Ο ξεριζωμένος ελληνισμός

Ο αποτρόπαιος Σεπτέμβριος του 1955 έχει μια λεπτομέρεια που, αυτή μόνη, δίνει το χαρακτήρα της πράξεως, το βάθος του γκρεμού. Έσκαψαν, λέει, τους τάφους των Πατριαρχών του Οικουμενικού Θρόνου, και πέταξαν τα κόκαλά τους στους δρόμους, και τα ποδοπάτησαν, και τα ’καμαν χώμα.

by Times Newsroom
  • ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Την Κυριακή το πρωί, 28 Απριλίου 1957, οι απόφοιτοι της Μεγάλης του Γένους οργάνωσαν στον “Παρνασσό” μια λαμπρή συγκέντρωση αφιερωμένη στο πνεύμα του ξεριζωμένου Ελληνισμού. Ο κ. Μακρίδης, ο κ. Σολομωνίδης, ο κ. Παρασκευάς και ο κ. Γληνός μίλησαν με έξοχο τρόπο για το θέμα, και διάβασαν Μικρασιατικά κείμενα. Είχα την τιμή να είμαι ο φιλοξενούμενος των Μεγαλοσχολιτών, προχτές, και να κλείσω τη συγκέντρωση με μια σύντομη εισήγηση. Η εισήγηση αυτή, πέραν από τα πρόσωπα, ήθελε να σταθεί στο ουσιώδες που εκφράζουν οι ξεριζωμένοι Έλληνες της Μικράς Ασίας: στην αδάμαστη πίστη, στην ελληνική διάρκεια, στην ενεργητικότητα, στη θέληση να περισωθούνε από τη θύελλα και να ξαναριζώσουν, να δημιουργήσουν ξανά μέσα τους την ελπίδα και τον άνθρωπο, επειδή ο άνθρωπος τους είχε ρημάξει. Και ελεύθεροι, με την έννοια την ουσιαστική της ελευθερίας που είναι η νίκη απάνω στον ίδιο τον εαυτό τους, να γίνουν οι ίδιοι παράδοση για τα παιδιά τους, παραμύθι και μνήμη.

Με όλη τη σεμνότητα, με όλη την αυστηρότητα που επιβάλλει το γεγονός, αναμετρούμε το πώς έφτασε, πριν από τριανταπέντε χρόνια, σ’ αυτή εδώ την τυραννισμένη, καταπικραμένη, φτωχή πατρίδα, γυμνός, κυνηγημένος, πεινασμένος ο ελληνισμός της Ανατολής. Ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ψυχές. Και το πώς εστάθη, πώς ορθοπόδησε, δουλεύοντας την πικρή γη. Ξεχερσεύοντας αγριόβουνα, αποξεραίνοντας βαλτονέρια, μπαίνοντας μες στον κορμό της ζωής της χώρας, στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στην επιστήμη, στις τέχνες, – παντού. Παντού προχωρώντας στις πρώτες θέσεις, αλλοιώνοντας το ρυθμό της εργασίας, της παραγωγής, κινώντας την άμιλλα, βάζοντας νέο πνεύμα, ξυπνό, στις συναλλαγές και στις σχέσεις των ανθρώπων. Ενώ ακόμη οι φλόγες της πυρπολημένης Μικρασίας έλαμπαν, ενώ οι χιλιάδες των εγκαταλειμμένων νεκρών και των ομήρων έκαναν το πένθος αβάσταχτο, το δυστυχισμένο τούτο Κράτος έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να στηρίξει το κύμα των κυνηγημένων ανθρώπων, να το στεγάσει και να το θρέψει, να μην το σπρώξει στην απελπισία. Αλλά ό,τι τους εστήριξε αυτούς τους κυνηγημένους, που έμελλαν να είναι το πρώτο στην ιστορία πείραμα ανταλλαγής πληθυσμών ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους, το πνεύμα που έφερναν μέσα τους. Τι ήταν αυτό το πνεύμα; Συνοψίζεται σε μια λέξη, πάντοτε επίκαιρη: το πνεύμα του αλυτρώτου. Είναι μια μυστική περιοχή της ψυχής που τη θέρμαινε η παράδοση της ορθοδοξίας και της ελληνικής εύκλειας, μεταφερμένη σε μορφή παραμυθιού, και θρύλου, και θαύματος, από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, απ’ τους απλοϊκούς πατέρες μας και τις μητέρες μας, απ’ τους δασκάλους και τους ιερείς, μέσα στους αιώνες των κατατρεγμών, από την Άλωση και εδώ. Όλα έτειναν στο να θυμίζουν πως είμαστε η συνέχεια, πως οφείλουμε να κρατήσουμε τη συνέχεια για να λυτρωθούμε. Αυτό κάποτε τραβούσε πολύ, σε προεκτάσεις απρόβλεπτες. Και ήταν ωραίο, γιατί ερχόταν από αγνότητα. Στην περιώνυμη Ακαδημία της πατρίδας μου, την Ακαδημία των Κυδωνιών του Καΐρη και του Βενιαμίν του Λεσβίου, ο περιηγητής Ντιντό βρήκε, πριν απ’ το 1821, να διδάσκουν από σκηνής, την Εκάβη και τους Πέρσες, στο αρχαίο κείμενο, και με κλειστά τα παράθυρα για να μη δουν οι Τούρκοι πως οι μαθητές-ηθοποιοί βαστάνε άρματα κασι νομίσουν πως ετοιμάζεται επανάσταση. Είχαν ψηφίσει και ένα νόμο, οι μαθητές της Ακαδημίας των Κυδωνιών, να μιλάνε στην αρχαία Ελληνική. “Επιμελήσθαι έκαστον ελληνιστί όσον οίον τε συνδιαλέγεσθαι. Ος δ’ αν μη εθέλη τούτο, σελίδα ομηρικήν ενώπιον ημών ιστάμενος απαγγέλλην αποτισάτω τίμημα”!

Θυμούμαι ακόμα, στην πατρίδα μας, το γέρο-πατέρα μου να μας μαζεύει τις νύχτες γύρω του, τα παιδιά του, και να μας λέει ιστορίες του Ελληνικού παρελθόντος, όπου όλα ήταν αποπνευματωμένα, χωρίς σκιά, όλοι οι ήρωες ήταν αρχάγγελοι, προχριστιανικοί, και μεταχριστιανικοί και των καιρών της Αλώσεως, όλοι ένα, με φωτοστέφανο, και με σπαθί, και με ρομφαία, και με λόγο που ήταν ρομφαία.

Αυτό ήταν η ψυχή. Έφερνε καρτερία, και πίστη, και ελπίδα, και διάθεση αγωνιστική. Αναμετρήσετε το χώρο απ’ τον Πόντο και τα βουνά του Ταύρου και τα φαράγγια της Καππαδοκίας, ίσαμε τα παράλια της Ιωνίας, το χώρο που ήταν η καρδιά της νέας τότε ασιατικής Αυτοκρατορίας. Και μέσα εκεί να ζει, να παλεύει, να αντιστέκεται αυτή η ψυχή. Είναι σχεδόν θαύμα το πώς επέζησε, κάτω από την τρομερή πίεση, μια χριστιανοσύνη 1.500.000 ανθρώπων, αυτών που ήρθαν στην Ελλάδα στα 1922. Έπρεπε να είμαστε πάντα καλύτεροι απ’ τους κυριάρχους μας, πιο ζωντανοί, οι κεραίες πιο ευαίσθητες, η γνώση σωστή – για να μην αφομοιωθούμε και να μη συνθηκολογήσουμε. Αυτή η ψυχή ήταν που φέραμε μαζί με τους αγίους μας, και με τους μπόγους τα ρούχα που μας άφησαν να πάρουμε όταν εγκαταλείπαμε τη Μικρασία.. Και αυτό μας ένωσε κι εδώ. Ήταν η μυστική πηγή μας.

Για να υπάρξει ένα μέτρο αποτιμήσεως αυτού του θαύματος κάνουμε τη σύγκριση: εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές Τούρκοι φύγανε απ’ την Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών και εγκατασταθήκανε στη Μικρά Ασία. Αυτοί δεν φύγαν σαν κι εμάς, ερείπια, αγριεμένοι απ’ το αίμα, αφήνοντας πίσω τους κοπάδια χριστιανών που τα οδηγούσαν στη σφαγή. Αυτοί φύγαν εν ειρήνη. Και τι έκαμαν;Οι πατρίδες μας, όπου εγκατασταθήκανε, ρημάξαν και φθίνουν ολοένα. Τα σπίτια που τους αφήσαμε γκρεμίζονται, οι ελαιώνες που αναστήσανε οι πατέρες μας ξεράθηκαν και δε δίνουν καρπό. Κι αυτοί, οι άλλοι ξεριζωμένοι, οι εκεί, άλλο δεν κάνουν παρά να κλαίνε τη μοίρα τους και να θυμούνται την Ελλάδα.

Θυμούμαστε κι εμείς αδιάκοπα. Αλλά σ’ εμάς, καθώς είπαμε, η μνήμη είναι λειτουργία γόνιμη, μας κάνει δυνατότερους, επειδή επιβεβαιώνει τη μοίρα μας να ανήκουμε σ’ έναν τόπο που πληρώνει κάθε τόσο την κίνηση της ιστορίας με πόνο και αίμα.

Θα συνεχίσουμε για το θέμα του ξεριζωμένου Μικρασιατικού Ελληνισμού, εξ αφορμής της επιβλητικής συγκεντρώσεως του “Παρνασσού”, της οργανωμένης απ’ το Σύλλογο των αποφοίτων της Μεγάλης του Γένους Σχολής και αφιερωμένης στο πνεύμα στο πνεύμα του Ελληνισμού αυτού.

Εκτός των άλλων η συγκέντρωση αυτή με το να γίνει υπό την σκέπην των Μεγαλοσχολιτών πήρε και χαρακτήρα συμβολικό, στις κρίσιμες μέρες που περνά πάλι η Ορθοδοξία και ο Ελληνισμός. Γιατί η Μεγάλη του Γένους Σχολή βεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την ελληνική διάρκεια που είναι η υπερηφάνειά μας ως έθνους και που θέλουμε και σήμερα να την υπογραμμίσουμε. “Συμπίπτει χρονικώς η αρχική ίδρυσις της Μεγάλης του Γένους Σχολής με την ίδρυσιν του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους υπό Κωνσταντίνου του Μεγάλου, κατά το πρώτον ήμισυ του Δ΄ μ.Χ. αιώνος. Δυνάμεθα συνεπώς να είπωμεν μεθ’ υπερηφανείας ότι αποτελεί η όντως μεγάλη αυτή Σχολή το αρχαιότερον σωζόμενον εκπαιδευτικόν ίδρυμα της Ευρώπης, αφού τα καθ’ εαυτό Πανεπιστήμια της Δύσεως χρονολογούνται από του 12ου μόνον αιώνος”, γράφει διαπρεπής ιστορικός των Βυζαντινών καιρών, ο αείμνηστος Αλέξανδρος Διομήδης. Αυτή τη Σχολή ανασυνέστησε “ο Πατριάρχης των του Χριστού πενήτων”, καθώς αποκαλούσε τον εαυτό του ο Γεννάδιος ο Σχολάριος, ο πρώτος μετά την Άλωση Οικουμενικός Πατριάρχης. Κι αυτή έγινε η πνευματική εστία του δουλεύοντος Γένους βγάζοντας δασκάλους, Μεγάλους Διερμηνείς, Πατριάρχες και Ηγεμόνες των Παραδουναβείων χωρών που όλοι, με τον τρόπο τους, συντηρούσαν το μύθο του Ελληνισμού, περνώντας τον από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά αιώνες ατελείωτους λύπης.

Με ολοζώντανη την αίσθηση αυτού του ολοζώντανου παρελθόντος της Μεγάλης Σχολής της Ορθοδοξίας, προχτές στον “Παρνασσό” η σκέψη μας εστράφη προς τα κει πάνω, θέλοντας να πάρει ελπίδα από την καρτερία των αδελφών μας και να δώσει ελπίδα. Είναι οδυνηρή η άσχατη πείρα που αποκτήσαμε. Όχι, ο άνθρωπος δεν αλλάζει, το θηρίο δεν αλλάζει. Εκάμαμε από μέρους μας, οι της Μικράς Ασίας, ό,τι ήταν δυνατόν, κάθε παραχώρηση προς την αντίπερα όχθην, θέλοντας επιτέλους να σηκώσουμε από ανάμεσά μας το μίσος. Φτάσαμε ώς εκεί: Γράφοντας βιβλία για την τραγωδία του αφανισμού του 22 δεν αφήσαμε μέσα στις σελίδες τους ίχνος από μίσος. Ένας Τούρκος μου έκαμε δημόσια επίκριση από τις στήλες παρισινής εφημερίδας, όταν βγήκε μεταφρασμένο στη Γαλλία “Το Νούμερο 31.328῾ Αμφισβητούσε, εν ονόματι της ευγενείας, καθώς έγραφε, του τουρκικού έθνους, την αυθεντικότητα αυτού του χρονικού της σκλαβιάς. Του αποκρίθηκα μεταξύ άλλων:”Μονάχα όσοι δοκιμάστηκαν και υπέφεραν πέρα απ’ τα όρια της αντοχής του ανθρώπου, όπως εμείς, μονάχα αυτοί είναι ικανοί να φτάσουν σ’ εκείνο το ακρότατο σημείο, που είναι σχεδόν κι αυτό έξω απ’ τα ανθρώπινα όρια, να μπορούν ν’ απογυμνώνοντα απ’ το μίσος”.

Απογυμνωθήκαμε απ’ το μίσος. Υπακούοντας στον Προφήτη του νεοτέρου Ελληνισμού επήγαμε τείνοντας εγκάρδια το χέρι. Ποια ήταν η απόκριση; Ο αποτρόπαιος Σεπτέμβριος του 1955 έχει μια λεπτομέρεια που, αυτή μόνη, δίνει το χαρακτήρα της πράξεως, το βάθος του γκρεμού. Έσκαψαν, λέει, τους τάφους των Πατριαρχών του Οικουμενικού Θρόνου, και πέταξαν τα κόκαλά τους στους δρόμους, και τα ποδοπάτησαν, και τα ’καμαν χώμα. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που η Ορθοδοξία δοκιμάζεται και διαπομπεύεται και σφαγιάζεται. Αλλά νομίζαμε ότι αυτά ήταν πια κοιμισμένο παρελθόν της Ασίας. Το περιστατικό των τάφων του 1955 είναι μια υπενθύμιση, για να μην έχουμε αυταπάτες εμείς, ένας λαός που συχνά πληρώνει τις αυταπάτες του.

Ήταν σεμνή, αυστηρή, σχεδόν “λειτουργική –καθώς “τη χαρακτήρισε διαπρεπής φίλος– η προχτεσινή συγκέντρωση του “Παρ5νασσού”με τα κύματα του κόσμου που κατέκλυσαν την αίθουσα, τα υπερώα, τους διαδρόμους, για να παρακολουθήσουν εν σιγή και κατανύξει αυτή την έξαρση του πνεύματος του ξεριζωμένου Ελληνισμού, που δεν χάνεται στις καταδρομές, αλλά δημιουργεί νέες εστίες, κινημένο από την ανάγκη, από το ένστικτο και απ’ την υπερηφάνεια. Συσπειρωμένοι στην παράδοσή τους, στη φλόγα που κρατήσανε εκεί απέναντι άσβηστη μες στους αιώνες των κατατρεγμών οι Έλληνες της Μικρασίας, κοιτάζοντας να διαφυλάξουν την ψυχή εκείνου του κόσμου, του παλαιού, θέλησαν, προχτές, πάλι να θυμηθούν. Γιατί το ξέρουν πως η πιο γόνιμη δύναμή μας ως έθνους είναι η μνήμη.

Ο γράφων εκφράζει και από τη στήλη αυτή εδώ την ευγνωμοσύνη του για την μεγάλη τιμή που τού προορίστηκε πριν από λίγες μέρες στον “Παρνασσό῾

  • Πρώτη δημοσίευση: Το Βήμα, 30 Απριλίου και 7 Μαΐου 1957
  • Το σκίτσο του Ηλία Βενέζη φιλοτεχνήθηκε από την Βασιλική Ηλιακοπούλου

____________________

Σημείωση της “Νέας Εστίας”, τεύχος 717, 15 Μαΐου 1957

Ένα αληθινά ωραίο φιλολογικό πρωινό οργάνωσε την Κυριακή 28 Απριλίου, στον “Παρνασσό” ο “Σύνδεσμος Μεγαλοσχολιτών”, δηλαδή ο Σύνδεσμος των αποφοίτων της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής της Πόλης. Η εορτή ήταν αφιερωμένη στο πνεύμα του ξεριζωμένου Ελληνισμού του 1922 και στις επιτεύξεις του, στα ποικίλα κατορθώματά του σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, αφορμή όμως στάθηκε η εκλογή του κ. Ηλία Βενέζη, του πρώτου Ακαδημαϊκού που προέρχεται από τον Αλύτρωτο Ελληνισμό. Θερμές και αξιόλογ7ες ήταν οι ομιλίες του προέδρου του “Συνδέσμου Μεγαλοσχολιτών” κ. Αλεξ. Μακρίδη, που εξήγησε πώς μέσα σε τριανταπέντε χρόνια διαμορφώθηκε πια ένα ενιαίο εθνικό και ψυχικό σύνολο αλλά και πώς αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν τους κινδύνους εξαφανισμού οι ελληνικές ομογένειες, και του κ. Χρ. Σολομωνίδη, που ανέλυσε το έργο του τιμωμένου Ακαδημαϊκού και ειδικότερα επέμεινε σε όσα βιβλία του συ δέονται με τον διωγμό και τη μοίρα του Αλύτρωτου Ελληνισμού. Ακολούθησε ανάγνωση χαρακτηριστικών σελίδων απ’ την “Αιολική Γη” και το “Νούμερο” από τους κ.κ. Γ. Γληνό και Ν. Παρασκευά και ομιλία του κ. Ηλία Βενέζη, που συνοψίζεται στο αναδημοσιευμένο κείμενό του΄

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή