Η διπλή αντίσταση του Γένους

«Και όπου εισί σχολεία ελληνικών μαθημάτων εκείσε σεμνότης ανθεί, και μετριότης και ευγένεια»

by ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
  • ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ

Σε όλη τη διάρκεια της τουρκικής κατάκτησης, ο στόχος ήταν, «κάτι» που ερχόταν από το παρελθόν έπρεπε να επιζήσει και το Γένος να είναι έτοιμο να ξαναδώσει σε αυτό το «κάτι» τη λάμψη και το μεγαλείο που είχε χάσει με την Άλωση.

Αυτό το «κάτι» ήταν κυρίως η ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό. Ήταν όμως και αυτό που θα γεννούσε η ελευθερία: Ένα νέο ελληνικό κράτος με τις αξίες και τα οράματα της Ρωμηοσύνης, μιας κοινωνίας, δηλαδή, που θα στηριζόταν στη συμπόρευση μιας πολιτικής εξουσίας δικαίου και μιας πνευματικής δυνάμεως-της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας- με βασικά χαρακτηριστικά, την φιλανθρωπία και τον πνευματικό αγώνα για θέωση του ανθρώπου.

Οι μορφές αντίστασης εναντίον του κινδύνου, αυτά τα οράματα να ατροφήσουν και να εξαφανιστούν ήταν δύο:

Πρώτα η ένοπλη αντίσταση η οποία εκδηλωνόταν περιστασιακά όταν η καταπίεση είχε φτάσει πλέον στο απροχώρητο και όταν οι συνθήκες φαίνονταν να ευνοούν έναν ξεσηκωμό. Σε ολόκληρη Τουρκοκρατία εκδηλώθηκαν τοπικά η και ευρύτερα επαναστατικά κινήματα και όλα, πλην του ΄21, είχανε τραγική κατάληξη.

Υπήρχε όμως και μία δεύτερη αντίσταση, μυστική, διαρκής, αναίμακτη αλλά όχι ακίνδυνη: Ήταν η ρωμαίικη ελληνική παιδεία, η οποία δεν μετέδιδε απλώς στις επόμενες γενεές ένα σύνολο γνώσεων, αλλά, μέσω της γλώσσας και της ιστορίας, κρατούσε ζωντανό το όραμα μιας ελεύθερης πατρίδας και ενός πολιτισμού ριζικά διαφόρου από εκείνον του κατακτητή.

 Η μέθοδος και η δομή της παιδείας που κληρονόμησε το υπόδουλο γένος από την βυζαντινή αυτοκρατορία αποτελούσε κύριο μέλημα του κράτους. Μετά την Άλωση, η Εκκλησία ως πνευματική αλλά και πολιτική κεφαλή του υπόδουλου γένους ανέλαβε εκ των πραγμάτων και αυτό το καθήκον.

Η διπλή έννοια της παιδείας

Η λέξη «παιδεία» έχει ήδη από την αρχαιότητα την έννοια κυρίως της ανατροφής του παιδιού, της εκπαίδευσης του μέσω μιας συστηματικής διαδικασίας αγωγής και της απόκτησης πρακτικών, πνευματικών, αλλά και ηθικών και κοινωνικοπολιτικών γνώσεων.

Η παιδεία όμως δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό. Επεκτείνεται στο απόθεμα των γνώσεων που θα ακολουθήσουν τον άνθρωπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, στην πνευματική καλλιέργεια, στο ήθος, την προσωπικότητα, τη γενικότερη συμπεριφορά του, τη δυνατότητα του να ενταχθεί αρμονικά και να συνεισφέρει θετικά στο κοινωνικό σύνολο και, κυρίως, τη διαμόρφωση της πνευματικότητας, δηλαδή των αρχών των αξιών του, των οραμάτων του και γενικότερα της υπαρξιακής του συγκρότησης πού θα απαντήσει τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Αυτού του είδους η παιδεία αποτελεί το ιδεώδες τόσο της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας όσο και της βυζαντινής.

Εκκλησία και παιδεία

Θεωρητικά κείμενα και μελέτες που να διευκρινίζουν πώς ακριβώς οι κεφαλές του Γένους αντιλαμβάνονταν διαχρονικά και θεωρητικά την έννοια της παιδείας δεν υπάρχουν. Το θέμα απασχόλησε συστηματικά τους Έλληνες λόγιους όταν το υπόδουλο Γένος ήρθε σε επαφή με το ρεύμα του Διαφωτισμού. Μέχρι τότε, συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε μόνο από τις συνθήκες και τις διαδικασίες της παιδείας κατά τόπους και κατά περίοδο[1].

Είναι βέβαιον πως, μέσα από την μελέτη των ιστορικών συνθηκών, αναδεικνύεται η πεποίθηση όλου του υπόδουλου Γένους πως η παιδεία κράτησε όλο το βάθος και τις διαστάσεις που κληρονόμησε από την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο. Το κύρος της παιδείας αναδεικνύεται κατά την Τουρκοκρατία μέσα από εκκλησιαστικά κείμενα, πατριαρχικές εγκυκλίους αλλά και κηρύγματα λίγο ή περισσότερο μορφωμένων κληρικών που προσπαθούν να στηρίξουν την ρωμαίικη παιδεία, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

Η παιδεία διαχρονικά και με ποικίλους τρόπους διακηρύσσεται ως το υπέρτατο αγαθό στη ζωή των ανθρώπων, «θεάρεστον και θεοφιλές έργον»[2]. Συχνότατα η άποψη αυτή θεμελιώνεται με την παράθεση κειμένων από την Αγία Γραφή (ενδ. «δράξασθε παιδείας μήποτε οργισθή Κύριος και απολείσθε εξ οδού δικαίας» [Ψαλμ. 2,12]), τον Απ. Παύλο  και τους Πατέρες της Εκκλησίας[3].

Από τα εκκλησιαστικά αυτά κείμενα δεν λείπουν – και αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον -, έστω και σπανιότερα, κείμενα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ξενοφώντα, του Ερμογένη και άλλων αρχαίων συγγραφέων[4]. Η αναφορά στους αρχαίους Σοφούς εντάθηκε ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα όπου, υπό την επίδραση των εξελίξεων στη Δύση, το θέμα «παιδεία» αρχίζει και αναζητά ρίζες και μέθοδο με πιο συστηματικό τρόπο.

Η διπλή σοφία

Παρά τις ελλείπεις πηγές, ένα συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο: το Γένος κράτησε διπλή την έννοια της παιδείας, η οποία συχνά αναφέρεται και ως σοφία. Την ακριβή έννοια αυτής της διπλής Σοφίας διευκρινίζει διεξοδικά ο Χρύσανθος Νοταράς:

«Με δύο τρόπους αποκτιέται η σοφία στην Αγία Γραφή: Κατά πρώτον, με αυτό που ονομάζομαι «θεοσέβεια» δηλαδή τον φόβο του Θεού και με της ζωής το μέτρο, το οποίον έρχεται ως επακόλουθο. Κατά δεύτερον με την άσκηση της διάνοιας στους φυσικούς νόμους και στην επακόλουθη τεχνική γνώση, τα οποία έμμεσα μπορούν να οδηγήσουν και στην γνώση των υπέρ φύσιν. Έτσι Σοφία ονομάζεται η επιστήμη και των θείων και των ανθρώπινων πραγμάτων»[5] (μεταγλ. του συντάκτη).

Οι ρίζες αυτού του διαχωρισμού βρίσκονται στην βυζαντινή αλλά και στην αρχαιοελληνική παράδοση και επαληθεύουν την διαχρονικότητα της ελληνικής – ρωμαίικης Παιδείας. Ο Πυθαγόρας ήταν εκείνος που πρώτος έκανε χρήση της διπλής σοφίας λέγοντας:

«Η σοφία είναι η επιστήμη όλων των θείων και των ανθρώπινων. Και θείων ονομάζω αυτών που αφορούν το τέλειο και υπερτέλειο και άπειρο Θεό και όλα εκείνα που δημιουργήθηκαν από αυτόν. Και ανθρώπινων ονομάζω όλων των πράξεων των ανθρώπων και όλων των έργων του» [6](μεταγλ. του συντάκτη)..

Αυτά παραπέμπουν άμεσα και στη βυζαντινή παράδοση με τον διαχωρισμό της έξωθεν κοσμικής σοφίας, δηλαδή της αρχαίας Ελληνικής παιδείας, από την έσωθεν, την πνευματική, τη χριστιανική πίστη, τη θεολογία[7].

Πλήρης ταύτιση εκκλησιαστικών και λαϊκών λογίων για το περιεχόμενο και την ανάγκη της παιδείας

Όταν αναζητούνται τα αγαθά που προκύπτουν από την παιδεία στις πηγές, τόσο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όσο και στην περίοδο λίγο πριν την Επανάσταση, παρουσιάζεται μεταξύ όλων των πνευματικών κεφαλών του Γένους μία συμφωνία στα περισσότερα, αν όχι σε όλα τα σημεία. Η παραδοσιακή άποψη περί του σκοπού της παιδείας ήταν πως, πρωτίστως, θα πρέπει να οδηγεί στην ηθική τελείωση του ανθρώπου και την ορθή και πλήρη κατανόηση της χριστιανικής θρησκείας, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η ψυχική σωτηρία. Παράλληλα όμως, δινόταν έμφαση στο ρόλο της ως προς τη διάπλαση του χαρακτήρα των ανθρώπων, την απόκτηση της αρετής και άλλων επιθυμητών ηθικών στοιχείων, που είναι σημαντικά για τη λειτουργία της κοινωνίας και τη συμμετοχή του ατόμου σε αυτή. Με περιεκτικό και υπέροχο τρόπο, σε μία μόνο φράση που περιλαμβάνεται σε έγγραφο σύστασης σχολείου στη Λάρισα στα 1731, περιγράφεται το διαχρονικό ιδεώδες της Ελληνικής Παιδείας:

«Και όπου εισί σχολεία ελληνικών μαθημάτων εκείσε σεμνότης ανθεί, και μετριότης και ευγένεια»[8].

Για όλες τις κεφαλές του Γένους, διαχρονικά, η έλλειψη Παιδείας είχε ως συνέπεια την αμάθεια και την απαιδευσία, οι οποίες θεωρούνταν τα μεγαλύτερα ίσως των δεινών που ταλάνιζαν το υπόδουλο Γένος και είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια της ελευθερίας του. Σε όλα σχεδόν τα σωζόμενα κείμενα, από την Άλωση και εξής, αναφερόταν με κάθε τρόπο το γεγονός πως οι Έλληνες που είχαν φωτίσει τους άλλους, είχαν οι ίδιοι περιπέσει σε βαθύτατο σκότος. Κείμενα λογιών, επιστολές Πατριαρχών, δοκίμια Εξάρχων του Πατριαρχείου, εμπνευσμένες πραγματείες Διδασκάλων του Γένους, όπως του Ευγένιου Βούλγαρη[9]  και του Αδαμάντιου Κοραή[10], σημειώνουν τις καταστρεπτικές συνέπειες της αμάθειας η οποία όχι μόνον κρατά τους Έλληνες στο επίπεδο των αλόγων ζώων αλλά και τους ταπεινώνει απέναντι στους άλλους λαούς[11].

Ακόμη και όταν, υπό την επίδραση του Διαφωτισμού, προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των κύκλων των Διαφωτιστών και των κύκλων του Πατριαρχείου σχετικά με την αναλογία του μείγματος της παιδείας μεταξύ των νέων εντυπωσιακών επιστημονικών επιτευγμάτων της Δύσεως και της παραδοσιακής γνώσης που επί αιώνες καλλιεργούνταν στο υπόδουλο Γένος, η απόλυτη συμφωνία για τη χρησιμότητα της παιδείας δεν ανεστάλη ποτέ.

Σε κάθε ισορροπία πάντοτε καραδοκούν τα άκρα. Έτσι, οι λόγιοι, ιδιαίτερα εκείνοι που είχαν στενή επαφή με τον Διαφωτισμό της Δύσης, θέλοντας να επικρίνουν τη θρησκοληψία, διετύπωσαν ενίοτε ακραίες θέσεις για την παραδοσιακή παιδεία, οι δε οπαδοί της παραδοσιακής γνώσης, θέλοντας να επικρίνουν τη μονομέρεια της επιστήμης και την υποτίμηση του υπαρξιακού – πνευματικού χαρακτήρα της μόρφωσης, διετύπωσαν ενίοτε απορριπτικές θέσεις για κάθε τι που ερχόταν από τη Δύση.

Παραπομπές:

[1] Ελένης Αγγελομάτη-Τσαγκαράκη, «΄΄Προς ψυχικήν ωφέλειαν και επίδοσιν του ημετέρου γένους΄΄. Οι αντιλήψεις για την παιδεία κατά την Τουρκοκρατία», στο: Η ζωή των υπόδουλων Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας, Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Πρακτικά Β΄ Συνεδρίου, εκδ. Αρχονταρίκι, Αθήνα 2014, 211,

[2] Ό. παρ., υπος. 1 & 2, 212.

[3] Ό. παρ., 213.

[4] «Θέσεις τινές της οικοδομής των σχολείων Χρυσάνθου πρεσβυτέρου και αρχιμανδρίτου του Παναγίου Τάφου», στο: Βαγγέλη Σκουβαρά, Χρύσανθος Νοταράς πατριάρχης Ιεροσολύμων, ένας πρωτοπόρος του νεοελληνικού Διαφωτισμού, Ζευς Ομαγύριος, 1 (1971-1972), 127-144.

[5] «Θέσεις τινές…», κώδικας ΜΠΤ 411, 217.

[6] Νικηφόρου Θεοτόκη, Στοιχεία Φυσικής εκ των νεωτέρων συνερανισθέντα υπό Νικηφόρου ιερομονάχου του Θεοτόκου, τ. Α΄, Λειψία 1766, 1-3.

[7] Donald M. Nicol, Church and Society in the Last Centuries of Byzantium, Cambridge University Press, Cambridge and New York 1979, 31-65.

[8] Ελένης Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, «Συμβολή στην ιστορία της οικονομικής, κοινωνική και εκπαιδευτικής ζωής της Λάρισας κατά την Τουρκοκρατία», στο : Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, τ. 3 (1990), 324.

[9] Η Λογική εκ παλαιών τε και νεωτέρων συνερανισθείσα…εκδοθείσα σπουδή τε και φιλοτίμω δαπάνη του Ελλογιμωτάτου και Εξοχωτάτου εν Ιατροφιλοσόφοις κυρίου Θωμά Μανδακάσου…Λειψία 1766, 40.

[10] Τα εις διαφόρους συγγραφείς εκδοθέντας από τον Κοραήν Προλεγόμενα, Δεύτερον εκδιδόμενα διά συνδρομής των ομογενών, α.τ. 1815, 197-201, 245,249,250.

[11] Ελένης Αγγελομάτη-Τσαγκαράκη, «΄΄Προς ψυχικήν ωφέλειαν…΄΄, 218-220.

Πηγή: www.pemptousia.gr

The following two tabs change content below.

ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ

Ο Ηλίας Λιαμής γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bossey. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και άρχισε την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής. Το 2002 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο πεδίο της Νηπτικής Θεολογίας. Αμέσως μετά έγινες δεκτός ως υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Μουσικολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα τις σύγχρονες μουσικοπαιδαγωγικές μεθόδους. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές πήρες τα πτυχία πιάνου και ανώτερων θεωρητικών (αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας) από το Ελληνικό Ωδείο, ενώ παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα μουσικολογίας και διεύθυνσης χορωδίας και ορχήστρας στην Αγγλία και την Ουγγαρία. Ορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος μέλος της Συνολικής Επιτροπής Εορτασμού του Ιωβηλαίου Έτους (1998), μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (2003), ενώ από το 2000 είναι μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Χριστιανικής Αγωγής της Νεότητος και Πρόεδρος της Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων. Υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, διοργάνωσε πλήθος εκδηλώσεων κα συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι πρόεδρος και ιδρυτικός μέλος του Ερευνητικού Ιδρύματος Πολιτισμού και Εκπαίδευσης (Ε.Ι.Π.Ε.) το οποίο εκπονεί ελληνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Αποτελεί μόνιμο συνεργάτη του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ενώ μετέχει συστηματικά σε Σχολές Γονέων και σεμινάρια επιμόρφωσης κατηχητικών πολλών Ιερών Μητροπόλεων. Διδάσκει επί 25 έτη στην Ελληνογαλλική Σχολή "St Joseph", ως καθηγητής θεολόγος και μουσικός ενώ από το 2000 μέχρι το 2015 κατείχε την θέση του Υποδιευθυντή του Γυμνασίου. Ανέλαβε την αναδιοργάνωση της παιδικής χορωδίας της Σχολής η οποία συμμετείχε σε πλήθος εκδηλώσεων. Είναι συγγραφέας βιβλίων, κατηχητικών βοηθημάτων και θεατρικών παραστάσεων, οι οποίες έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Ίδρυμα "Μιχάλης Κακογιάννης", στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κ.ά. Αρθρογραφεί συστηματικά, ενώ, επί εικοσιπενταετία, είναι και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών με θέμα την ανάλυση θεμάτων Βιβλικής και Πατερικής Θεολογίας σε σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Τελευταία άρθρα απόΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή