Το έλλειμμα αυτοκριτικής στην πολιτική

Γιατί η παραδοχή των λαθών είναι η μόνη διέξοδος από την πολιτική απαξίωση

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Σκίτσο του Ηλία Μακρή (Η Καθημερινή, 31/05/26)

Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται συχνά από μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και του πολιτικού προσωπικού. Γεγονότα με βαρύ ιστορικό, οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα –από τις οικονομικές κρίσεις και τα capital controls μέχρι τις εθνικές τραγωδίες– παραμένουν ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη, προκαλώντας δικαιολογημένη οργή και αγανάκτηση. Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα δεν είναι η ίδια η αποτυχία ή το λάθος, αλλά η συστηματική άρνηση των πολιτικών αρχηγών ( π.χ. Αλέξης Τσίπρας) να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεών τους. Η επικοινωνιακή τακτική της «μετάθεσης ευθυνών» και η βιαστική προσπάθεια να στραφεί η συζήτηση στο μέλλον, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός απολογισμός για το παρελθόν, υποτιμά τη νοημοσύνη των πολιτών και εντείνει το αίσθημα της πολιτικής αηδίας και ματαιότητας.

Η πολιτική ιστορία της προηγούμενης δεκαετίας στην Ελλάδα άφησε βαθιά τραύματα και είναι απόλυτα φυσικό γεγονότα όπως η τραγωδία στο Μάτι, τα capital controls, η σκευωρία Novartis, η συμφωνία των Πρεσπών, και η έντονη οικονομική και πολιτική πόλωση να προκαλούν ακόμα και σήμερα έντονα συναισθήματα και συζητήσεις.

Φαντάζομαι ότι πολλοί θα θυμούνται το γαλλικό περιοδικό Le Point (του 2018), με το γνωστό πρωτοσέλιδο, το οποίο είχε χαρακτηρίσει «τσαρλατάνους» της αριστεράς, ηγέτες όπως ο Μελανσόν και ο Τσίπρας, γεγονός που είχε προκαλέσει τότε μεγάλες συζητήσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Και γιατί εξακολουθεί να είναι “τσαρλατάνος;

Η τάση πολλών πολιτικών κομμάτων να μετατοπίζουν τη συζήτηση στο «μέλλον» όταν πιέζονται για λάθη του παρελθόντος είναι μια συχνή επικοινωνιακή τακτική, η οποία όμως συχνά εκλαμβάνεται από τους πολίτες ως άρνηση ανάληψης ευθύνης.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά τις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και τις εσωτερικές διασπάσεις ή ανακατατάξεις, αποτελεί αντικείμενο έντονης κριτικής τόσο από πολιτικούς αντιπάλους όσο και από πρώην υποστηρικτές του.

Γεγονότα όπως το καλοκαίρι του 2015 ή εθνικές τραγωδίες, έχουν καταγραφεί ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη και καθορίζουν μέχρι σήμερα την πολιτική κρίση των πολιτών. Στη δημοκρατία, η μνήμη και η κριτική των πολιτών είναι τα βασικά εργαλεία αξιολόγησης των πολιτικών προσώπων. Οι διαφωνίες για το ποιος μπορεί ή δεν μπορεί να προσφέρει στη χώρα είναι η βάση του πολιτικού διαλόγου, όσο έντονος κι αν γίνεται αυτός μερικές φορές.

Η αυτοκριτική και η παραδοχή των λαθών αποτελούν, θεωρητικά, την πεμπτουσία της πολιτικής ωριμότητας και της δημοκρατικής ευθύνης. Στην πράξη, όμως, η σχέση της πολιτικής με το «λάθος» είναι εξαιρετικά περίπλοκη, καθώς οι πολιτικοί ηγέτες και τα κόμματα συχνά λειτουργούν υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους.

Αν αναλύσουμε τη στάση του πολιτικού συστήματος απέναντι στα λάθη του, παρατηρούμε ορισμένες πάγιες συμπεριφορές.

Το «πολιτικό κόστος» και ο φόβος της αδυναμίας

Στην πολιτική αρένα, η παραδοχή ενός λάθους συχνά δεν εισπράττεται ως πράξη γενναιότητας ή ειλικρίνειας, αλλά ως ομολογία αδυναμίας. Οι πολιτικοί αντίπαλοι τείνουν να εργαλειοποιούν κάθε παραδοχή για να πλήξουν την αξιοπιστία του άλλου. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που βλέπουμε συχνά την τακτική της «μετάθεσης ευθυνών» (φταίνε οι προηγούμενοι, φταίει η συγκυρία, φταίνε τα ΜΜΕ) ή τη σιωπή.

Πολλοί επικοινωνιολόγοι συμβουλεύουν τους πολιτικούς να μην επιμένουν στα λάθη του παρελθόντος, αλλά να στρέφουν τη συζήτηση στο μέλλον. Τρανταχτό παράδειγμα η περίπτωση του κόμματος Τσίπρα, του οποίου οι εκπρόσωποι Τύπου αφ’ ενός δεν εμφανίζονται στα τηλεοπτικά πάνελ μαζί με εκπροσώπους άλλων κομμάτων γιατί φοβούνται την αντιπαράθεση και αφ’ ετέρου δεν δέχονται συζήτηση για το παρελθόν! Η φράση «τώρα για τα παλιά θα μιλάμε;» αποτελεί κλασικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Στόχος είναι να κουραστεί το ακροατήριο και να αμβλυνθεί η συναισθηματική φόρτιση των πολιτών με το πέρασμα του χρόνου.

Η «τεχνητή» ή «μισή» αυτοκριτική

Όταν οι πολιτικοί αναγκάζονται να κάνουν αυτοκριτική, συχνά χρησιμοποιούν γενικόλογες εκφράσεις όπως: «υπήρξαν αυταπάτες», «έγιναν αστοχίες» ή «αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη». Η ανάληψη «πολιτικής ευθύνης» σπάνια συνοδεύεται από πρακτικές συνέπειες (όπως παραιτήσεις ή αλλαγή πορείας), με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε ένα κενό περιεχομένου ρητορικό σχήμα που εξοργίζει ακόμη περισσότερο τους πολίτες.

Για να έχει αξία η παραδοχή ενός λάθους και να θεραπεύσει τη σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, πρέπει να περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια:

Όχι «έγιναν λάθη», αλλά «κάναμε αυτό το συγκεκριμένο λάθος».

Εξήγηση, γιατί συνέβη, χωρίς δικαιολογίες.

Παρουσίαση ενός συγκεκριμένου σχεδίου ώστε το ίδιο λάθος να μην επαναληφθεί ποτέ στο μέλλον.

Η έλλειψη αυτής της γενναίας στάσης είναι που δημιουργεί το αίσθημα της «αηδίας» ή της ματαιότητας στους πολίτες, καθώς νιώθουν ότι η νοημοσύνη τους υποτιμάται. Η πραγματική πολιτική αλλαγή ξεκινά όταν η μνήμη των πολιτών δεν επιτρέπει την παραγραφή των λαθών μέσω της σιωπής.

Σε μια ώριμη δημοκρατία, η αυτοκριτική και η γενναία παραδοχή των λαθών δεν αποτελούν ένδειξη αδυναμίας, αλλά τη μέγιστη απόδειξη πολιτικού αναστήματος και σεβασμού προς την κοινωνία. Όσο οι πολιτικοί σχηματισμοί οχυρώνονται πίσω από κενές ρητορείες περί «πολιτικής ευθύνης» και επιλέγουν τη λήθη αντί της ειλικρίνειας, το χάσμα με τους πολίτες θα διευρύνεται. Η πραγματική πολιτική αλλαγή και η αναγέννηση της χώρας δεν μπορούν να στηριχθούν σε «παραγραμμένα» λάθη και σιωπές. Ξεκινούν μόνο όταν το πολιτικό σύστημα βρει το θάρρος να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν του, αναγνωρίζοντας ότι η μνήμη των πολιτών είναι η μόνη ασπίδα απέναντι στην επανάληψη των ίδιων τραγικών σφαλμάτων.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή