- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ετών κυριαρχεί όλο και συχνότερα ένας ισοπεδωτικός αρνητισμός. Με αφορμή κάθε είδους επικαιρότητα –είτε πρόκειται για την παιδεία και την υγεία είτε για την εργασία και τον πολιτισμό– ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου διολισθαίνει σταθερά στην ίδια βέβαιη διαπίστωση: ότι όλα σε αυτόν τον τόπο λειτουργούν «στραβά κι ανάποδα». Η κριτική, από εργαλείο βελτίωσης και ελέγχου της εξουσίας, μετατρέπεται συχνά σε μια μονότονη συνήθεια καθολικής αποδόμησης.
Η αποστασιοποίηση από αυτή τη λογική δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση την υιοθέτηση μιας συστημικής συνηγορίας ή την ωραιοποίηση της πραγματικότητας. Η υπεράσπιση της κυβερνητικής εξουσίας ή η εθελοτυφλία απέναντι σε υπαρκτά, δομικά προβλήματα δεν προσφέρει τίποτα στην κοινωνική πρόοδο. Ωστόσο, η απόλυτη εξίσωση των πάντων με την αποτυχία είναι εξίσου προβληματική. Όταν το πρίσμα μέσα από το οποίο εξετάζονται τα πάντα είναι αποκλειστικά μαύρο, χάνεται η ικανότητα διάκρισης ανάμεσα στις πραγματικές παθογένειες και τις επιμέρους επιτυχίες ή βελτιώσεις.
Η παγίδα της απολυτότητας και οι βαθύτερες παρενέργειές της
Η κυριαρχία του μηδενιστικού λόγου στη δημόσια σφαίρα δεν αποτελεί απλώς μια αισθητική ή υφολογική παρέκκλιση των σχολιαστών· διαμορφώνει ενεργά τη συλλογική συνείδηση και παράγει αισθητές συνέπειες στην κοινωνική πραγματικότητα.
Όταν ο δημόσιος λόγος βομβαρδίζει καθημερινά τους πολίτες με το μήνυμα ότι η κατάρρευση είναι καθολική και η αποτυχία νομοτελειακή, το αποτέλεσμα δεν είναι η ενεργοποίηση, αλλά η διδαγμένη ανημπόρια.
Η διαρκής εστίαση στο «μαύρο» καλλιεργεί την πεποίθηση ότι καμία ατομική ή συλλογική πρωτοβουλία δεν είναι ικανή να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων. Ο πολίτης παύει να διεκδικεί, καθώς θεωρεί κάθε προσπάθεια εκ των προτέρων καταδικασμένη.
Η συνεχής έκθεση σε μια δραματοποιημένη εικόνα της πραγματικότητας προκαλεί συναισθηματικό κορεσμό. Για να προστατευθεί από την ψυχική επιβάρυνση και τη διαρκή ματαίωση, το άτομο αποσύρεται στον ιδιωτικό του χώρο, αποσυνδέεται από τα κοινά και υιοθετεί μια κυνική στάση παθητικότητας.
Πίσω από τις αφηρημένες έννοιες των «θεσμών» και των «συστημάτων» βρίσκονται οι άνθρωποι που τα στελεχώνουν. Η οριζόντια απαξίωση παραβλέπει το γεγονός ότι η καθημερινή λειτουργία της κοινωνίας βασίζεται συχνά στην υπέρβαση αυτών των ανθρώπων.
Όταν ο δημόσιος έπαινος απουσιάζει παντελώς και η κριτική είναι αδιάκριτη, οι γιατροί και νοσηλευτές που δίνουν μάχες στα νοσοκομεία, οι εκπαιδευτικοί που καινοτομούν στις τάξεις και οι εργαζόμενοι που διατηρούν ζωντανό τον πολιτισμό αισθάνονται ότι η προσφορά τους εξισώνεται με την ανεπάρκεια του συστήματος.
Η έλλειψη αναγνώρισης καλλιεργεί το αίσθημα της αδικίας. Όταν η κοινωνική κριτική δεν ξεχωρίζει τον συνεπή επαγγελματία από τον αδιάφορο, αφαιρεί το κίνητρο για βελτίωση, πρωτοβουλία και επαγγελματική ευσυνειδησία.
Διάβρωση του δημοκρατικού διαλόγου και επικράτηση του λαϊκισμού
Ο γόνιμος δημοκρατικός διάλογος απαιτεί σύνθετη σκέψη, διάκριση των λεπτομερειών και παραδοχή των γκρίζων ζωνών της πραγματικότητας. Η λογική του «όλα είναι λάθος» απλοποιεί καταστροφικά τις περίπλοκες προκλήσεις.
Ο τεκμηριωμένος λόγος αντικαθίσταται από εύκολες, συναισθηματικά φορτισμένες ατάκες. Η κριτική χάνει τον στοχευμένο χαρακτήρα της –δεν υποδεικνύει τι συγκεκριμένα απέτυχε και πώς διορθώνεται– αλλά περιορίζεται σε μια γενικευμένη καταγγελία.
Η απολυτότητα τρέφει τον φανατισμό. Όταν η πραγματικότητα χωρίζεται αυστηρά σε «καταστροφή» ή «παράδεισο», ακυρώνεται η μέση οδός της συνεννόησης, των δημιουργικών συμβιβασμών και των ρεαλιστικών μεταρρυθμίσεων. Ο δημόσιος λόγος μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης εντυπώσεων αντί για πεδίο αναζήτησης λύσεων.
Η απόρριψη της απολυτότητας δεν αποτελεί πολιτική τοποθέτηση, αλλά στάση ευθύνης. Η κοινωνία έχει ανάγκη από μια κριτική που να εντοπίζει τα κακώς κείμενα με ακρίβεια, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζει τα βήματα προόδου όπου αυτά σημειώνονται. Μόνο μέσα από μια τέτοια ισορροπημένη ματιά μπορεί να διατηρηθεί η ελπίδα για βελτίωση και να αποφευχθεί η διολίσθηση στη συλλογική παραίτηση.
