Η σκληρή τιμωρία…!

Τότε από την κουφάλα της αγραπιδιάς σκαρίσανε χιλιάδες πιτσιγκόνια (μικρά μυρμήγκια) κι άρχισαν να εξερευνούν τα πάντα και με την μυρωδιά του αίματος δεν άργησαν να φτάσουν στις πληγές του Κωνσταντάκη και άρχιζαν να τσιμπάνε το κρέας.

by Times Newsroom
  • Καταγραφή Ηλίας Τουτούνης

Στο μικρό χωριό Χάβαρι τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση κάπου στο 1845, άρχισαν να κατεβαίνουν οι πρώτοι εποικιστές Γορτύνιοι κυρίως, Λασταίοι, Αγριδαίαοι, Παναγριδαίοι, Καμενιτσιώτες κ.ά. κτηνοτρόφοι, για να παραχειμάσουν και εργάτες γης για να δουλέψουν στα κτήματα. Η αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους κατοίκους ήταν ψυχρή και τελείως εχθρική. Για να επιβιώσουν και να ριζώσουν χρειάστηκε πολλές φορές να παίρνουν σκληρές αποφάσεις κατά αυτών και να προβαίνουν ακόμη και σε εγκλήματα.

Ένας τσοπάνης εξ αυτών ονόματι Θεοφάνης Ραμπαβίλας, έκανε τρανή πιασά και κάθε τόσο απλωνότανε προς το Μπουχιώτι. Αυτό ενόχλησε πολύ τους Μπουχιωταίους και ιδίως τους Τριανταφυλλαίους.

Οι Ραμπαβιλαίοι ήσαν σκληροί άνθρωποι και δεν σήκωναν μύγα στο σπαθί τους. Έτσι για να επικρατήσουν χρειάστηκε να κρατήσουν την ορεσίβια σκληρότητά τους και την πολεμική τους τέχνη που απόκτησαν κατά την επανάσταση του 1821. Μια μέρα ένας εκ των Τριανταφυλλαίων ο Κωνσταντάκης προσπάθησε να βιάσει μια τσούπα των Ραμπαβιλαίων, την ώρα που πήγαινε ψωμί στον πατέρα της, εκεί που βοσκούσε τα γιδοπρόβατα. Αυτή όμως αν και κορίτσι δεκαεφτάρικο, κατάφερε και του ξέφυγε μέσα από τα χέρια και γύρισε πάλι στο σπίτι της στο σημερινό Πέρα Χάβαρι και είπε στην μάνα της τι έγινε. Επίσης δεν ξανά ήθελε να πάει φαγητό διότι φοβήθηκε πολύ.

Το βράδυ που το έμαθε ο Θεοφάνης, έκανε σαν το σκυλί. Περάσανε κάμποσες ημέρες και παρίστανε τον ανήξερο, ούτε μαρτύρησε τίποτα σε κανένα, επίσης έδωκε εντολή στην οικογένειά του να μην πουν τίποτα σε κανέναν, σαν να μην συνέβη τίποτα.

Μια μέρα πήγε στο Μπουχιώτι και βρήκε τον Κωνσταντάκη και μάλιστα ήπιανε και ένα κρασί μαζί και κουβεντιάσανε, χωρίς να δείξει τίποτα για το περιστατικό. Ο Κωνσταντάκης μέχρι εκείνη την ημέρα φοβόταν, αλλά μετά από αυτό ξανά πήρε αέρα διότι κατάλαβε ότι η τσούπα δεν είχε βγάλει άχνα στον πατέρα της. Έτσι μετά από κάνα δυο- τρεις ημέρες σκάρισε και πήγε προς τα χωράφια του Ραμπαβίλα, τάχατις για κυνήγι. Πήρε και το ντουφέκι στον ώμο του και πρωί- πρωί έσαξε προς τα απάνου. Αφού πέρασε μέσα από την κάπελη ξαγνάντισε στα Ραμπαβιλέϊκα. Εκεί άκουσε τα κουδούνια του κοπαδιού και ζύγωσε κοντά. Σε κάποια στιγμή είδε τον Θεοφάνη να έρχεται κατά επάνω του με την γκλίτσα του περασμένη στην μέση του και ερχόταν αργά- αργά. Ο Κωνσταντάκης τον καλωσόρισε και έκατσε κοντά του και στρίψανε λαθραίο τσιγάρο.

Πιάσανε την κουβέντα και κάτσανε απάνου σ’ ένα αρχαίο μάρμαρο που ήτανε καταγής και κουβεντιάζανε. Ο Κωνσταντάκης ακούμπησε το ντουφέκι δίπλα σε ένα κλαρί και έσαξε πιο πέρα να κατουρήσει. Μέχρι να ζωθεί και να γυρίσει βλέπει τον Θεοφάνη να έχει πάρει το ντουφέκι του και να τον έχει μπροστιασμένο.

Ο Κωνσταντάκης αν και στην αρχή ταράχτηκε, αλλά μέσα του κατάλαβε το λάθος του. Ο Θεοφάνης του είπε να προχωρήσει και τον πήγε κάμποσα μέτρα μέσα στο χωράφι, που ήτανε μια μεγάλη αγραπιδιά. Εκεί τον έδεσε γύρω από τον κορμό και του εξήγησε για ποιο λόγο το κάνει. Αφού του έδεσε τα χέρια προς τα πίσω και τα πόδια του από τον κορμό, πήρε το κοπίδι του και τον χάραξε στα χέρια λίγο μέχρι να βγάλει αίμα. Μετά με το κοντάκι του ντουφεκιού κοπάνησε την αγραπιδιά. Τότε από την κουφάλα της αγραπιδιάς σκαρίσανε χιλιάδες πιτσιγκόνια (μικρά μυρμήγκια) κι άρχισαν να εξερευνούν τα πάντα και με την μυρωδιά του αίματος δεν άργησαν να φτάσουν στις πληγές του Κωνσταντάκη και άρχιζαν να τσιμπάνε το κρέας.

Ο Κωνσταντάκης άρχισε να ουρλιάζει από τον πόνο, τότε ο Θεοφάνης έβγαλε από την τσέπη του Κωνσταντάκη το μαντήλι του και το πέρασε μέσα στο στόμα του και το έφερε τρογύρω και το έδεσε πίσω στον σβέρκο του. Τον άφησε εκεί και έφυγε. Το κοντόβραδο που ξαναγύρισε, τον Κωνσταντάκη, τα πιτσιγκόνια τον είχαν κάνει φυτίλια, μέχρι και στο στόμα είχαν μπει, στην μύτη, στα αυτιά ακόμη και στον πισινό του και τον τρούπησαν. Ο Κωνσταντάκης ήτανε στα τελευταία του, τον έλυσε τον ακούμπησε χάμου στην ρίζα της αγραπιδιάς και δίπλα του ακούμπησε και τα ντουφέκι του και έφυγε. Τον Κωνσταντάκη το βρήκανε μετά από δυο ημέρες, και βρήκανε ένα σχεδόν ένα σκελετό.

Ένας Μπουχιωταίος είχε ιδεί την ώρα που τον έλυνε Θεοφάνης, αλλά επειδή με τους Τριανταφυλλαίους είχανε έχθρα και επειδή φοβότανε και τους Ραμπαβιλαίους δεν έβγαλε κουβέντα και έτσι τον άφησε εκεί.

Το έγκλημα του Θεοφάνη Ραμπαβίλα το μαρτύρησε στον παπά του χωριού του, ο άλλος Μπουχιωταίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν είχανε ηρεμήσει πια τα πράγματα και είχε πεθάνει και ο Ραμπαβίλας ο Θεοφάνης.

Τότε κάποιος από τους τσοπάνηδες μόλις βρήκανε τον σκελετωμένο Κωνσταντάκη έβγαλε και ένα τραγούδι.

Ωρέ το μάθατε τι έγινε εψές προψές το βραδάκι
τα πιτσιγκόνια φάγανε τον μαύρο Κωνσταντάκη.
Σε μια αγραπιδιά τον βρήκανε, κοντοκαθισμένο
και τα μερμήγκια τόνε τρώγανε, τον αποθαμένο.
Στο ’πα Κωνσταντάκη μου, στο ’πα ο καημένος,
πέρα μεριά να μη διαβείς, και πέρα μην περάσεις…

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή