Από τους εμπόρους του 19ου αιώνα έως τους μετανάστες της οικονομικής κρίσης: Το συναρπαστικό ταξίδι τολμηρών Ελλήνων στη Δυτική Αφρική καταγράφει βιβλίο

Τολμηροί επιχειρηματίες, εξερευνητές, έμποροι, ονειροπόλοι και οικογένειες άφησαν την Ελλάδα και έκτισαν μια καινούργια ζωή στις χώρες της Δυτικής Αφρικής.

by Times Newsroom

Το συναρπαστικό ταξίδι αυτού του λιγότερου γνωστού κομματιού της ελληνικής διασποράς, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, καταγράφει ο ιστορικός και ερευνητής Αντώνης Χαλδαίος, στο βιβλίο του «Η Ελληνική παρουσία στη Δυτική Αφρική»

Οι περισσότεροι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στις βρετανικές πρώην αποικίες, κυρίως στη Γκάνα (τότε Χρυσή Ακτή), στη Νιγηρία και στη Σιέρα Λεόνε, ενώ όσον αφορά τις γαλλικές αποικίες η μεγαλύτερη παρουσία Ελλήνων καταγράφεται στη Σενεγάλη και στη Γουινέα.

Μια Ελληνίδα στη Γουινέα

Oι πρώτοι Έλληνες έμποροι έφτασαν στη Δυτική Αφρική , γύρω στα 1880 και όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χαλδαίος η έναρξη της παρουσίας των Ελλήνων στην περιοχή συνδέεται με την ίδρυση της εταιρείας PZ από τον Γεώργιο Ζοχώνη, που είχε καταγωγή από τη Σπάρτη και τον Σκωτσέζο Τζορτζ Πάτερσον, το 1879 στη Σιέρρα Λεόνε.

«Σταδιακά άρχισαν να φέρνουν κόσμο από την Ελλάδα, τους οποίους τοποθετούσαν σε διάφορα χωριά, σε διάφορες μικρές πόλεις στη Γκάνα και στη Νιγηρία και διοχέτευαν το φοινικέλαιο ή το κακάο στην αγορά της Μεγάλης Βρετανίας», υπογράμμισε και πρόσθεσε ότι «κάποια στιγμή, λίγο πριν ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρχαν πάνω από 300 αντιπρόσωποι Έλληνες της PZ σε διάφορα μέρη της Δυτικής Αφρικής».

Το 1909 συναντάμε έναν Έλληνα έμπορο με το επώνυμο Φουφούνης, του οποίου η επιχείρηση ιδρύθηκε στο Μαμού της Γουινέας το 1903. Εκείνη την περίοδο ζούσαν και άλλοι δύο Έλληνες στη Γουινέα, που εργάζονταν ως αντιπρόσωποι της εταιρείας PZ: ο Βογιατζής που διέμενε στην Ντουμπρεκά από το 1903 και ο Δελίδης που κατοικούσε στο Μαμού. Το 1914 εντοπίζονται και άλλοι Έλληνες έμποροι στη Γουινέα, όπως ο Βαρουχάκης, που ήταν εγκατεστημένος στο Κονακρί και διατηρούσε τη δική του εταιρεία, και ο Κελαϊδίτης, που εκπροσωπούσε την PZ.

Το 1915, σε μια εποχή που η γυναικεία επιχειρηματικότητα ήταν άγνωστη λέξη, η Σοφία Κούππα ήταν έμπορος στο Κονακρί της Γουινέας και εκπροσωπούσε τον οίκο Jabre Frères.

«Δεν έχω εντοπίσει πουθενά στα 17 χρόνια έρευνας μου στην Αφρική κάποια Ελληνίδα να είναι υπεύθυνη του καταστήματος, εμπορικός αντιπρόσωπος και μάλιστα σε περιοχές όπου η ευρωπαϊκή παρουσία είναι ισχνή», τόνισε ο κ. Χαλδαίος.

Σύλληψη και απελευθέρωση με παρέμβαση του πρόξενου

Mε την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι γερμανικές επιχειρήσεις, έκλεισαν γιατί θεωρήθηκαν εχθρικές και οι Γερμανοί έμποροι διώχθηκαν, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος σε άλλες εθνικότητες, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων.

Την ίδια περίοδο ο Κανάρης, γεννημένος στη Σμύρνη, ήταν συνιδιοκτήτης ελληνικής εταιρείας που δραστηριοποιούταν κυρίως στη Γκάνα και στη Νιγηρία. Θεωρήθηκε εχθρός των Βρετανών, ως υπήκοος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και γιατί είχε προσπαθήσει να αντιταχθεί στις προσπάθειες των μεγάλων βρετανικών εταιρειών να κυριαρχήσουν στην περιοχή. Συνελήφθη και τελικά αποφυλακίστηκε με την παρέμβαση του Έλληνα προξένου στο Λονδίνο.

Η σύλληψη δημιούργησε προβλήματα στην εταιρεία, η οποία τελικά πωλήθηκε σε βρετανική πολυεθνική.

Πρωτοπόροι στην τυποποίηση τροφίμων και ποτών

Oι μεγαλύτεροι έμποροι στη Δυτική Αφρική στις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν ο Φλοιώνης, ο Θωμόπουλος, ο Μαυρίδης και αργότερα ο Ελληνοκύπριος Αναστάσιος Λεβέντης. Η κύρια δραστηριότητα των Ελλήνων στην περιοχή ήταν το εμπόριο, το φοινικέλαιο, το κακάο.

Γύρω στο 10 με 15% της παραγωγής κακάο ήταν στα χέρια Ελλήνων, κυρίως της PZ και της εταιρείας του Λεβέντη.

H παρουσία των Ελλήνων ήταν αριθμητικά μικρή, αλλά είχαν σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο.

«Είχαν μερίδιο στο εμπόριο και αργότερα στον χώρο της βιομηχανίας. Ήταν από τους πρώτους σε τομείς όπως η τυποποίηση τροφίμων και ποτών, η εταιρεία του Κουμάνταρου είχε τους αλευρόμυλους και του Λεβέντη την εμφιάλωση», υπογράμμισε ο κ. Χαλδαίος.

Η δημιουργία της ελληνικής κοινότητας

Mετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο συντελείται το μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Δυτική Αφρική, κυρίως με Κύπριους, αλλά και με αρκετούς Έλληνες, βοηθώντας να αυξηθεί ο αριθμός των Ελλήνων στην περιοχή και κυρίως στις βρετανικές αποικίες, δηλαδή στη Νιγηρία, τη Γκάνα

Η ελληνική παρουσία έφτασε στο απόγειο της γύρω στη δεκαετία του ’60. Η ανεξαρτησία των χωρών της Αφρικής και οι οικονομικές αλλαγές οδήγησαν στη μετακίνηση των Ευρωπαίων συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, σε όμορες χώρες ή εκτός της ηπείρου

«Στη Δυτική Αφρική η πλειοψηφία των Ελλήνων, μετακινήθηκαν προς τη Νιγηρία, όπου οι συνθήκες ήτανε ιδιαίτερα καλές για να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, παρόλο που η χώρα από ένα σημείο και μετά βίωσε εμφύλιους πολέμους. Με αποτέλεσμα η μεταναστευτική αυτή ροή δημιούργησε έναν μεγάλο αριθμό Ελλήνων στη χώρα και αποτέλεσε την αφετηρία για τη δημιουργία της πρώτης και μοναδικής ελληνικής κοινότητας στην ευρύτερη Δυτική Αφρική, στο Λάγος της Νιγηρίας το 1959», τόνισε ο κ. Χαλδαίος.

H πόλη που σχεδίασε ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης στην Γκάνα

Μετά την ανεξαρτησία της Γκάνας, και στο πλαίσιο της υλοποίησης του οράματος του πρόεδρου Κβάμε Νκρούμαχ για εκσυγχρονισμό και εκβιομηχάνιση, ο Έλληνας αρχιτέκτονας και πολεοδόμος, Κωνσταντίνος Δοξιάδης, ανέλαβε τον Μάρτιο του 1960 να σχεδιάσει τη νέα πόλη του Ακοσόμπο.

Η νέα πόλη αποτελείτο από τέσσερις γειτονιές και μία κεντρική περιοχή. Σχολεία, καταστήματα και μία αγορά τοποθετήθηκαν στο κέντρο. Τα σπίτια σχεδιάστηκαν για να φιλοξενούν εκτεταμένες οικογένειες που διαβίωναν με τον παραδοσιακό τρόπο.

Βιομηχανίες- κολοσσοί στη Νιγηρία

Αρχικά, οι Έλληνες στη δυτική Αφρική ήταν σε ένα ιδιαίτερο καθεστώς, μετανάστευαν για να εργαστούν για λογαριασμό των μεγάλων εταιρειών και έμεναν γύρω στα πέντε χρόνια, και κάποιοι επέκτειναν τα συμβόλαιά τους για εφτά ή δέκα χρόνια. Στην πορεία όμως και κυρίως μετά το 1960 αρκετοί αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα, γεγονός που οδήγησε σε μια νέα διάσταση την ελληνική παρουσία, κυρίως στη Νιγηρία.

«Απέκτησαν μεγαλύτερη ανάμειξη στις οικονομικές δομές της χώρας, με αποτέλεσμα να γιγαντωθούν οι μικρές ή οι μεσαίες επιχειρήσεις που είχαν δημιουργηθεί τη δεκαετία του ’60 και να γίνουν μεγάλες βιομηχανίες- κολοσσοί στο χώρο των κατασκευών είτε στο χώρο του εμπορίου, όπως η εταιρεία του Λεβέντη, η εταιρεία του Κουμάνταρου με τους αλευρόμυλους και αργότερα η εταιρεία του Ρωμαίου και του Ιωάννη Μπαρμπερόπουλου οι οποίοι ασχολήθηκαν με το κομμάτι της σιδηρουργίας», σημείωσε ο κ. Χαλδαίος

Πέρα από τη Νιγηρία, μικρότερη ήταν η παρουσία των Ελλήνων στη Γκάνα και στη Σενεγάλη.

Μετά τη δεκαετία του ’70 και του ’80 όπως και στις άλλες χώρες της Αφρικής, η ελληνική παρουσία άρχισε να φθίνει.

Οι μετανάστες της οικονομικής κρίσης

Τα τελευταία 20 χρόνια, κυρίως μετά την κρίση, Έλληνες επιχειρηματίες, χωρίς να έχουν δεσμό με τις χώρες της Αφρικής αποφάσισαν να αναζητήσουν την τύχη τους στην περιοχή .

«Και βλέπουμε επιχειρήσεις οι οποίες ξεκινούν στις χώρες αυτές, είτε σε ίδιους τομείς με το παρελθόν, είτε σε καινούργιους, όπως είναι ο εκτελωνισμός πλοίων που συναντάμε στην Γκάνα, όπου υπάρχουν αυτή την εποχή γύρω στους 100 Έλληνες που δραστηριοποιούνται κυρίως στο κομμάτι αυτό. Στη Νιγηρία παραμένουν στο κομμάτι της βιομηχανίας και του εμπορίου», σημείωσε ο κ. Χαλδαίος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ Γεωργία Χατζηγεωργίου

*Τις φωτογραφίες παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χαλδαίος

photo1: Το εξώφυλλο του βιβλίου

photo2: Έλληνες στο Κουμάσι της Γκάνας, το 1950

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή