο φουαγιέ, αλλά και μέσω της ευγένειας όλων των τεχνικών και συνεργατών του θεάτρου.
Γλωσσικός διχασμός 22 αιώνων
Το ότι σήμερα χρησιμοποιούμε τις ίδιες εκφράσεις, το ίδιο συντακτικό και τους ίδιους γραμματικούς κανόνες στον γραπτό και στον προφορικό λόγο θεωρείται αυτονόητο. Κάποτε, για πολλούς αιώνες, φάνταζε ως κατάκτηση απραγματοποίητη.
Οι λόγιοι έγραφαν στην καθαρεύουσα και ο λαός μιλούσε τη γλώσσα που διαμορφώθηκε μέσα από τη δημοτική μας παράδοση. Το θέμα του δημοτικισμού ήταν μια ιδεολογική έκφραση της διαμάχης ανάμεσα στην παρασιτική και ξενόδουλη αστική τάξη και το παλάτι από τη μια, που κυριάρχησαν ουσιαστικά από το 1830 ως το 1900 (με εξαίρεση την περίοδο διακυβέρνησης του Χαρίλαου Τρικούπη), και την ανερχόμενη εθνική, εκσυγχρονιστική αστική τάξη, με εκπρόσωπο το Βενιζέλο. Βέβαια, η ιστορία έδειξε πως ήταν μια περιορισμένη αντίθεση και, βλέποντας ότι η αστική τάξη δεν μπορούσε να διαδραματίσει ένα σοβαρό ανακαινιστικό ρόλο, οι πιο ριζοσπάστες διανοούμενοι (με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Δημήτρη Γληνό) στράφηκαν αργότερα στο σοσιαλισμό.
Οι συντηρητικοί κύκλοι υπεραμύνονταν της καθαρεύουσας και οι προοδευτικοί άνθρωποι έδιναν αγώνα υπέρ της δημοτικής. Ξαφνιάζει όμως το γεγονός ότι ο γλωσσικός διχασμός είχε διάρκεια 22 αιώνων!
Η γλώσσα στη λογοτεχνία
Οι αρχαίοι ποιητές δεν έγραφαν στη μητρική τους γλώσσα αλλά μια τεχνητή, κατασκευασμένη γλώσσα. Oι αττικιστές επιβάλουν μια απομίμηση της κλασικής αττικής, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη δημώδη προφορική και oι επίγονοι του Μ. Αλεξάνδρου καθιερώνουν την αττική διάλεκτο.
Στην αντίπερα όχθη ο προφορικός λόγος απλοποιείται και γίνεται κτήμα του λαού.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δημιουργούνται ανά περιοχή διάλεκτοι και ιδιωματισμοί, οι οποίοι εξασθενούν κατά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Πρόσκαιρα, η ανάγκη των Ελλήνων να στηριχτούν στην κλασική κληρονομιά τους, έχει ως αποτέλεσμα ένα είδος αρχαιολατρίας, που εμφανίζεται με τη βάφτιση των παιδιών με αρχαία ονόματα.
Ο Αδαμάντιος Κοραής οραματίζεται την κάθαρση της δημώδους γλώσσας από ξένα στοιχεία, αλλά και τη διατήρηση όλου του δυναμισμού της. Επινοεί και προτείνει την καθαρεύουσα, η οποία το 1834 καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Σύντομα η καθαρεύουσα θα αναμειχθεί με τη λεγόμενη εκκλησιαστική και θα διολισθήσει προς την αρχαΐζουσα. Θα αποτελέσει τη σημαία των συντηρητικών κύκλων, οι οποίοι θα στραφούν εναντίον του Κοραή. Από τότε θα φουντώσει και ο αγώνας για την επιβολή της λαϊκής γλώσσας, που θα εκφραστεί πολυποίκιλα στην εκπαίδευση, τη λογοτεχνία και αλλού, και θα κριθεί οριστικά μόνο με τη μεταπολίτευση του 1974.
Τα λογοτεχνικά ρεύματα της Δύσης επηρεάζουν τους Έλληνες δημιουργούς: ρομαντισμός, παρνασσισμός, ρεαλισμός, υπερρεαλισμός, νατουραλισμός. Για τον ρομαντισμό, η καθαρεύουσα θεωρείται ως μοναδική κατάλληλη γλώσσα, ενώ ο παρνασσισμός στρέφεται προς τη δημοτική. Ένα φαινόμενο καθαρά ελληνικό (η ελληνική εκδοχή του ρεαλισμού), είναι η ηθογραφία. Ξεκινά λίγο μετά το 1880 και συνεχίζεται ως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τα ηθογραφικά κείμενα έχουν ως στόχο την όσο το δυνατόν πιο πιστή παρουσίαση της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο και στο ελληνικό χωριό, με τις τοπικές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα, καθώς και τις συνήθειες, το χαρακτήρα και τη νοοτροπία του απλού ελληνικού λαού, ήρωες πάντα οι απλοί άνθρωποι της υπαίθρου.
Όπως αναφέρεται σε εκτενές δημοσίευμα στη «Μαρξιστική Σκέψη» με τίτλο «Η καθαρεύουσα της άρχουσας τάξης και η δημοτική των προοδευτικών και του λαού» (τόμος 21, Οκτ.-Δεκ. 2016), βασικός εισηγητής του ηθογραφικού διηγήματος θεωρείται ο Βιζυηνός και σημαντικοί εκπρόσωποι οι Δροσίνης, Μητσάκης, Παπαδιαμάντης, Κρυστάλλης, Καρκαβίτσας, Χρηστοβασίλης, Κονδυλάκης, Ξενόπουλος, Βλαχογιάννης, Εφταλιώτης. Με χαρακτηριστικό γνώρισμα τον έντονο λυρισμό, οι συγγραφείς φαίνεται ότι εμπνέονται από προσωπικά βιώματα και δικές τους εμπειρίες. Η γενιά αυτών των συγγραφέων συνδέεται με το γλωσσικό ζήτημα, στο οποίο πήρε θέση υπέρ του δημοτικισμού.

Ο Γιώργος Βούντας ως παθιασμένος επαναστάτης και οραματιστής Γιάννης Ψυχάρης. «Η γλώσσα και η πατρίδα είναι το ίδιο πράγμα»
Το Ταξίδι μου
Το 1888 δημοσιεύεται ένα έργο – σταθμός στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος: Το Ταξίδι μου, του Γιάννη Ψυχάρη. Θα αποτελέσει το ευαγγέλιο του νεότερου δημοτικισμού και θα δώσει ώθηση στη χρήση της δημοτικής γλώσσας.
Ένθερμος υποστηρικτής της γλωσσικής μεταρρύθμισης του Ψυχάρη είναι ο εκδότης της εφημερίδας Ακρόπολις, Β. Γαβριηλίδης. Μέσα από τις σελίδες του εντύπου ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ι. Πολυλάς και άλλοι λογοτέχνες χτυπούν τον αττικισμό και υπερασπίζονται με πάθος τη δημοτική.
Το 1901 δημοσιεύεται μετάφραση της Αγίας Γραφής στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών διαδηλώνουν και συγκρούονται βίαια με αστυνομικές δυνάμεις, με τραγικό απολογισμό 8 τουλάχιστον νεκρούς (11, σύμφωνα με άλλες πηγές) και δεκάδες τραυματίες. Τα επεισόδια θα μείνουν στην ιστορία ως «Ευαγγελικά» και θα παρατηρηθεί κάτι μοναδικό στην πορεία του γλωσσικού ζητήματος: Οι φοιτητές στρέφονται κατά του δημοτικισμού και η επίσημη εκκλησία, δια του αρχιεπισκόπου, τον υποστηρίζει.
Το 1903 ανεβαίνει στο Εθνικό θέατρο η παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική, προκαλώντας συγκρούσεις μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων (τα «Ορεστειακά»), με νεκρούς και τραυματίες.
Στη δημοτική γράφουν οι ποιητές της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Βιζυηνός, Αριστομένης Προβελλέγγιος, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Νίκος Καμπάς και Γεώργιος Δροσίνης.
Το τέλος της ρομαντικής περιόδου ήλθε με τον θάνατο του καθαρευουσιάνου Αχιλλέα Παράσχου (1895), ενός ποιητή ο οποίος λατρεύτηκε από μια κοινωνία «που ξεγελιόταν με τα λόγια, που έβρισκε στις πράξεις των άμεσων προγόνων της όχι ένα κέντρισμα για τη δράση αλλά και ένα προσκέφαλο αναπαυτικό» (Κ. Δημαρά, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας).
Άγνωστος ακόμα στο ελλαδικό κοινό, μέχρι το 1903, ο μέγιστος Κωνσταντίνος Καβάφης.
Ο αριστερός διανοητής Δημήτρης Γληνός
Το 1910 ο Δ. Γληνός, ο Αλ. Δελμούζος και ο Μ. Τριανταφυλλίδης πρωτοστατούν στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, σε μια προσπάθεια περιορισμού της αρχαιομάθειας και ενίσχυση των φυσιογνωστικών, τεχνικών και πρακτικών μαθημάτων. Το 1911 ο Βενιζέλος αδυνατεί να επιβάλει την δημοτική. Ύστερα από τεσσάρων ημερών συνεδρίαση στη Βουλή υποχωρεί και ορίζει την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Η απόφαση θεωρείται νίκη του κατεστημένου, δηλαδή της συντηρητικής παράταξης και της εκκλησίας.
Κατά τη συνεδρίαση στη Βουλή ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, απαντώντας σε φράση του υπέρμαχου της καθαρεύουσας βουλευτή Μπουφίδη θα πει το ιστορικό «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι».
Tο 1913 ο Δημήτρης Γληνός, ένας αριστερός διανοητής με σπουδαία συμβολή στην γλωσσική μεταρρύθμιση, συντάσσει την εισηγητική του έκθεση και το κείμενο των νομοσχεδίων, που έμειναν στην Iστορία της Eκπαίδευσης ως «Nομοσχέδια του 1913», εκφράζοντας τις προοδευτικές τάσεις του αστικού φιλελευθερισμού αυτής της εποχής. Στόχος της μεταρρύθμισης του 1913 ήταν ο καπιταλιστικός εξορθολογισμός της εκπαίδευσης και η σύνδεσή της με την παραγωγική διαδικασία.
O Γληνός στο κείμενο των νομοσχεδίων επικρίνει τον ψευτοκλασικισμό, την έλλειψη πρακτικού προσανατολισμού του σχολείου, που παράγει πτυχιούχους οι οποίοι «ή συνωθούνται περί το δημόσιον ταμείον ή ρίπτονται εις την κοινωνίαν πνευματικοί προλετάριοι, επιστήμονες άνεργοι». Yποστηρίζει ότι «είναι ανάγκη να οργανωθή και η καλούμενη πραγματική εκπαίδευσις, ήτις, θα προπαρασκευάζει συστηματικώτερον δια της καλλιέργειας των γενικών δεξιοτήτων και της παροχής καταλλήλων γνώσεων δια τα ειδικά επαγγελματικά σχολεία ή και δια τα τεχνικά επαγγέλματα».
Tα τρία χρόνια της κυβέρνησης Bενιζέλου (1917-1920) ο Γληνός, ως γενικός γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, αγωνίζεται για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Όμως, η μεταρρύθμιση συναντά αντιδράσεις ακόμη και μέσα στη βενιζελική παράταξη. Από το 1932 συνεργάζεται, χωρίς ακόμη να είναι μέλος του KKE, με τους Νέους Πρωτοπόρους και το Ριζοσπάστη.
Στις εκλογές του 1920 τα φιλομοναρχικά κόμματα παίρνουν την πλειοψηφία και καταργούν την μεταρρύθμιση του 1917. Tα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης χαρακτηρίζονται αντεθνικά και καίγονται. H καθαρεύουσα επικρατεί και πάλι και μαζί μ’ αυτή το παλιό αντιδραστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Ο Γληνός στο βιβλίο του με τον τίτλο «Oι χοίροι υίζουσιν, τα χοιρίδια κοΐζουσιν, οι όφεις ιύζουσιν» ο Γληνός σατιρίζει με πίκρα την επαναφορά της αρχαϊζουσας:
“…Tα παιδιά ενύσταζαν, ενύσταζαν, ενύσταζαν, θεέ μου, πώς ενύσταζαν… H σκιά της ηλιθιότητας εκάλυπτεν την τάξιν… Tα καλύτερα επαπαγάλιζαν ευσυνειδήτως. Tο βόδι λέγεται καλύτερον βους, το πόδι λέγεται καλύτερον πους. Tα κέρατα τού; Tου βου. Oι δάκτυλοι τού; Που. Ω θεέ μου; Tι λες παιδί μου; Πρόσεχε. O βους, του βοός, ο πους, του ποδός. Λοιπόν; Tα κέρατα του… του βοδός”.
Η στάση της Εκκλησίας
Επικριτική έως εχθρική στάση κρατάει η επίσημη Εκκλησία απέναντι σε κάθε προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής γλώσσας. Μοναδική εξαίρεση, η στάση του τότε αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου το 1901, ο οποίος υποστήριξε την ενέργεια της βασίλισσας Όλγας για μετάφραση του Ευαγγελίου στη Δημοτική (κατά μία εκδοχή, η μίτρα και το στέμμα πορεύονται πάντοτε σε αγαστή ομοψυχία).
Προσπάθειες για μετάφραση του ευαγγελίου στην καθομιλουμένη έγιναν από τους ιερομόναχους Ι. Καρτάνο (1536), Μ. Καλλιπολίτη (1638) και τον Σιναΐτη μοναχό Ιλαρίωνα (1828). Το 1838 κυκλοφορεί μετάφραση του Νεοφύτου Βάμβα.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η ομάδα του Μοισιόδακα και του Καταρτζή προτείνει ότι, για να απελευθερωθεί η Ελλάδα από την οθωμανική κυριαρχία, πρέπει ο λαός να μορφωθεί, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του, που είναι ικανή να εκφράσει όλες τις ανθρώπινες γνώσεις και όλα τα αισθήματα. Στις προσπάθειες αυτές των προοδευτικών η απάντηση είναι αντίδραση και διώξεις από τους συντηρητικούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που υποστηρίζουν την αρχαΐζουσα. Το ίδιο πατριαρχείο αποδοκίμασε το 1901 τη μεταγλώττιση του Ευαγγελίου ως «βέβηλη».
Το 1918 ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, παρότι βενιζελικός, επιτέθηκε στη μεταρρύθμιση του Δημήτρη Γληνού, συμβάλλοντας στην ενδοκομματική πίεση που δεχόταν ο σπουδαίος μεταρρυθμιστής.
Στις προσπάθειες των διανοούμενων για καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας, στην επιθυμία του κόσμου και στις αποφάσεις της Πολιτείας η εκκλησία παραμένει κλωβός. Απόρθητο φρούριο.
Μοναδική ίσως παρέκκλιση, η πρόσκαιρη απόφαση το 2004 για ανάγνωση του Ευαγγελίου και στη δημοτική, πιλοτικά, στους Ι. Ναούς της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Δωρεάν Παιδεία από… «απάτριδες»
Το 1964 η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου δίνει την δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να χρησιμοποιούν όποια από τις δυο γλώσσες ήθελαν. Εκτός από το γλωσσικό ζήτημα, το Nομοθετικό Διάταγμα 4379/1964 που είχε επεξεργαστεί ο ακαδημαϊκός Ευάγγελος Παπανούτσος, ως γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, προέβλεπε δωρεάν παιδεία, με χορήγηση βιβλίων για όλους τους μαθητές των τριών βαθμίδων της εκπαίδευσης, επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευση στα 9 από τα 6 χρόνια, κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων και του περιορισμού των εισακτέων στα Πανεπιστήμια, ίδρυση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, μέριμνα για σίτιση και μεταφορά μαθητών, καθώς και αρκετά ακόμα – ικανά για να χαρακτηρίσει η αντιπολίτευση το νομοσχέδιο… αντεθνικό!! Οι μεταρρυθμιστές αποκαλούνται από αντιπολιτευόμενες εφημερίδες «απάτριδες και άθεοι ανατροπείς της εθνικής παιδείας» και ζητήθηκε από την Ιερά Σύνοδο να αφορίσει τους συντάκτες του σχεδίου.
Η μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού η δικτατορία των συνταγματαρχών διέκοψε βίαια την πορεία των αλλαγών.
«Ίσως σε καμιάν άλλη έκφανση της ζωής να μην είναι τόσο απότομη η μετάβαση από τη δικτατορία στη μεταπολίτευση όσο στη γλώσσα. Πράγματι, η δικτατορία, με το να υιοθετήσει τόσο φανατικά την καθαρεύουσα, ως στοιχείο του “ελληνοχριστιανικού πολιτισμού” και ως “εθνική γλώσσα”, δεν κατάφερε παρά να την απαξιώσει και να τη στιγματίσει εσαεί. Η δικτατορία απαξίωσε την καθαρεύουσα, μεταξύ άλλων και με την κωμική χρήση της από τους ίδιους τους πρωτοδικτάτορες», γράφει ο Νίκος Σαραντάκος.
Αμέσως μετά την πτώση της χούντας η ΕΡΤ, με διοίκηση Χορν-Μπακογιάννη, εκφέρει τα δελτία ειδήσεων στην καθομιλουμένη. Με τον νόμο 309/1976 υλοποιείται η γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση και με εγκύκλιο του Υπουργείου Προεδρίας καθιερώνεται από τις 1.2.1977 η δημοτική στη δημόσια διοίκηση.
Το 1976 στη Βουλή ο Γιάννης Κουτσοχέρας (ΠΑΣΟΚ), από τους πρωτοπόρους του αγώνα της τονικής μεταρρύθμισης, διαβάζει περικοπή, από άρθρο του Κ. Τριανταφυλλίδη: «Αμέτρητες γενεές αποχαυνώθηκαν και στερήθηκαν την αληθινή μάθηση, προσπαθώντας να καταλάβουν γιατί η “κράσις” θέλει περισπωμένη και η “φράσις” οξεία, η Τύρος οξεία και η Σύρος περισπωμένη, η Καρυάτις περισπωμένη και η πελάτις οξεία, κλπ. Και γιατί η λέξη οξεία, παίρνει περισπωμένη;»
Ο αρμόδιος υπουργός Γ. Ράλλης αναφέρει στην αγόρευσή του: «Πράγματι και η δημοτική και η καθαρεύουσα, είναι γνήσια τέκνα της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, με μία διαφορά: Ότι η καθαρεύουσα ως πρωτότοκος απεβίωσε και υπογράφομεν σήμερον την πράξιν του ενταφιασμού της». Ωστόσο υποστηρίζει ότι δεν είναι ακόμη ώριμες οι συνθήκες για επιβολή του μονοτονικού. Το καλοκαίρι του 1979 το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε πρόταση νόμου για την καθιέρωση του μονοτονικού, η οποία απορρίπτεται από την κυβέρνηση της ΝΔ. Το νέο τονικό σύστημα θα καθιερωθεί επίσημα τον Ιανουάριο του 1982.
Αγώνες για το γλωσσικό ζήτημα, διώξεις, συλλαλητήρια με νεκρούς – άγνωστες και απίστευτες καταστάσεις για ένα σημερινό παιδί, ιδίως αν έχει βολευτεί στην ανταλλαγή μηνυμάτων με γκρίκλις!
Συζήτηση με τους συντελεστές της θεατρικής παράστασης «Ψυχάρης Το Ταξίδι μου»
Η χαρά του θεατή, ύστερα από μια όμορφη παράσταση, είναι μεγαλύτερη αν καταφέρει να κουβεντιάσει με τους παράγοντες του έργου, να διερευνήσει τι είχαν στο μυαλό τους, πώς προσέγγισαν το, από κάθε άποψη, ιστορικό «Ταξίδι» του Ψυχάρη, πώς διάλεξαν να το παρουσιάσουν στο κοινό.
Με την πολύτιμη συμβολή της Σοφίας Καλογρίδη, του Γιώργου Διαμάντη και του Φοίβου – Απόλλωνα Διαμάντη, υποβάλαμε ερωτήματα στην Ηλέκτρα Τσακαλία (Η.Τ.), τη Σοφία Εφεντάκη (Σ.Ε.), τον Γιώργο Βούντα (Γ.Β.) και τον Γιώργο Πετρούνια (Γ.Π.).
- Πρωταγωνιστείτε σε μία θεατρική παράσταση, η οποία στηρίζεται σε ένα βιβλίο, το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε στη Δημοτική Γλώσσα και για τη γλώσσα. Έχουν περάσει σχεδόν 150 χρόνια από τότε….. Τι σας συγκίνησε σε αυτό το έργο;
Η.Τ.: Με συγκίνησε βαθιά το πάθος του συγγραφέα — ένα πάθος συντεταγμένο, με κατεύθυνση και σαφή στόχο. Η απόφασή του να υπερασπιστεί τη γλώσσα, να τοποθετηθεί δημόσια και να εκτεθεί μέσα από το έργο του, έχει κάτι πολύ γενναίο.
Με εντυπωσιάζει η αρετή και η τόλμη με την οποία γράφει. Αυτή η «γενναία ευαλωτότητα» που δεν αφορά μόνο τη γλώσσα, αλλά την απόφαση ενός ανθρώπου να ακούσει τη βαθιά ανάγκη του και να την εκφράσει και να αναλάβει την ευθύνη και το τίμημα της έκφρασης αυτής.

Η Ηλέκτρα Τσακαλία, ξυπόλυτη στη σκηνή, γήινη, ως Νοεμί, η αγαπημένη γυναίκα του Ψυχάρη
-
Για την εποχή του, «Το ταξίδι μου», ήταν ένα έργο που προκάλεσε -μέχρι τα άκρα- τις εθνικές πολιτικές για το ζήτημα της γλώσσας, αλλά και συνολικά την εκπαιδευτική πολιτική. Στη σημερινή εποχή ποιο είναι το νόημα του να επανερχόμαστε σε αυτό το έργο; Υπάρχουν σε αυτό κάποια μηνύματα για τη σημερινή εποχή;
Η.Τ.: Ο Ψυχάρης, με «Το ταξίδι μου», τόλμησε να ορμήσει μέσα στο αποστειρωμένο παλάτι της καθαρεύουσας και να δώσει γραπτή μορφή στη ζωντανή γλώσσα του λαού. Έγραψε ένα βιβλίο που μπορούσε επιτέλους να διαβαστεί και να γίνει κατανοητό — ένα βιβλίο που δίνει λεξιλόγιο, μεταφέρει ιδέες και ιδανικά, και εμφορείται από μια βαθιά χαρά ζωής.
Το νόημα του να επιστρέφουμε σήμερα σε αυτό το έργο βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την πράξη: Στην ανάγκη να γεφυρώνουμε την απόσταση ανάμεσα στη γλώσσα και στους ανθρώπους. Ο Ψυχάρης δεν μιλά μόνο για το πώς γράφουμε, αλλά για το ποιοι έχουν δικαίωμα να εκφράζονται και να ακούγονται.
Σε μια εποχή όπου η επικοινωνία είναι συνεχής αλλά όχι πάντα ουσιαστική, το έργο του μας θυμίζει τη σημασία της σαφήνειας και της αλήθειας στην έκφραση. Και ίσως, τελικά, μας καλεί να ξαναβρούμε μια γλώσσα που να μας ενώνει αντί να μας απομακρύνει.
Απαντώντας στα δύο πρώτα ερωτήματα η Σοφία Εφεντάκη, μας λέει:
Σ.Ε.: Το παρελθόν (η ιστορία μας) βρίσκεται μέσα μου, μέσα στο παρόν μου και διαμορφώνει το μέλλον μου. Όσο γνωρίζω την ιστορία μας τόσο καλύτερα αντιλαμβάνομαι τα γεγονότα του σήμερα.
-
Ο Γιάννης Ψυχάρης αν και γλωσσολόγος έγραψε: «Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτιαξα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού». Ποια ήταν η γλώσσα του λαού τότε που έγραψε το βιβλίο;
Σ.Ε.: Η γλώσσα του λαού τότε, δεν είχε ακόμα δουλευτεί με επιτήδευση, δεν υπήρχε αυτό που σήμερα είναι πολύ σύνηθες, το «άλλα λέω ή γράφω και άλλα εννοώ». Ήταν άμεση, ζωντανή και ανεπεξέργαστη, πολλές φορές ποιητική και ενίοτε ίσως σκληρή για τα δικά μας αυτιά.
-
Ο Ψυχάρης στο έργο του αναφέρει 32 φορές την τρέχουσα γλώσσα ως γλώσσα του λαού (στόμα του λαού, ποιητής του λαού..), υποστηρίζοντας ότι η κοινωνική (διαστρωματική), αλλά και γεωγραφική (η χωριανή γλώσσα) ποικιλία/κατηγόρηση της γλώσσας πρέπει να αποτελεί τη βάση της εθνικής γλώσσας. Γι’ αυτό επιτακτικά ζητούσε από τους οπαδούς της καθαρεύουσας να δεχτούν τον λαό ως θεματοφύλακα της γλωσσικής αλήθειας. Σήμερα μπορούμε να μιλάμε για «γλωσσική αλήθεια»; Με ποιο περιεχόμενο;
Η.Τ.: Ναι, μπορούμε να μιλάμε για γλωσσική αλήθεια — αλλά ίσως όχι με την έννοια του ενός σωστού ή του αμετάβλητου. Η γλώσσα είναι ζωντανή, μετακινείται, αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους που τη χρησιμοποιούν.
Για μένα, «γλωσσική αλήθεια» είναι η γλώσσα που πράγματι μιλιέται και βιώνεται. Η γλώσσα που προκύπτει από την ανάγκη για έκφραση και επικοινωνία, όχι από επιβολή. Εκείνη που κουβαλά τις εμπειρίες, τις αντιφάσεις και την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Με αυτήν την έννοια, ο λαός παραμένει ο φυσικός φορέας της — όχι ως μια αφηρημένη έννοια, αλλά ως σύνολο ζωντανών φωνών που διαρκώς διαμορφώνουν τη γλώσσα. Άρα η «αλήθεια» δεν είναι κάτι σταθερό, αλλά κάτι που συμβαίνει κάθε φορά που η γλώσσα χρησιμοποιείται με ειλικρίνεια.
-
Ο Ψυχάρης στο βιβλίο του αναφέρει «Γλώσσα και Πατρίδα» είναι το ίδιο πράγμα. Αυτή η εξίσωση τι σημαίνει για τη σημερινή κοινωνία, όπου η αλληλεπίδραση των γλωσσών λόγω της παγκοσμιοποίησης είναι μεγάλη (πχ η επιρροή της αγγλικής γλώσσας είναι μεγάλη) ή και λόγω της έλευσης των μεταναστών πολλοί υποστηρίζουν ότι η ελληνική γλώσσα απειλείται; Είναι έτσι;
Η.Τ.: Αυτοί οι φόβοι δεν είναι καινούργιοι. Αντίστοιχα επιχειρήματα ακούγονταν και την εποχή που επιχειρήθηκε να «καθαριστεί» η γλώσσα από ξένες επιρροές και έτσι διαμορφώθηκε η καθαρεύουσα — κάτι που, όπως γνωρίζουμε, απομάκρυνε τελικά τη γλώσσα από τους ανθρώπους της.
Όπως παρατηρεί και ο Ψυχάρης, η γλώσσα δεν είναι κάτι στατικό. Αλλάζει διαρκώς, ακόμη και μέσα σε λίγες δεκαετίες — στην προφορά, στο λεξιλόγιο, στις επιρροές της. Αυτή η κίνηση δεν είναι απειλή· είναι ένδειξη ζωής.
Η αλληλεπίδραση με άλλες γλώσσες, είτε μέσω της παγκοσμιοποίησης είτε μέσω των ανθρώπων που έρχονται και ζουν μαζί μας, μπορεί να διευρύνει τη γλώσσα μας και να την εμπλουτίσει.
-
Ο Γιάννης Ψυχάρης, όπως μας λέει και το έργο, είχε δεύτερη πατρίδα του τη Γαλλία, όπου μεγάλωσε, σπούδασε και εμπνεύστηκε από τις αξίες του Διαφωτισμού.. Διαποτίστηκε από την αγάπη για την ελευθερία, την ισότητα, την αδερφοσύνη των ανθρώπων… Ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα του, με την Ελλάδα με τη ζωή… Το κείμενό του, παρακολουθώντας την παράστασή του μας συνεπαίρνει… Είναι αυτά τα στοιχεία που συγκινούν περισσότερο τους θεατές ή και η ανάγκη να μάθουν την ιστορία του τόπου τους έξω από το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα;
Η.Τ.: Στην παράσταση ερχόμαστε πιο κοντά στον άνθρωπο Ψυχάρη και περιηγούμαστε στο ταξίδι του. Στην παράσταση βλέπουμε την ανθρώπινη διάστασή του: Τις αντιφάσεις του, το πάθος του, την ευαισθησία του. Την σχέση του με τη γλώσσα, αλλά και με τη ζωή, τον έρωτα, την ελευθερία. Οι θεατές δεν παρακολουθούν μόνο μια ιστορική μορφή, αλλά έναν άνθρωπο που τολμά, που διεκδικεί, που εκτίθεται, που παραδέχεται αστοχίες περήφανα και προχωράει. Ίσως τελικά αυτό που λειτουργεί πιο δυνατά είναι ο συνδυασμός των δύο — η ταύτιση με τον άνθρωπο και η ανακάλυψη μιας ιστορίας, που με έναν τρόπο μας αφορά ακόμη.
-
Η επιλογή της ζωντανής μουσικής στην παράσταση -κάτι πολύ καινοτόμο- η επιλογή των τραγουδιών (υπέροχο το παραδοσιακό τραγούδι) γιατί έγινε; Πόσο βοηθάει την παράσταση και σε τι;
Σ.Ε.: Αν δω την παράσταση σα να ανοίγει το βιβλίο του Ψυχάρη και να «απαγγέλλεται – διαβάζεται από μόνο του», μπορώ να αισθανθώ τη μουσική να ξεπηδά από τις σελίδες του και κάθε κεφάλαιο να έχει το δικό του μουσικό κομμάτι.
-
Πώς νιώθετε οι μουσικοί που παίζεται ζωντανή -live- μουσική στο θεατρικό;
Σ.Ε.: Αισθάνομαι πως είμαστε ζωντανά μέλη της παράστασης, και συνομιλούμε με τους ηθοποιούς σε μία άλλη γλώσσα. Τους συμπαραστεκόμαστε στο «ταξίδι» και μας συμπαραστέκονται.
-
Πόσο δύσκολο είναι να συγχρονίζεστε και οι δύο πλευρές; Άλλο πράμα να παίζουν οι ηθοποιοί με μια “ετοιματζίδικη” ηχογραφημένη μουσική, και άλλο πράμα να έχουν μουσικούς να παίζουν επί τόπου;
Σ.Ε.: Επειδή η μουσική είναι από τη φύση της συνυφασμένη με τη διάσταση του χρόνου, είναι μέσα στη φυσιολογική λειτουργία μας (των μουσικών) να εναρμονιζόμαστε κάθε φορά με τη ροή του κειμένου, σαν τα άλλα όργανα της ορχήστρας μας να είναι οι ηθοποιοί και η δράση τους. Κουρδίζουμε λοιπόν όλοι και παίζουμε.
Η.Τ.: Όπως λέει και ο Ψυχάρης, «δεν ξέρω τίποτα που να ξανοίγει και να ανάφτει την ψυχή σαν τη μουσική». Νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη που συμμετέχω σε μια παράσταση όπου η μουσική είναι ουσιαστικός συμπαίκτης. Η συνεργασία μου με τη Σοφία και τον Νίκο είναι ζωντανή, οργανική — κάθε φορά συμβαίνει κάτι επί σκηνής που δεν είναι απόλυτα προκαθορισμένο. Ο συγχρονισμός σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι κάτι μηχανικό· είναι θέμα ακρόασης, παρουσίας και εμπιστοσύνης. Ακούω τη μουσική, όπως ακούω τον Γιώργο και τον Γιώργο που μοιραζόμαστε τη σκηνή, και αφήνομαι σε αυτόν τον διάλογο.
-
Θεωρείτε ότι το έργο του δημοτικιστή Ψυχάρη, αποτελεί μία σημαντική συμβολή στην εξέλιξη της Νεοελληνικής γλώσσας;
Η.Τ.: Ναι, θεωρώ πως η συμβολή του ήταν καθοριστική. Αν φανταστούμε έναν λαό στον οποίο λένε ότι αυτό που μιλά δεν είναι η «σωστή» γλώσσα και ότι θα πρέπει να του δοθεί μια άλλη, ακατανόητη, κατασκευασμένη — μια γλώσσα που δεν χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα, αλλά επιβάλλεται μέσα από τον τύπο, την ακριβή εκπαίδευση και την επίσημη επικοινωνία με το κράτος — καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη είναι αυτή η απόσταση. Ο Ψυχάρης, με το έργο του, ήρθε να γεφυρώσει αυτό το χάσμα. Να επαναφέρει τη ζωντανή γλώσσα στο προσκήνιο και να της δώσει κύρος. Όπως γράφει και ο ίδιος, αναφερόμενος στον Ουγκώ, «μια σκουντιά κι άνοιξες παράθυρα… μπήκε μέσα ο ζωντανός αέρας του ουρανού». Αυτή η εικόνα, για μένα, περιγράφει ακριβώς τη συμβολή του: Άνοιξε έναν δρόμο ώστε η γλώσσα να ξαναγίνει ζωντανή, αναπνεύσιμη και κοινή για όλους.
Γ. Β.: Αποτελεί ένα από τα πρώτα θεμέλια για την εδραίωση της δημοτικής στη Νεοελληνική Γλώσσα. Ο Ψυχάρης υπήρξε από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της δημοτικής, δηλαδή της γλώσσας που μιλούσε ο λαός, σε αντίθεση με την καθαρεύουσα που κυριαρχούσε στην επίσημη γραφή και στη διοίκηση του κράτους. Υποστήριζε ότι η γλώσσα της εκπαίδευσης και της λογοτεχνίας πρέπει να είναι η ζωντανή, φυσική γλώσσα των ανθρώπων.
Η μεγάλη του επιρροή συνδέεται κυρίως με το “Το Ταξίδι μου” που αποτέλεσε και το μανιφέστο του και προώθησε τη χρήση της δημοτικής στη λογοτεχνία και την παιδεία. Παρότι προκάλεσε έντονες συζητήσεις για τη μορφή που υποστήριζε ότι έπρεπε να πάρει η ελληνική γλώσσα, οι ιδέες του επηρέασαν σημαντικά άλλους λογοτέχνες του δημοτικισμού, όπως τον Κωστή Παλαμά, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και τον Γεώργιο Δροσίνη, καθώς και σημαντικούς παιδαγωγούς, διανοούμενους και γλωσσολόγους της εποχής και μεταγενέστερα.
-
Η δομή της γλώσσας συνδυάζεται με την ποιητική εκφορά του λόγου, αλλά και την μουσικότητα των εκφράσεων;
Γ.Β.: Η γλώσσα του Ψυχάρη είναι υπέροχα ισορροπημένη. Ενώ έχει αφορμή και βάση την απλότητα της γλώσσας του λαού, χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα για να δημιουργήσει εικόνες, ήχους, ποίηση, ατμόσφαιρες και μουσική. Καταφέρνει μέσα από την αφήγηση και τον στοχασμό να κατασκευάσει ολόκληρους κόσμους, που εμείς, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές του θεάτρου και της υποκριτικής, καλούμαστε να μεταφέρουμε στο κοινό που θέλει να ταξιδέψει στον κόσμο του Ψυχάρη και της Ελλάδας του.
-
Για τη δουλειά που έγινε πάνω στο βιβλίο του Ψυχάρη, ο σκηνοθέτης της παράστασης, Γιώργος Πετρούνιας, μοιράστηκε μαζί μας αυτές τις σκέψεις:
Γ.Π.: Η δουλειά πάνω στο κείμενο του Ψυχάρη, για μένα ήταν πηγή κάθαρσης της ψυχής μου από τη μαυρίλα της καθημερινότητας, η οποία κυριαρχείται από μύριες πολύ σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και διεθνείς ταλαιπωρίες. Ποιος δεν τις βιώνει στο πετσί του; Εδώ και δεκαετίες, θα έλεγα μάλιστα. Ο Ψυχάρης μάς εμπνέει με την αγάπη του για τους ανθρώπους και τη ζωή, με τον ασίγαστο αγώνα του για ισότητα, ελευθερία και αδερφοσύνη. Στην εποχή του, άντλησε όλες του τις ελπίδες για μια καλύτερη κοινωνία από το γεγονός ότι ένα μέρος της Ελλάδας (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Κυκλάδες, Ιόνια νησιά) είχε πρόσφατα απελευθερωθεί από την Οθωμανικό ζυγό και ο ίδιος αγωνίστηκε σθεναρά, βάζοντας στην υπηρεσία της συγκρότησης της νέα ελληνικής κοινωνίας όλες τις επιστημονικές γνώσεις, όπως και τις ανθρωπιστικές πεποιθήσεις, που είχε. Και μπορούμε να πούμε, νομίζω χωρίς να υπερβάλουμε, ότι μετά την επανάσταση του 1821, έβαλε τα θεμέλια για την επανάσταση (και την καθιέρωση) της δημοτικής γλώσσας, απέναντι στη μακρόχρονη εξουσία και τον ελιτισμό της καθαρεύουσας. Με αυτόν τον τρόπο άνοιξε απεριόριστους δρόμους για όλους μας, για τον πολιτισμό μας.
