Παιδεία χωρίς αξιολόγηση και ευθύνη δεν γίνεται

Η υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης προϋποθέτει καλύτερες συνθήκες διδασκαλίας, αλλά και αξιολόγηση, λογοδοσία και ουσιαστική ανάληψη ευθύνης από όλους.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Με ευχές και χαμόγελα για τη νέα σχολική χρονιά, η εκπρόσωπος της ΟΛΜΕ ανακοίνωσε (σε εκπομπή της ΕΡΤ) την απόφαση της Ομοσπονδίας για πανελλαδικές κυλιόμενες μονόωρες στάσεις εργασίας, από τις 11 Σεπτεμβρίου έως τις 2 Οκτωβρίου. Έτσι, για ακόμη μία φορά, η έναρξη των μαθημάτων συνοδεύεται από κινητοποιήσεις και από μια γνώριμη αντιπαράθεση ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα και την πολιτεία.

Τα αιτήματα των εκπαιδευτικών ασφαλώς πρέπει να ακούγονται και να εξετάζονται σοβαρά. Οι ελλείψεις προσωπικού, τα προβλήματα στις σχολικές υποδομές και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλά σχολεία δεν μπορούν να αγνοούνται. Ωστόσο, εξίσου σοβαρά πρέπει να εξετάζεται τόσο η βασιμότητα κάθε αιτήματος όσο και η μορφή των κινητοποιήσεων, ιδιαίτερα όταν οι συνέπειές τους επιβαρύνουν πρωτίστως τους μαθητές και τις οικογένειές τους.

Ένα από τα ζητήματα που προβάλλονται είναι τα τμήματα των 28 μαθητών. Στα Γυμνάσια και στις δύο πρώτες τάξεις των Γενικών Λυκείων το βασικό ανώτατο όριο είναι 27 μαθητές, αν και το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει, υπό προϋποθέσεις, δυνατότητα προσαύξησής του. Επομένως, η παρουσία 28 μαθητών σε μια αίθουσα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη μιας ακραίας ή πρωτοφανούς κατάστασης.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα πολυπληθή τμήματα είναι παιδαγωγικά επιθυμητά. Οι μικρότερες τάξεις διευκολύνουν την εξατομικευμένη διδασκαλία και την ουσιαστικότερη υποστήριξη των μαθητών. Ωστόσο, ο αριθμός των μαθητών δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την ποιότητα της εκπαίδευσης. Καθοριστική σημασία έχουν επίσης η επάρκεια του εκπαιδευτικού, η οργάνωση του μαθήματος, η συνέπεια, η υλικοτεχνική υποδομή και η συνεργασία σχολείου και οικογένειας.

Το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι η αξιολόγηση. Η θέση ότι ένας εκπαιδευτικός «αξιολογείται από τους μαθητές του» μπορεί να έχει συναισθηματική αξία, δεν αποτελεί όμως ολοκληρωμένο σύστημα λογοδοσίας. Η σχέση με τους μαθητές και η εκτίμησή τους είναι σημαντικές, αλλά δεν αρκούν για να αποτιμηθούν η επιστημονική επάρκεια, η παιδαγωγική αποτελεσματικότητα, η τήρηση των υποχρεώσεων και η δυνατότητα βελτίωσης ενός εκπαιδευτικού.

Η αξιολόγηση δεν πρέπει να είναι εκδικητική, κομματικά ελεγχόμενη ή γραφειοκρατική. Δεν μπορεί να περιορίζεται στη συμπλήρωση εντύπων ούτε να μετατρέπεται σε μηχανισμό εκφοβισμού. Οφείλει να στηρίζεται σε σαφή και γνωστά κριτήρια, να διεξάγεται από καταρτισμένους και αμερόληπτους αξιολογητές, να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες κάθε σχολείου και να συνδέεται πρωτίστως με επιμόρφωση και ουσιαστική υποστήριξη. Η απόρριψη όμως κάθε μορφής αξιολόγησης δεν μπορεί να αποτελεί πειστική θέση για έναν κλάδο από τον οποίο η κοινωνία απαιτεί –και δικαίως– υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού.

Όταν διαπιστώνονται σοβαρές μαθησιακές αδυναμίες στους αποφοίτους, η ευθύνη ασφαλώς δεν ανήκει αποκλειστικά στους εκπαιδευτικούς. Βαρύνει την πολιτεία, τα προγράμματα σπουδών, τις οικογένειες, τις κοινωνικές ανισότητες, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη ζωή επηρεάζει τη συγκέντρωση και τη μελέτη των παιδιών. Δεν είναι όμως έντιμο να θεωρείται ότι οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται έξω από αυτόν τον κύκλο ευθύνης. Όπως σε κάθε επάγγελμα, υπάρχουν εξαιρετικοί, ευσυνείδητοι και αφοσιωμένοι λειτουργοί, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις αδιαφορίας ή ανεπάρκειας. Ένα σοβαρό εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να μπορεί να αναγνωρίζει και τις δύο πραγματικότητες.

Παράλληλα, χρειάζεται να συζητηθεί χωρίς συνθήματα η επαναλαμβανόμενη επιλογή κινητοποιήσεων στην αρχή της σχολικής χρονιάς. Το δικαίωμα στην απεργία και στη συνδικαλιστική δράση είναι θεμελιώδες. Η άσκησή του, ωστόσο, δεν βρίσκεται πέρα από κάθε κριτική. Όταν οι στάσεις εργασίας και οι απεργίες διαταράσσουν συστηματικά τη λειτουργία του σχολείου, οι συνδικαλιστικοί φορείς οφείλουν να εξηγούν με ακρίβεια τι ζητούν, γιατί το ζητούν και γιατί επιλέγουν τη συγκεκριμένη μορφή αντίδρασης.

Η διαφωνία με μια συνδικαλιστική απόφαση δεν σημαίνει εχθρότητα προς τον συνδικαλισμό ούτε υποστήριξη της εκάστοτε κυβέρνησης. Σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να μπορούμε να ασκούμε κριτική ταυτόχρονα στην πολιτεία, όταν δεν εξασφαλίζει τις αναγκαίες συνθήκες εκπαίδευσης, και στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, όταν αποφεύγουν τη συζήτηση για την ευθύνη και τη λογοδοσία του κλάδου τους.

Η δημόσια εκπαίδευση δεν βελτιώνεται ούτε με κυβερνητικούς πανηγυρισμούς ούτε με συνδικαλιστικά συνθήματα. Χρειάζεται επαρκή χρηματοδότηση, σύγχρονες υποδομές, αξιοπρεπώς αμειβόμενους εκπαιδευτικούς, λογικό αριθμό μαθητών ανά τμήμα, επιμόρφωση και μια αξιόπιστη, δίκαιη αξιολόγηση όλων των συντελεστών της.

Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται ειλικρίνεια. Και η ειλικρίνεια επιβάλλει να αναγνωρίσουμε ότι κανένας θεσμός και κανένας επαγγελματικός κλάδος δεν μπορεί να ζητά διαρκώς από την κοινωνία, χωρίς να δέχεται να αξιολογείται και να αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή