“Δύνασαί μοι ειπείν διά ποίαν αιτίαν, επάν χέζωμεν, πυκνά εις το αφόδευμα εαυτών βλέπομεν;”
Ένα βράδυ ο Σάμιος φιλόσοφος Ξάνθος αισθάνθηκε ένα ενοχλητικό κόψιμο την ώρα του δείπνου. Πήρε τον δούλο του Αίσωπο με ένα μάκτρο και ένα δοχείο νερό και βγήκε έξω προς ανακούφιση. Ούτε όμως αυτή την τόσο προσωπική στιγμή ο φιλόσοφος δεν θέλησε να χάσει την ευκαιρία για να θέσει ένα δύσκολο ερώτημα στον υπηρέτη του: Ο Αίσωπος είχε, όπως πάντα, έτοιμη την απάντηση: τα παλιά χρόνια ο τρυφηλός γιος ενός βασιλιά έτρωγε τόσο πολύ ώστε περνούσε ώρες ατέλειωτες στον απόπατο. Κάποια ημέρα ξεχάστηκε σε αυτή τη στάση και «τας ιδίας φρένας έχεσεν».
Από τότε οι άνθρωποι φοβούνται και κάθε φορά που αφοδεύουν σπεύδουν να κοιτάξουν πίσω μήπως κατά λάθος αμόλησαν και την ψυχή τους. «Συ δε μηδέν αγωνία περί τούτου. Ού μη γαρ χέσης σου τας φρένας, ούκ έχεις γαρ». Αυτή και άλλες πολλές αυθάδειες και κασκαρίκες του αρχαίου μυθοπλάστη, αλλά και η αφοπλιστική κριτική που ασκούσε στη γλώσσα των επαϊόντων και κρατούντων, διασώθηκαν ως σήμερα στη μυθιστορία του Αισώπου, ένα παμπάλαιο κείμενο για τον βίο και την πολιτεία του δύσμορφου δούλου που με τη δηκτική ευφυΐα και ευρηματικότητά του διέπρεψε σε επαύλεις διανοουμένων και οίκους βασιλέων της εποχής, του 7ου αιώνα προ Χριστού.
Αισώπεια κριτική στην εξουσία

Ο Γερμανός συγγραφέας Χανς Γιόαχιμ Σέντλιχ, ενενηντάρης σήμερα, δεν έχει κλασική παιδεία αλλά ήξερε από τα νεανικά του χρόνια τον όρο «αισώπεια γλώσσα», ένα είδος ποιητικής μετωνυμίας, έμμεσης απάντησης στα ανθρώπινα ερωτήματα μέσω μύθων και ιστοριών. Την έμμεση δήλωση χρησιμοποίησε και ο Σέντλιχ για να εκφράσει τη σύγκρουση κράτους και ανθρώπου όσο ζούσε στην Ανατολική Γερμανία, αλλά και για να διατυπώσει τις παραμορφώσεις της συνείδησης στην καπιταλιστική κοινωνία μετά το 1977, οπότε εγκαταστάθηκε στη Δυτική Γερμανία.
Κάποια στιγμή ανακάλυψε τυχαία σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο μια γερμανική μετάφραση της μυθιστορίας του Αισώπου και διαβάζοντάς την ανακάλυψε και άλλες εκλεκτικές συγγένειες με τον βιογραφούμενο: την καυστική κριτική των κοινών τόπων, την αμείλικτη λογική βάσανο των τρεχουσών αντιλήψεων, το θάρρος έναντι της εξουσίας. Ο Σέντλιχ, δεξιοτέχνης της γλώσσας και μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας Γλώσσας και Ποίησης, έσκυψε πάνω στην αρχαία μυθιστορία, την επεξεργάστηκε και δημοσίευσε το 1999 τη δική του εκδοχή με τίτλο Το λαλείν αυτώ χάρισαι. Η ζωή και ο θάνατος του ποιητή Αισώπου.
Ο κύριος και η σκύλα του

Ο ετοιμόλογος κουασιμόδος της μυθιστορίας του Αισώπου διαθέτει τη δική του ανατρεπτική δύναμη. Όταν ο Ξάνθος τού δίνει ένα πανέρι με εκλεκτά φαγώσιμα και την εντολή να το παραδώσει «σ’ αυτήν που μ’ αγαπά», ο Αίσωπος χαρίζει τις λιχουδιές στη σκύλα του φιλοσόφου. Ο Ξάνθος επιστρέφει το βράδυ στο σπίτι του και βρίσκει τη γυναίκα του χολωμένη στην παστάδα να περνά κρίση μεγάλης ζηλοτυπίας. Όχι μόνο αρνείται κάθε θωπεία και τον αποκαλεί «κυνοκοίτη», αλλά ζητεί πίσω και την προίκα της. Για μία ακόμη φορά ο Αίσωπος δικαιώνεται, η σκύλα αγαπά τον κύριό της με πολύ μεγαλύτερη αυταπάρνηση απ’ ό,τι η γυναίκα του και καλώς καταβρόχθισε το πανέρι.
