- του Χρήστου Κεφαλή
Στην Υπόθεση Καραγιώργη έχουμε αναφερθεί και σε άλλα κείμενά μας, ιδιαίτερα με αφορμή τα ντοκουμέντα που έφερε σε φως η έρευνα του Νίκου Παπαδάτου στα σοβιετικά αρχεία, δημοσιευμένα στο βιβλίο του Άκρως Απόρρητο. Ο Κώστας Καραγιώργης, επιφανές στέλεχος του ΚΚΕ από το Μεσοπόλεμο, συκοφαντήθηκε και εξοντώθηκε από τον Ζαχαριάδη στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ το 1950, ως αποδιοπομπαίος τράγος για τα τεράστια λάθη της ηγεσίας –του ίδιου του Ζαχαριάδη και των στενών συνεργατών του– στο εαμικό κίνημα και αργότερα στο δεύτερο αντάρτικο. Από τότε και ως σήμερα συνεχίζει να αγνοείται επιδεικτικά από το ΚΚΕ, με αποκορύφωμα την ανοικτή εκ νέου συκοφάντησή του από τις ηγεσίες Παπαρήγα και Κουτσούμπα, στο πλαίσιο της σταλινικής-ζαχαριαδικής αναπαλαίωσης που προωθήθηκε μετά το 1990.
Αναφορικά με τις ιστορικές λεπτομέρειες, ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει σε εκείνη την κριτική μας1, τα πιο σημαντικά σημεία της οποίας θα επισημάνουμε εδώ εν τάχει:
• Η διαφοροποίηση και κριτική του Καραγιώργη σε κρίσιμες επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ: συμφωνίες Λιβάνου και Βάρκιζας, αποχή από τις εκλογές του 1946.
• Η ανοικτή κριτική του Καραγιώργη με την Πλατφόρμα του στην 3η Συνδιάσκεψη του 1950, όχι μόνο στις επιλογές της ηγεσίας, αλλά και στο ανώμαλο καθεστώς που είχαν οικοδομήσει ο Ζαχαριάδης και οι συνεργάτες του, καταπνίγοντας κάθε κριτική και κάθε σοβαρή συζήτηση μέσα στο κόμμα.
• Η απομόνωση και σύλληψη του Καραγιώργη από την ηγεσία· η παρεμπόδισή του να συμμετάσχει στη Συνδιάσκεψη, όπου καταγγέλθηκε από τον Ζαχαριάδη ως προβοκάτορας· οι ανακρίσεις και ο εγκλεισμός του στις ρουμανικές φυλακές, με ρητά αιτήματα για υποβολή του σε βασανιστήρια από τις αρχές· τελικά, η ουσιαστική εξόντωσή του, με έμμεση έγκριση του Στάλιν.
• Οι ανοικτές, ωμές παραχαράξεις των γεγονότων της υπόθεσης στο Ριζοσπάστη μετά το 1991, σε άρθρα του Μάκη Μαΐλη και άλλων στελεχών του ΚΚΕ.
• Η απουσία κάθε αναφοράς ακόμη και στην ύπαρξη του Καραγιώργη στην Απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ (Σεπτέμβρης 2010) που περιλήφθηκε στην κομματική έκδοση των πρακτικών της 3ης Συνδιάσκεψης – μια απόφαση που δικαιώνει σε όλα τον Ζαχαριάδη, επαναλαμβάνοντας ψευδολογίες του όπως η διαβόητη θέση για το «πισώπλατο» του Τίτο2.
Το βιβλίο του Βασίλη Τσιράκη Ο Κοσμοπολίτης. Η Ζωή και ο Θάνατος του Κώστα Καραγιώργη (Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2026) έρχεται να συμπληρώσει την πολιτική εικόνα του Καραγιώργη, ήδη οικεία από αρκετές εκδόσεις, με τη λιγότερο οικεία ανθρώπινη εικόνα του. Με μορφή μυθιστορηματικής βιογραφίας, ο συγγραφέας παρακολουθεί την πορεία του πρωταγωνιστή από τα νεανικά του χρόνια ως το τραγικό τέλος του. Η γλαφυρή αφήγηση, άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο, διακόπτεται διαρκώς από εμβόλιμα κείμενα –κομματικά ντοκουμέντα, κείμενα του ίδιου του Καραγιώργη, αποσπάσματα από τις εκθέσεις του «Πράκτορα Χ» (του συγκρατούμενου που η ηγεσία είχε εγκαταστήσει στο κελί του για να του αποσπάσει ομολογίες)– τα οποία συμπληρώνουν το ιστορικό πλαίσιο.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει πιστά τον Καραγιώργη, ως μια πολύπλευρη φυσιογνωμία, επιστήμονα, διανοούμενο, ηγετικό στέλεχος του κόμματος και του ΔΣΕ. Οι ανοικτοί ορίζοντές του, αποκτημένοι τη μελέτη αλλά και από πολλά ταξίδια σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, είναι το στοιχείο που ξεχωρίζει τον Καραγιώργη από άλλα στελέχη του ΚΚΕ, που δεν είχαν ανάλογες εμπειρίες, έχοντας διαπλαστεί στο πνεύμα της τυφλής πίστης και της υποταγής στην ηγεσία. Είναι, άλλωστε, αυτή η συνθετότητα της προσωπικότητάς του, που τονίζει, από μια συγκεκριμένη πλευρά, ο τίτλος του βιβλίου, Ο Κοσμοπολίτης.
Η πορεία του Καραγιώργη (πραγματικό όνομα Κώστας Γυφτοδήμος) παρουσιάζεται στο βιβλίο σε έξι κεφάλαια, «Τα πρώτα χρόνια», «Η ενηλικίωση», «Πολίτης του κόσμου», «Η ποινή», «Ούριοι άνεμοι», «Το λάθος». Η ιστορία ξεκινά από τη Εύβοια, όπου γεννιέται το 1905 στη Λίμνη, και την Αθήνα, όπου ως φοιτητής ιατρικής και πολιτικά ανήσυχος νέος επηρεάζεται από την Οκτωβριανή Επανάσταση και εντάσσεται στη Κομμουνιστική Νεολαία και αργότερα στο ΚΚΕ. Ακολουθούν διώξεις, συλλήψεις, εξορίες σε μέρη όπως η Ανάφη, το Καλπάκι, η Αίγινα, η Σίφνος και η Κίμωλος. Σε ένα επόμενο στάδιο τον συναντάμε στη Βιέννη και μετά στη Γερμανία, στα χρόνια της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης και της ανόδου των ναζί στην εξουσία· αργότερα στο Παρίσι, όπου συνδέεται με το αντιφασιστικό κίνημα, γνωρίζει τις θέσεις του Τρότσκι και τα τότε καλλιτεχνικά ρεύματα όπως οι σουρεαλιστές· τέλος στη Μόσχα, όπου η ατμόσφαιρα των «νικών της επανάστασης» συνυπάρχει με τις μεγάλες Δίκες του 1936-38 (ο Καραγιώργης θα παρακολουθήσει την πρώτη Δίκη των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ). Ηγετικό στέλεχος στην Κατοχή, οργανώνει στην Αθήνα τον παράνομο Ριζοσπάστη (τη διεύθυνση του οποίου θα αναλάβει μετά την απελευθέρωση) και στη Θεσσαλία αναδεικνύεται σε καπετάνιο και ηγέτη του ΕΑΜ. Στην περίοδο αυτή ο Καραγιώργης εναντιώνεται στις επιλογές του Λιβάνου και της Βάρκιζας, αλλά τελικά υποτάσσεται στην κομματική πειθαρχία. Μετά την απελευθέρωση ταξιδεύει στην Αμερική, όπου ζει από κοντά τη Διάσκεψη του Σαν Φρανσίσκο, και επιστρέφει σε μια Ελλάδα που οδηγείται στον εμφύλιο. Μετά την ήττα του ΔΣΕ (στον οποίο είχε τη θέση του γενικού διοικητή στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα) διατυπώνει την κριτική του, που δρομολογεί την εξόντωσή του από την ηγεσία. Ο Καραγιώργης διαγράφεται, κρατείται, ανακρίνεται, επιχειρεί να αυτοκτονήσει και τελικά φυλακίζεται στη Ρουμανία. Πεθαίνει στις φυλακές του Πιτέστι, άρρωστος από φυματίωση και εγκαταλειμμένος.
Η μυθιστορηματική αφήγηση, που επιλέγει ο Τσιράκης, του επιτρέπει να αναπλάθει καταστάσεις, λογικές και συμπεριφορές μιας εποχής με τρόπο ζωντανό χωρίς να μένει τελείως πιστός στα γεγονότα και συμπληρώνοντας με τη φαντασία όσα γνωρίζουμε από τις πηγές. Σε αυτό βρίσκεται, όπως παρατηρεί ο Κ. Παλούκης σε κριτική του για το βιβλίο, η γονιμότητα αλλά και ο κίνδυνος αυτής της μορφής. Βέβαια, αναφέρει ο ίδιος, ο Τσιράκης είχε εκτενείς συζητήσεις μαζί του και με άλλους ιστορικούς του κινήματος, σε μια συνειδητή προσπάθεια να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο3.
Στην ίδια κριτική του, επικαλούμενος και μια ενδιαφέρουσα ρήση του Α. Ελεφάντη, ο Παλούκης αποτιμά εύστοχα τον Καραγιώργη ως ένα εκπρόσωπο του κριτικού τύπου λαϊκού αγωνιστή που διαπλάστηκε από τις αντιφάσεις του Μεσοπολέμου:
«Η διαδρομή του [του Καραγιώργη] ενσαρκώνει με τον πιο απόλυτο τρόπο αυτό που ο ιστορικός Άγγελος Ελεφάντης περιγράφει ως τη γένεση “μιας νέας προοδευτικής λαϊκότητας”. Ο Καραγιώργης υπήρξε η αρχετυπική μορφή αυτού του νέου τύπου ανθρώπου της αριστεράς, που γεννήθηκε μέσα στις αντιφάσεις του Μεσοπολέμου, στις υποτυπώδεις κομματικές οργανώσεις και τα συνδικάτα. Υπήρξε ένα “ευαίσθητο και προοδευτικό ένζυμο” στον κοινωνικό του χώρο»4.
Εκείνο που χρειάζεται να προστεθεί σε αυτή την αποτίμηση, για να έχουμε μια ολόπλευρη εικόνα του αγωνιστικού τύπου του Καραγιώργη αλλά και των ιστορικών διαστάσεων της προσωπικής του τραγωδίας, είναι ότι σε αυτόν, πλάι στα προτερήματα του οξυδερκούς διανοούμενου, υπήρχαν και οι αδυναμίες του: μια αμφιταλάντευση, αναβλητικότητα και υπεκφυγή από καίριες πλευρές της ιστορικής πείρας του κινήματος, τις οποίες εν μέρει έθιξε στην Πλατφόρμα του μετά την ήττα.
Για να αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα, ο ίδιος ο Καραγιώργης αναφέρεται σε ένα σημείο στην Πλατφόρμα του στην «πείρα του Βουλγάρικου Κόμματος από την εθνικιστική προδοτική γραμμή του Τράιτσο-Κοστόφ»5, μεμφόμενος τα στελέχη της ηγεσίας του ΚΚΕ που είχαν αντιταχθεί στο τύπωμα σχετικής μπροσούρας του ΚΚ Βουλγαρίας. Ο Κοστόφ, ένα ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Βουλγαρίας είχε εκκαθαριστεί το 1949 στις μεταπολεμικές σταλινικές Δίκες στις Λαϊκές Δημοκρατίες και ο Καραγιώργης παραλλήλιζε τη στάση του με εκείνη του Ζαχαριάδη, υπονοώντας την «απειθαρχία» του τελευταίου στην απαίτηση του Στάλιν για τερματισμό του αγώνα του ΔΣΕ.
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο Κοστόφ είχε κριτικάρει τις βάναυσες πολιτικές του Στάλιν στη Βουλγαρία και τις άλλες λαϊκές δημοκρατίες, τη ρήξη με τον Τίτο, κοκ, από μια σκοπιά διαμετρικά αντίθετη από εκείνη του Ζαχαριάδη. Ως αποτέλεσμα, κατηγορήθηκε για αντισοβιετισμό και εκτελέστηκε ως πράκτορας, αφού ομολόγησε μετά από βασανιστήρια (στη Δίκη απέσυρε την ομολογία του). Ο Καραγιώργης, με την κριτική του στο ανώμαλο καθεστώς Ζαχαριάδη και το αίτημα για αποκατάσταση της εσωκομματικής δημοκρατίας, έπαιζε ουσιαστικά στο ΚΚΕ τον ίδιο ρόλο που ο Τράιτσο-Κοστόφ είχε παίξει στο ΚΚ Βουλγαρίας, καταδικάζοντας έτσι τον εαυτό του στην ίδια μοίρα. Η διαφορά είναι ότι μετά το 1956 στο ΚΚ Βουλγαρίας έγινε μια πραγματική πολιτική αποκατάσταση του Κοστόφ και των συντρόφων του, στους οποίους αποδόθηκε δημόσια εκ νέου η κομματική τους ιδιότητα. Στο ΚΚΕ, αντίθετα, υπήρξε μια «αποκατάσταση της μνήμης» μερικών μόνο θυμάτων του ζαχαριαδισμού, με τη σχετική απόφαση μάλιστα να μένει ουσιαστικά μυστική.
Ο Καραγιώργης έδειξε έτσι θάρρος με την κριτική του στη ζαχαριαδική ηγεσία, αυταπατώντας όμως τον εαυτό του σχετικά με τις συνέπειες αυτού του θάρρους. Σε αυτή την αντίφαση δεν καθρεφτίζεται μόνο η προσωπική αδυναμία του Καραγιώργη, αλλά η τραγωδία του κινήματος: η εκτράχυνση μετά την ήττα, όταν οι αποχαλινωμένοι αρχηγοί δεν δίσταζαν μπροστά σε κανένα έγκλημα και απάτη για να αποσείσουν τις ευθύνες τους, καθώς και η απουσία ενός στηρίγματος για να πιαστεί κανείς, αφού ο σταλινισμός είχε δημιουργήσει την ίδια κατάσταση σε όλο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Αλλά παρ’ όλα αυτά ο Καραγιώργης είπε την αλήθεια και η ιστορία δικαιώνει πανηγυρικά την κρίση του για την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ: «Αυτή δεν έχει καμιά έννοια, γιατί ενώ δεν θα προσθέσει τίποτα σε ό,τι θετικό έχουμε, θα επικυρώσει αναγκαστικά ό,τι σάπιο υπάρχει»6.
Ο Τσιράκης δίνει τη σημαντική πληροφορία, που επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, ότι στη διάρκεια της κράτησής του στο Πιτέστι, ο Καραγιώργης έγραψε τα απομνημονεύματά του, των οποίων έκτοτε αγνοείται η τύχη. Είναι εξαιρετικά πιθανό σε αυτά τα γραπτά, έχοντας απαλλαγεί από απατηλές ελπίδες και προσδοκίες, να έριξε μια πιο διεισδυτική και ελεύθερη ματιά στα ζητήματα του κινήματος, όχι μόνο αναφορικά με το ΕΑΜ, αλλά και την κρίσιμη περίοδο του Μεσοπολέμου.
Να υπάρχουν άραγε τα χειρόγραφα του Καραγιώργη καταχωνιασμένα και κλειδαμπαρωμένα σε κάποιο συρτάρι στα υπόγεια του Περισσού; Δεν μπορεί να το αποκλείσουμε. Κρίνοντας από τις συνειδητές συκοφαντίες και τα ψεύδη στην αρθρογραφία του Μαΐλη, την ένοχη σιωπή στην Απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ του 2010, κλπ, είναι βέβαιο ότι κρύβουν πολλά στοιχεία για την Υπόθεση Καραγιώργη. Μπορεί όμως τα χειρόγραφα να χάθηκαν ή να καταστράφηκαν, και η τύχη τους να αγνοείται όπως εκείνη του ίδιου του Καραγιώργη7.
«Πώς τον θάψανε, πού τον θάψανε κανένας δεν έμαθε» – με αυτή τη φράση ολοκληρώνεται το βιβλίο του Τσιράκη8. Τονίζει έτσι το χρέος να μαθευτεί επιτέλους η αλήθεια για τον Καραγιώργη και για άλλες παρόμοιες υποθέσεις του κινήματος. Σε αυτό το χρέος η τωρινή ηγεσία του ΚΚΕ, έχοντας ταυτιστεί αμετάκλητα με τους φορείς της ανωμαλίας για λόγους αυτοδικαίωσης, θα κωφεύει εσαεί. Το βιβλίο του Τσιράκη βοηθά τους έντιμους ακτιβιστές να αισθανθούν το χρέος τους και να πράττουν ανάλογα.
Σημειώσεις
1. Βλέπε Χρ. Κεφαλής, Κριτική του Νεοσταλινισμού του ΚΚΕ, εκδ. Εύμαρος, Αθήνα 2023, ιδιαίτερα το άρθρο «Άκρως Απόρρητο: Ένα πολύτιμο βιβλίο για τη δεκαετία της σταλινικής ανωμαλίας στο ΚΚΕ, 1944-1953», σελ. 467-501.
2. «Εισαγωγή. Η σημασία της 3ης Συνδιάσκεψης και της έκδοσης των Πρακτικών», στο Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, 10-14 Οκτώβρη 1950, Πρακτικά, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010.
3. Κ. Παλούκης, «“Ο κοσμοπολίτης”, Βασίλης Τσιράκης: Ανάμεσα στο τεκμήριο και τη μυθοπλασία», marginalia.gr, 13.6.2026.
4. Ό.π.
5. Βλέπε την Πλατφόρμα του Καραγιώργη, στο Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, εκδ. Γλάρος, σελ. 399.
6. Στο ίδιο, σελ. 401.
7. Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρει ότι η οικογένεια Καραγιώργη-Γυφτοδήμου απευθύνθηκε σε διάφορους φορείς για την εύρεση των απομνημονευμάτων του Καραγιώργη, προσπάθεια που όμως «δεν ευοδώθηκε» (σελ. 331).
8. Β. Τσιράκης, Ο Κοσμοπολίτης, σελ. 328.
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
