Οι ανατροπές που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, η μεταβαλλόμενη ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, το μέλλον της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή και η θέση του ιρανικού λαού, βρέθηκαν στο επίκεντρο συζήτησης στο πλαίσιο του Athens Democracy Forum, το οποίο διοργανώνεται από το Democracy & Culture Foundation σε συνεργασία με τους The New York Times από τις 29 Σεπτεμβρίου έως την 1η Οκτωβρίου.
Ο Thomas L. Friedman, Opinion Writer των The New York Times, εκτίμησε ότι η σύγκρουση στο Ιράν έχει ήδη αλλάξει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ εισήλθαν στον πόλεμο. «Είχαν μόνο Plan A. Αποδείχθηκε ότι το Ιράν είχε Plan B και Plan C», ανέφερε, εξηγώντας ότι η Τεχεράνη διέθετε εναλλακτικές επιλογές κλιμάκωσης, από τα Στενά του Ορμούζ μέχρι επιθέσεις σε κράτη του Κόλπου. Εκτιμά ότι η σημερινή δυναμική δεν ευνοεί την Ουάσιγκτον και μια ενδεχόμενη διαπραγμάτευση μπορεί να ολοκληρωθεί πιο κοντά στους όρους της Τεχεράνης.
Παράλληλα, έθεσε ένα καίριο ζήτημα αναφορικά με το ποιος διαθέτει σήμερα στο Ιράν την εξουσία να αποφασίσει μια υποχώρηση. Διερωτήθηκε εάν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ «σκότωσαν τον μοναδικό άνθρωπο στο Ιράν που μπορούσε πραγματικά να πει «υποχωρούμε», αναφερόμενος στον Αλί Χαμενεΐ. Προέβλεψε, επίσης, περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή και μια πιθανή, μεγαλύτερη σύγκλιση μεταξύ Ισραήλ και σουνιτικών κρατών απέναντι στο Ιράν. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι οι πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ, οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και η πορεία της τιμής του πετρελαίου θα επηρεάσουν καθοριστικά την επόμενη ημέρα, καταλήγοντας: «Οι επαναστάσεις είναι πραγματικά δύσκολες και είναι πραγματικά δύσκολο να τελειώσουν καλά».
Από την πλευρά της, η Nazenin Ansari, Managing Editor των Kayhan London και Kayhan Life, επέμεινε ότι πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην Ισλαμική Δημοκρατία και στον ιρανικό λαό. «Η επιβίωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας και η ευημερία του ιρανικού λαού είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα», τόνισε. Όπως εξήγησε, την ώρα που η διεθνής συζήτηση επικεντρώνεται στους πυραύλους, στον πόλεμο και στις διαπραγματεύσεις, η καθημερινότητα των Ιρανών περνά σε δεύτερο πλάνο. Η ίδια αναφέρθηκε στις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, παρά τα μεγάλα ενεργειακά αποθέματα της χώρας, αλλά και στις καταγγελίες για καταστολή και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Παράλληλα, επεσήμανε ότι τα internet blackouts δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την καταγραφή των γεγονότων, ενώ περιέγραψε μια ευρύτερη αναδιάταξη ισχύος στη Μέση Ανατολή, με την άνοδο περιφερειακών δυνάμεων όπως το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία.
Τέλος, η Alanoud bint Hamad Al Thani, Nonresident Fellow στο Middle East Council on Global Affairs, σημείωσε ότι τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου δοκίμασαν διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στο Ιράν, από τη σκληρή στάση μέχρι τη διπλωματική και οικονομική προσέγγιση. «Στο τέλος της ημέρας, όλες αυτές οι χώρες βομβαρδίστηκαν το ίδιο», είπε, προσθέτοντας ότι η εμπλοκή των Χούθι περιπλέκει ακόμη περισσότερο το περιβάλλον ασφαλείας.
Η κυρία Al Thani προειδοποίησε ιδιαίτερα για μια λιγότερο ορατή συνέπεια του πολέμου: χώρες του Κόλπου που επί δεκαετίες επένδυαν στην εκπαίδευση, καθώς και στην κοινωνική και οικονομική τους ανάπτυξη, ενδέχεται τώρα να αναγκαστούν να διοχετεύσουν πολύ περισσότερους πόρους στην άμυνα. Ο κ. Friedman συμφώνησε με τη διαπίστωση αυτή, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη μετατόπιση ως μια από τις «κρυφές απώλειες» της πολεμικής σύγκρουσης.
Η κυρία Ansari επανέφερε στο τέλος το ζήτημα των ίδιων των Ιρανών. «Φέρτε ξανά το Ιράν στην εξίσωση», είπε, καλώντας τα μέσα ενημέρωσης, ως «τέταρτο πυλώνα της δημοκρατίας», να στρέψουν την προσοχή στη διαφθορά, στις πραγματικές συνθήκες ζωής και στις φωνές των ανθρώπων μέσα στη χώρα.
Το πάνελ συντόνισε ο Steven Erlanger, Chief Diplomatic Correspondent, Europe, των The New York Times.
Αμέσως μετά, ακολούθησε μια εξίσου ενδιαφέρουσα συζήτηση, στην οποία ο Xiaoyu Lu, Assistant Professor στη School of International Studies του Peking University και Founding Director του PeaceLab, συνομίλησε με τη Liz Alderman, Journalist and Former New York Times Correspondent, για τη μεταβολή της φύσης του πολέμου και της διεθνούς διαμεσολάβησης.
Ο κ. Lu επεσήμανε τη σταδιακή μείωση της ανθρώπινης παρουσίας στο πεδίο της μάχης λόγω της αυξανόμενης χρήσης μη επανδρωμένων συστημάτων και την επιστροφή των περισσότερο δαπανηρών διακρατικών συγκρούσεων. Υποστήριξε παράλληλα ότι η παραδοσιακή διπλωματία βρίσκεται σε κρίση, καθώς οι εμπλεκόμενες πλευρές παρακάμπτουν ολοένα συχνότερα θεσμούς και γραφειοκρατίες για να φτάσουν απευθείας στους ανθρώπους που λαμβάνουν τις αποφάσεις. «Οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται πλέον τους μεγάλους διπλωματικούς θεσμούς», δήλωσε.
Αναφερόμενος στον αυξανόμενο ρόλο της Κίνας ως διαμεσολαβητή, έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας. Υποστήριξε ότι το Πεκίνο μπόρεσε να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση όχι επειδή ήταν απολύτως ουδέτερο, αλλά ακριβώς επειδή έχει ζωτικό συμφέρον από τη σταθερότητα της περιοχής και την ενεργειακή της ασφάλεια.
Όσον αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία, υποστήριξε ότι η ουκρανική πλευρά αντιλαμβάνεται πως η Κίνα δεν πρόκειται να διακόψει τις σχέσεις της με τη Ρωσία. Το πλέον ενδιαφέρον συμπέρασμά του αφορούσε, ωστόσο, τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα: «Η πρόκληση δεν είναι η έλλειψη κατανόησης». Όπως εξήγησε, όσο περισσότερο επικοινωνούν η Ουάσιγκτον με το Πεκίνο και όσο καλύτερα γνωρίζει η μία πλευρά την άλλη, τόσο μεγαλύτερη φαίνεται να γίνεται η μεταξύ τους εχθρότητα – ένα πραγματικό παράδοξο για την ίδια τη δυνατότητα της διπλωματίας να επιλύει τις σύγχρονες συγκρούσεις.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα: https://www.
