Αυτοτραυματισμοί… Αίτια/συνέπειες/λύσεις

Οπωσδήποτε, το άτομο που αυτοτραυματίζεται θα πρέπει να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, ώστε να μπορέσει να ρυθμίζει καλύτερα τα αρνητικά συναισθήματά του και σιγά σιγά να αντικαταστήσει τις αρνητικές σκέψεις και πεποιθήσεις του με πιο θετικές.

by Times Newsroom

Στο εν λόγω άρθρο θα εξετάσουμε τι οδηγεί τους νέους να ξύνουν, να κόβουν, να χαράσσουν, να καίνε το δέρμα τους ή να χτυπούν το σώμα τους ή ακόμα να χτυπούν το κεφάλι τους στον τοίχο. Για πολλά χρόνια οι ψυχολόγοι θεωρούσαν ότι αυτού του είδους οι αυτό-τραυματικές συμπεριφορές ήταν μια αντίδραση του ατόμου στην προσπάθειά του να εκφράσει ή να ρυθμίσει τα συναισθήματά του κυρίως όταν αισθανόταν ανήσυχο, καταθλιπτικό, αναστατωμένο ή θυμωμένο.

Η διαταραχή αυτή, γνωστή ως «μη αυτοκτονικός αυτοτραυματισμός» περιλαμβάνεται στην 5η έκδοση του DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (2013)/Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών). Ως μια νέα σχετικά διαταραχή χρήζει περισσότερης μελέτης και επίσης αποτελεί σύμπτωμα της οριακής διαταραχής προσωπικότητας, η οποία διακρίνεται από συναισθηματική αστάθεια, ασταθείς σχέσεις και χρόνια αισθήματα κενού. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν συχνά τη «διαλεκτική συμπεριφοριστική θεραπεία», εξαιτίας της αποτελεσματικότητάς της στην οριακή διαταραχή προσωπικότητας γενικά.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι δύο ερευνητές από το πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ ακολουθούν μια διαφορετική προσέγγιση. Ο Joseph Franklin, PhD, μεταδιδακτορικός συνεργάτης στο εργαστήριο του ερευνητή για την αυτοκτονία και ψυχολόγου Matthew Nock, PhD, έχει απομακρυνθεί από προηγούμενες υποθέσεις σχετικά με τον αυτοτραυματισμό και προσανατολίζεται ευρύτερα στο τι μπορεί να οδηγεί σε αυτό-τραυματική συμπεριφορά. Ο Franklin, δέχεται ότι σε γενικές γραμμές η διαταραχή των αυτοτραυματισμών βοηθά το άτομο να αντιμετωπίσει τα έντονα αρνητικά συναισθήματά του, αλλά επιθυμεί να κατανοήσει περισσότερα σχετικά με το γιατί συμβαίνει αυτό. Περίπου την ίδια εποχή, η Jill Hooley, DPhil, που διευθύνει το πρόγραμμα πειραματικής ψυχοπαθολογίας και κλινικής ψυχολογίας του Χάρβαρντ, ανακάλυπτε ότι οι άνθρωποι με την αυτό-τραυματική διαταραχή θα άντεχαν πειραματικά τον πόνο για πολύ περισσότερο από τους συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου (τα άτομα δηλαδή χωρίς την διαταραχή), και αναρωτήθηκε γιατί. Ποιοι παράγοντες εμπόδιζαν τους αυτό-τραυματιζόμενους από το να ενεργούν προφανώς προς το συμφέρον τους και να μην αποφεύγουν τον πόνο; Και θα μπορούσε ο εντοπισμός αυτών των παραγόντων να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι είχαν κίνητρα να εκδηλώσουν αυτή τη διαταραχή; Υπάρχουν κι αν ναι, ποια θα μπορούσαν να είναι τα πιθανά (συναισθηματικά) οφέλη πίσω από τις αυτό-τραυματικές συμπεριφορές;

Για τον Franklin, ένα από τα βασικότερα ερωτήματα με το οποίο ξεκίνησε την έρευνά του ήταν το γιατί τα άτομα αυτά αναφέρουν ότι αισθάνονται καλύτερα, αφού βλάψουν τον εαυτό τους; Όπως ο ίδιος αναφέρει: «οι περισσότερες μελέτες για το θέμα βασίστηκαν σε αυτό-αναφορές, αλλά ήθελα να το εξετάσω πειραματικά και βιολογικά για να δω αν ήταν πραγματικά αλήθεια». Στην μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο Journal of Abnormal Psychology (2010), ο Franklin και οι συνεργάτες του, μέτρησαν τις αμυντικές αντιδράσεις των συμμετεχόντων στο ανοιγοκλείσιμο των ματιών πριν και μετά την τοποθέτηση των χεριών τους σε παγωμένο νερό. Διαπιστώθηκε ότι τα άτομα που προέβαιναν σε αυτοτραυματισμούς, πράγματι ένιωθαν καλύτερα μετά το πέρας αυτής της δοκιμασίας. Εξίσου εκπληκτικό αποτέλεσμα ήταν επίσης ότι και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι ύστερα από αυτή την δοκιμασία αισθάνονταν καλύτερα! Έδειξαν ακριβώς τον ίδιο βαθμό φυσιολογικής άμυνας και επακόλουθης φυσιολογικής ανακούφισης με εκείνους που προέβαιναν σε συμπεριφορές αυτοτραυματισμού.

Λίγα χρόνια μετά, το 2013, δημοσιεύθηκε στο Clinical Psychological Science, η επανάληψη της μελέτης της ομάδας του Franklin, όπου επίσης τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν ισοδύναμες αλλαγές στα θετικά συναισθήματα ως απάντηση σε σοκαριστικά ερεθίσματα. Μη μπορώντας να βρει ικανοποιητικές εξηγήσεις από τα πειράματά του, ο Franklin, επέστρεψε σε μια προσεκτικότερη εξέταση της βιβλιογραφίας και διαπίστωσε ότι ήδη εδώ και 70 χρόνια οι ψυχολόγοι αναφέρονται σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται «ανακούφιση από τον πόνο». Η δυσάρεστη σωματική αντίδραση σε ένα επώδυνο ερέθισμα, οδηγεί σε μια σύντομη, αλλά έντονη κατάσταση ευφορίας. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι με την πάροδο του χρόνου, οι άνθρωποι αντιδρούν πιο ευνοϊκά στον πόνο, επειδή έχουν μάθει να συσχετίζουν την ανακούφιση με τον πόνο. Ο Franklin συνέχισε τα πειράματά του και διαπίστωσε ότι τα άτομα χρησιμοποιούν αυτό τον μηχανισμό, δηλαδή την πρώτη φορά που κάνουν κακό στον εαυτό τους, νιώθουν δυσάρεστο πόνο, αλλά όταν συνεχίζουν να το κάνουν, βιώνουν ανακούφιση από τον πόνο και αρχίζουν να συνδέουν το κόψιμο ή άλλες μορφές αυτοτραυματισμού με την ανακούφιση κι έτσι επιστρέφουν συχνά σε αυτή τη συμπεριφορά.

Όλα όσα αναφέρθηκαν μέχρις εδώ, οδηγούν στο επόμενο ερευνητικό ερώτημα που ίσως φανεί προφανές: εάν ένα άτομο βιώνει ανακούφιση από τον πόνο που προκαλεί στον εαυτό του, τότε γιατί δεν υιοθετεί αυτή την συμπεριφορά η πλειοψηφία από εμάς; Γιατί τα άτομα που αυτό-τραυματίζονται δεν επιλέγουν πιο υγιείς ή πιο ευχάριστους τρόπους ανακούφισης του συναισθηματικού τους πόνου, όπως π.χ. να συναντηθούν με έναν φίλο, να δουν μια ταινία, να κάνουν γιόγκα κοκ;  Η Hooley, διεξάγοντας παράλληλα τις έρευνές της, ήρθε αντιμέτωπη με το ίδιο ερώτημα και σύνδεσε την αυξημένη αντοχή στον πόνο των αυτό-τραυματιζόμενων ατόμων με κάποιους ψυχολογικούς παράγοντες που συνδέονται με αυτή τη συμπεριφορά όπως κατάθλιψη, απελπισία και διάσπαση. Με έκπληξη, η ομάδα της δεν μπόρεσε να βρει σημαντικές συσχετίσεις και έχοντας πάρει λεπτομερείς συνεντεύξεις από τους αυτό-τραυματιζόμενους συμμετέχοντές της, επέστρεψε στις σημειώσεις της για αναζήτηση περισσότερων στοιχείων. Τότε, ξεχώρισε ένας παράγοντας: «Πόσο συχνά περιέγραφαν αυθόρμητα τον εαυτό τους ως «κακό», «ελαττωματικό» ή «άξιο τιμωρίας». Υπέθεσε ότι το να βλάπτουν τον εαυτό τους και να προκαλούν πόνο έμοιαζε να είναι σύμφωνο με την εξαιρετικά αρνητική εικόνα που είχαν για τον εαυτό τους. Έτσι, ανέπτυξαν ένα ερευνητικό εργαλείο που αξιολογούσε τις πεποιθήσεις για τον εαυτό, και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο υψηλότερη βαθμολογία είχε ένα άτομο στις αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ήταν πρόθυμο ή ικανό να αντέξει τον πόνο.

Έπειτα από συζητήσεις με την Hooley, ο Franklin που είχε κάνει παρόμοιες σκέψεις, υπέβαλλε τους συμμετέχοντες σε δική του έρευνα, σε μια κλίμακα 10 βαθμών, να αξιολογήσουν τον εαυτό τους, από το πιο δυσάρεστο έως το πιο ευχάριστο και βρήκε ότι τα άτομα που αυτό-τραυματίζονταν βαθμολόγησαν τον εαυτό τους με 2 ή 3, ενώ οι υπόλοιποι που δεν αυτό-τραυματίζονταν βαθμολόγησαν τον εαυτό τους με 7 ή 8. Ο Franklin βρήκε επίσης, ότι εικόνες που απεικονίζουν αίμα, πληγές, μαχαίρια κοκ, δε θα προκαλούσαν την αποστροφή που προκαλούν σε όλους, καθώς τα άτομα που αυτό-τραυματίζονται έχουν συνδέσει αυτές τις εικόνες με την ανακούφιση από τον πόνο. Η Hooley, επιβεβαίωσε το εύρημα αυτό σε μια πρόσφατη έρευνά της σχετικά με την «νευρο-απεικόνιση», όπου εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα επεξεργάζονται τέτοια ερεθίσματα. Οι εικόνες αυτό-τραυματισμού ενεργοποιούν περιοχές επεξεργασίας ανταμοιβής για τα άτομα που αυτό-τραυματίζονται.

Θεραπεία

Προφανώς, δεν μπορείς να αλλάξεις τη συμπεριφορά αυτών των ατόμων απλά λέγοντάς τους ότι πρέπει να σκέφτονται πιο θετικά για τον εαυτό τους. Όπως εξηγεί η Hooley, τα άτομα που αυτοτραυματίζονται δεν εκλαμβάνουν τον πόνο ως κάτι από το οποίο θα πρέπει να ξεφύγουν. Αντιθέτως, το να βιώνουν πόνο, επικυρώνει την πεποίθησή τους ότι δεν αξίζουν.  Όσο πιο πολύ αισθάνεται ένα άτομο ότι «αξίζει», τόσο λιγότερο είναι πρόθυμο να αντέχει μια επίπονη κατάσταση. Από την άλλη, όσο χειρότερα αισθάνεται ένα άτομο για τον εαυτό του, τόσο πιο διατεθειμένο είναι να δοκιμάσει επώδυνες μεθόδους ρύθμισης της διάθεσής του.

Συνεπώς, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η αρνητική εικόνα για τον εαυτό θα πρέπει να αντιστραφούν και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο να γίνει ούτε από το ίδιο άτομο, ούτε από τους κοντινούς ανθρώπους, όπως μέλη της οικογένειας, άλλους συγγενείς και φίλους. Οπωσδήποτε, το άτομο που αυτοτραυματίζεται θα πρέπει να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, ώστε να μπορέσει να ρυθμίζει καλύτερα τα αρνητικά συναισθήματά του και σιγά σιγά να αντικαταστήσει τις αρνητικές σκέψεις και πεποιθήσεις του με πιο θετικές.

Πηγή: A new look at self-injury (apa.org)

_______________________________________________________________

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Posted by Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc at 5:47 μ.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια: 

Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείουBlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή