Στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος EU RICE, η μείωση, που υπολογίζεται σε περίπου 22%-29%, αποδίδεται από τους εκπροσώπους των συνεταιρισμών σε τέσσερις κυρίως πιέσεις: το αυξημένο κόστος ενέργειας και εφοδίων, την υποχώρηση των τιμών του προϊόντος, την είσοδο μεγάλων ποσοτήτων ρυζιού από τρίτες χώρες χωρίς δασμούς και την αδυναμία των ευρωπαϊκών μηχανισμών διασφάλισης να παρέμβουν εγκαίρως.
«Υπάρχει μείωση των εκτάσεων με ρύζι στα 220.000-240.000 στρέμματα φέτος, όταν την προηγούμενη χρονιά ανέρχονταν σε πάνω από 300 χιλιάδες», ανέφερε ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης (ΕΑΣΘ), Κώστας Γιαννόπουλος.
Η πίεση ξεκινά από το κόστος της ενέργειας και των εφοδίων. Ο πρόεδρος της ΕΑΣΘ, Χρήστος Τσιχήτας, ανέφερε ότι τα λιπάσματα, που κόστιζαν 400-600 ευρώ ανά τόνο, έχουν φτάσει πλέον να πωλούνται στα 800-1.000 ευρώ. Η ορυζοκαλλιέργεια έχει αυξημένες ανάγκες σε καύσιμα για τις εργασίες στα χωράφια, ενώ, όπως σημείωσε, «η επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο και η ενίσχυση που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για τα λιπάσματα δεν καλύπτουν το σύνολο των επιβαρύνσεων».
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που ανέφερε ο πρόεδρος του Β΄ Συνεταιρισμού Χαλάστρας, Βασίλειος Κουκουρίκης. «Τα 100 λίτρα πετρελαίου κοστίζουν περίπου 220 ευρώ, ποσό αντίστοιχο με την αξία ενός τόνου ρυζιού».
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις του κ. Γιαννόπουλου, το κόστος παραγωγής υπερέβη τα έσοδα από τις καλλιέργειες κατά περίπου 30%. «Η ενίσχυση de minimis των 70 ευρώ ανά στρέμμα περιόρισε μέρος της ζημιάς, χωρίς να επαναφέρει την κερδοφορία», είπε χαρακτηριστικά. Από την πλευρά του ο κ. Κουκουρίκης, η τιμή που έλαβαν οι παραγωγοί φέτος υποχώρησε από τα 32 στα 25 λεπτά το κιλό την περασμένη χρονιά.
Στο βάρος αυτό προστίθενται οι εισαγωγές από τρίτες χώρες. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά το ευρωπαϊκό πρόγραμμα “EU RICE”, οι εισαγωγές ρυζιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθαν σε 1,7 εκατ. τόνους κατά την τελευταία εμπορική περίοδο, με περίπου το 60% να εισάγεται χωρίς δασμούς. Η Καμπότζη και η Μιανμάρ εξήγαγαν συνολικά 550.000 τόνους στην ευρωπαϊκή αγορά με πλήρη δασμολογική απαλλαγή. Από αυτούς, οι 500.000 τόνοι αφορούσαν επεξεργασμένο και συσκευασμένο ρύζι από 5 έως 20 κιλά, γεγονός που επιτείνει την πίεση και στον ευρωπαϊκό κλάδο μεταποίησης.
Για το γεγονός αυτό, οι ευρωπαϊκοί φορείς Copa-Cogeca, FERM και Ente Nazionale Risi εξέφρασαν την έντονη ανησυχία τους για την ανεπάρκεια των υφιστάμενων μηχανισμών προστασίας.
Η ευρωπαϊκή ρήτρα διασφάλισης, η οποία συμφωνήθηκε στον τριμερή διάλογο της 1ης Δεκεμβρίου 2025, προβλέπει την ενεργοποίηση μέτρων όταν οι εισαγωγές φτάσουν τους 561.000 τόνους. Το όριο αυτό είναι κατά 45% υψηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας, γεγονός που, σύμφωνα με τους παραγωγούς, περιορίζει την αποτελεσματικότητα της ρήτρας: εκτιμούν ότι η αγορά θα έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά πριν ληφθούν μέτρα.
Οι Ευρωπαίοι ρυζοπαραγωγοί είχαν προτείνει ως όριο αύξησης το 20%, ενώ η αρχική πρόταση του Συμβουλίου προέβλεπε ενεργοποίηση στους 750.000 τόνους.
Όπως επισήμανε ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης (ΕΑΣΘ) οι ευρωπαϊκές εισαγωγές έχουν ήδη φτάσει τους 550.000.
Παραγωγή και συνεταιρισμοί
Η ΕΑΣΘ αποτελείται από εννέα πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς, δραστηριοποιείται σε δύο νομούς και καλύπτει, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περίπου το 75% της εγχώριας παραγωγής ρυζιού. Οι ορυζοπαραγωγοί υπολογίζονται σε περίπου 3.500, ενώ οι συνεταιρισμοί εκπροσωπούν περισσότερα από 5.000 μέλη.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του κ. Τσιχήτα η ελληνική παραγωγή αγγίζει τους 150.000 τόνους, με την εγχώρια κατανάλωση να φτάνει τους 50.000 τόνους. Η υπόλοιπη ποσότητα όπως υπογράμμισε «κατευθύνεται για τις αγορές του εξωτερικού».
Οι συνεταιρισμοί επενδύουν στις υποδομές, όμως η πτώση των τιμών και η αύξηση των ποσοτήτων που ζητά η αγορά δυσκολεύει την αποπληρωμή των νέων επενδύσεων. Ο Α΄ Αγροτικός Συνεταιρισμός Ορυζοπαραγωγών Χαλάστρας, σύμφωνα με στοιχειά που παρουσιάστηκαν, έχει επενδύσει περίπου 5 εκατ. ευρώ την τελευταία επταετία σε αποθήκες, ξηραντήριο και συσκευαστήριο, σύμφωνα με τον πρόεδρό του, Χρήστο Γκατζάρα. Διαθέτει περίπου 500 εγγεγραμμένα μέλη, ενώ ο κύκλος εργασιών του το 2024 ανήλθε σε περίπου 22 εκατ. ευρώ, μαζί με δραστηριότητες σε καλαμπόκι και υπηρεσίες προς βαμβακοπαραγωγούς. Για το 2025 ο κ. Γκατζάρας εκτιμούσε μείωση 10%-20% στους κύκλους εργασιών.
Ο ίδιος είπε ότι η πρόσβαση του ελληνικού ρυζιού στα μεγάλα σούπερ μάρκετ παραμένει δύσκολη, παρότι ο συνεταιρισμός μπορεί να παράγει προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Έθεσε επίσης ζήτημα σαφούς ταυτοποίησης του ελληνικού προϊόντος, σημειώνοντας ότι το «Καρολίνα» και το μακρύσπερμο ρύζι, γνωστό ως «νυχάκι», παράγονται στην Ελλάδα. Μάλιστα όπως επισήμανε, για την προστασία ποικιλιών όπως το «Καρολίνα» έχει κατατεθεί φάκελος προδιαγραφών.
Ο Β΄ Συνεταιρισμός Χαλάστρας, που ιδρύθηκε το 1960, επένδυσε 6,5 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης σε αποθηκευτικό χώρο 10.000 τόνων και παρέλαβε περίπου 40.000 τόνους ρυζιού το 2025, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Συνεταιρισμού και της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ελληνικού Ρυζιού (ΕΔΟΡΕΛ), Βασίλη Κουκουρίκη, ο οποίος είπε ότι ο συνεταιρισμός δεν δραστηριοποιείται στην τυποποίηση προϊόντος.
Η περιβαλλοντική διάσταση
Παράλληλα με τα αιτήματα για προστασία της αγοράς, ο κλάδος προβάλλει τον περιβαλλοντικό ρόλο της καλλιέργειας. Το πρόγραμμα EU RICE, που υλοποιείται από την ΕΑΣΘ και το Consejo Regulador de la DOP Arroz de Valencia, τη Ρυθμιστική Αρχή του ρυζιού ΠΟΠ Βαλένθια, συνδέει την ορυζοκαλλιέργεια με την προστασία της βιοποικιλότητας.
Βασικός στόχος του προγράμματος είναι η ενημέρωση για τις αυστηρές προδιαγραφές που διέπουν την καλλιέργεια του ρυζιού στην Ευρώπη.
Οι ορυζώνες του Δέλτα Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα βρίσκονται σε περιοχή Natura 2000 και λειτουργούν ως εποχικοί υγρότοποι, όπως και ορυζώνες σε προστατευόμενες περιοχές της Βαλένθια.
Τέλος, στο πρόγραμμα παρουσιάστηκαν πρακτικές όπως η εναλλαγή άρδευσης και ξήρανσης, η αμειψισπορά, τα φυτά κάλυψης και η μηχανική αντιμετώπιση των ζιζανίων, με στόχο την εξοικονόμηση νερού και τον περιορισμό των χημικών εισροών.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
