Περί Σοσιαλιστικής Προοπτικής και Σοσιαλδημοκρατίας

Τι αντιμάχεται σήμερα ο Σοσιαλισμός; Τον νεοφιλελευθερισμό, όπως μονοσήμαντα επαναλαμβάνουν κάποιοι; Ποιον ανταγωνίζεται; Την αλά ΚΚΕ εκδοχή του κομμουνισμού; Θα ήμασταν κοινότοποι εάν λέγαμε πως η Σοσιαλιστική Προοπτική διατηρεί την επικαιρότητά της.

by ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ
  • ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Το ερώτημα περί ‘σοσιαλιστικής προοπτικής’ σήμερα, θα μπορούσε από μόνο του να αποτελέσει αντικείμενο ερευνητικής εργασίας, σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών.

Ακόμη και την σημερινή περίοδο δεν διαφαίνεται κάποια άμεση σοσιαλιστική1 προοπτική, υπό την έννοια της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, αυτό δεν σημαίνει πως η σοσιαλιστική προοπτική μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς, ιδίως εάν λάβουμε υπόψιν, θεωρητικώ τω τρόπω, το πόσο απρόβλεπτη και μη γραμμική καθίσταται η ιστορική εξέλιξη.

Το ερώτημα επανέρχεται στο προσκήνιο και μάλιστα περισσότερο επιτακτικά. Τι σημαίνει ‘σοσιαλιστική προοπτική’ σήμερα; Υπάρχουν πολιτικά κόμματα ή αλλιώς, πολιτικοί φορείς (γιατί όχι και κοινωνικά κινήματα;) που ομνύουν στο όνομα της ‘σοσιαλιστικής προοπτικής;’

Ας εστιάσουμε αρχικά στο ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής του Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος θέτει επιτακτικά στο προσκήνιο, εδώ και αρκετούς μήνες, το ζήτημα της Σοσιαλδημοκρατικής Αλλαγής και του σχηματισμού μίας κατά βάση Σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης. Στο σκεπτικό του αρχηγού του τρίτου μεγαλύτερου κοινοβουλευτικού κόμματος, Σοσιαλδημοκρατική αλλαγή σημαίνει την εφαρμογή πολιτικών που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων μέσα σε μία συγκυρία αλλεπάλληλων κρίσεων2 και όχι την εφαρμογή εκείνων των πολιτικών που θα καλλιεργήσουν το έδαφος για την μετάβαση στο Σοσιαλισμό.

Εάν υποθέσουμε πως Σοσιαλιστική Προοπτική σημαίνει ακριβώς αυτό: Μετασχηματισμός, στο απώτερο μέλλον, των μέσων παραγωγής.

Ως πρόταγμα, η σοσιαλιστική προοπτική, δεν υπάρχει στο οπλοστάσιο του κόμματος, κάτι που μας ωθεί να επισημάνουμε, περισσότερο ως υπόθεση εργασίας, πως καθίστανται λίγα έως πολύ λίγα τα στελέχη του κόμματος που αυτο-προσδιορίζονται πολιτικοϊδεολογικά, ως Σοσιαλιστές. Όπως συνέβαινε, και μάλιστα με σχετική ευκολία στο παρελθόν, και στα χρόνια μετά τη δεκαετία του 1980.3

Παράλληλα, δεν διαφαίνεται η ύπαρξη κάποιας αυτοτελούς «Σοσιαλιστικής τάσης» (δανειζόμαστε τον όρο από την Βασίλη Ασημακόπουλο), εντός του κόμματος, σε ένα λεπτό σημείο όπου ο όρος ‘Σοσιαλισμός’ αξιοποιείται κατά κύριο λόγο για την μνημονική ενθύμηση του Ανδρεοπαπανδρεϊκού παρελθόντος, παρελθόν που διατηρεί ακόμη την ‘αίγλη’ του ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως το κομματικό ισοδύναμο της viral γλωσσικής έκφρασης ‘ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια.’4

Βασικές θέσεις ή πολιτικές ενός τέτοιου Σοσιαλδημοκρατικού σχηματισμού, όπως είναι το πρόγραμμα στέγασης των νέων,5 δεν έχουν προκύψει αυτομάτως ή αλλιώς, μεταφυσικώ τω τρόπω.

Αντιθέτως, αντλούν από αντίστοιχες Σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές που εφαρμόζονται από Σοσιαλιστικά κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση, όπως είναι το Πορτογαλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Αντόνιο Κόστα.

Εδώ μπορούμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, η εξέλιξη αυτή εγγράφει το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής6 εντός του ρεύματος της παραδοσιακής ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, έτσι όπως διαμορφώνεται αυτή την περίοδο (στελέχη του ΠΑΣΟΚ άργησαν να αντιληφθούν πως η Σοσιαλδημοκρατία στις διάφορες και πιο πρόσφατες χρονικά εκδοχές της, δεν αποκλίνει από τον πολιτικό φιλελευθερισμό),7 σε ευρωπαϊκές χώρες. Σαφώς, δεν υποτιμούμε μία τέτοια εξέλιξη.

Και δεύτερον, ευρύτερα ομιλώντας, θα τονίσουμε πως η σοσιαλιστική προοπτική δεν εγγράφεται στην τρέχουσα πολιτική κουλτούρα κανενός εκ των μεγαλύτερων Σοσιαλιστικών-Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, μένοντας, όχι δίχως περιεχόμενο και δη ιστορικό περιεχόμενο, αλλά δίχως φορέα και αντίπαλο.

Τι αντιμάχεται σήμερα ο Σοσιαλισμός; Τον νεοφιλελευθερισμό, όπως μονοσήμαντα επαναλαμβάνουν κάποιοι; Ποιον ανταγωνίζεται; Την αλά ΚΚΕ εκδοχή του κομμουνισμού; Θα ήμασταν κοινότοποι εάν λέγαμε πως η Σοσιαλιστική Προοπτική διατηρεί την επικαιρότητά της.

Αυτό που μπορούμε να πούμε, κινούμενοι σε μία θεωρητική τροχιά (δεν πρέπει να χάνουμε από την οπτική μας τη θεωρία), είναι πως η μη βίαιη Σοσιαλιστική Προοπτική, εάν η Σοσιαλδημοκρατία αντίκειται καταστατικά στην πολιτική βία, όποια μορφή και αν φέρει, πρέπει να καταστεί αντικείμενο κομματικής μελέτης και θεωρητικών επεξεργασιών.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Ορμώμενοι από την τυπολογική προσέγγιση του Βασίλη Ασημακόπουλου, ο οποίος με διακρίνει μεταξύ των διαφόρων τύπων Σοσιαλισμού ή αλλιώς, Σοσιαλδημοκρατίας, όπως αναπτύχθηκαν ιστορικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο, θα τονίσουμε πως οι πρώτες κυβερνήσεις του Λουίς Ινάσιο Λούλα Ντα Σίλβα στη Βραζιλία, κινήθηκαν προς την κατεύθυνση (αναφερόμαστε στον Λούλα λόγω της πρόσφατης εκλογικής του νίκης στη Βραζιλία), χάραξης και εφαρμογής πολιτικών που αντλούν από το ‘οπλοστάσιο’ της «παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας». Που εν προκειμένω προκρίνει την δια-ταξική συνεργασία, δίχως όμως να εκλείπει η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και δη δυναμικών μεταρρυθμίσεων υπέρ των εργατικών στρωμάτων με άμεσο διακύβευμα την σχετική εξισορρόπηση της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας (χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους για τις ‘ανάγκες’ της ανάλυσης μας), και επίσης, την «εμπέδωση μιας δυναμικής ισορροπίας στις σχέσεις καπιταλισμού-δημοκρατίας». Όμως, θα επιχειρήσουμε να διευρύνουμε κατά τι το πεδίο της ανάλυσης μας, στρεφόμενοι στο σχήμα της «εκλογικής συγκρουσιακότητας» που έχουν εισαγάγει ο Mc Adam & Tarrow. Σύμφωνα με τους δύο εμβριθείς μελετητές των κοινωνικών κινημάτων, «ως εκλογική συγκρουσιακότητα ορίζεται εκείνο το σύνολο των επαναλαμβανόμενων διασυνδέσεων (links) ανάμεσα στις εκλογές και τα κινήματα, οι οποίες αποφασιστικότητα διαμορφώνουν τόσο την κινηματική δυναμική όσο και τα εκλογικά αποτελέσματα». Με βάση λοιπόν αυτόν τον ορισμό, θα διατυπώσουμε την ακόλουθη υπόθεση εργασίας: Η εκλογή του Λούλα στην προεδρία της Βραζιλίας το 2003, διευκολύνθηκε από την «κινηματική δυναμική» που είχε αναπτυχθεί προς τα τέλη του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου στη χώρα, με αποκορύφωμα τη δημιουργία, το 2001, του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε. Η αλληλεπίδραση μεταξύ της πολιτικής πλατφόρμας Λούλα που τότε αν μη τι άλλο, φάνταζε εξόχως ριζοσπαστική για τα δεδομένα της Βραζιλιάνικης πολιτικής σκηνής, και πυκνών κινηματικών διεργασιών παρήγε, σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, πολιτικά-εκλογικά αποτελέσματα, συμβάλλοντας στην αναδιαμόρφωση του συσχετισμού ισχύος μεταξύ πολιτικών κομμάτων. Ο Αριστερός, και, ας μη διστάσουμε να πούμε, Κεντροαριστερός πόλος αποτέλεσε έκτοτε εκ των πλέον ισχυρών κομματικών πόλων εντός του πολιτικού συστήματος της χώρας, κάτι που αποδείχθηκε το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα: Η έντονη (κοινωνική) επιρροή Αριστερών-Κεντροαριστερών πολιτικών ιδεών και η ισχυρή πολιτική προσωπικότητα του Λούλα που τεχνηέντως παροχέτευσε την κοινωνική δυσαρέσκεια για τη διακυβέρνηση του Ζαϊρ Μπολσονάρου, προς την κατεύθυνση συγκρότησης ενός αντι-Μπολσονάρου κοινωνικοπολιτικού μετώπου, αρκούσαν για να ηττηθεί ο τελευταίος στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές. Το ερώτημα όμως, είναι άλλο: Συνετέλεσε η πρώτη προεδρική θητεία Λούλα στην αναζωογόνηση ή αλλιώς, στην ενίσχυση της κινηματικής δυναμικής ή αντιθέτως, την περιόρισε αισθητά; Βλέπε σχετικά, Ασημακόπουλος, Βασίλης, ‘Πρώτη φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του,’ Εκδόσεις A.P Publications, Αθήνα, 2017, σελ. 98. Και, Mc Adam, Doug., & Tarrow, Sydney, ‘Ballots and Barricades: On the Reciprocal relations between elections and social movements,’ Perspectives on Politics, 8, 2010, σελ. 529-542.

2 Κάτι τέτοιο πρωτίστως προϋποθέτει την συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής σε κάποιο κυβερνητικό σχήμα. Από ποια θέση όμως; Από τη θέση του βασικού κυβερνητικού εταίρου που θα διεκδικήσει συμμετοχή στη διαμόρφωση του κυβερνητικού προγράμματος και όχι τόσο την συμμετοχή πολλών στελεχών του στο κυβερνητικό σχήμα; Από τη θέση του δυνάμει συμπληρωματικού κυβερνητικού εταίρου που θα θέσει ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή του στο κυβερνητικό σχήμα την υιοθέτηση ενός minimum Σοσιαλδημοκρατικών θέσεων; Τέμνεται σε κάποια σημεία του αυτός ο Πασοκικός σχεδιασμός με το πρόταγμα της ‘Προοδευτικής Διακυβέρνησης’ που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ; Το τελευταίο ερώτημα, ενόψει προεκλογικής περιόδου, πρέπει να απαντηθεί άμεσα. Τώρα, πιάνοντας το νήμα από την προηγούμενη υποσημείωση, θα σημειώσουμε πως η διακυβέρνηση Λούλα εγγράφεται στην παράδοση του ‘Λατινοαμερικάνικου Σοσιαλισμού.΄ Σε αυτή την παράδοση κινείται και η περίπτωση Ούγο Τσάβες στη Βενεζουέλα, ο οποίος προχώρησε σε πιο βαθυ-δομικές αλλαγές, σε σημείο που στα αρχικά έστω στάδια διακυβέρνησής του, να φλερτάρει με το ρεύμα της «εξελικτικής Σοσιαλδημοκρατίας», δηλαδή με μία στρατηγική μετάβασης που είναι σταδιακή και επιτυγχάνεται μέσω διαδοχικών μεταρρυθμίσεων.

3 Η οκταετής διακυβέρνηση του Κώστα Σημίτη (1996-2004), δεν επέφερε ουσιώδες αλλαγές προς την κατεύθυνση του πολιτικού αυτο-προσδιορισμού των στελεχών του, από την στιγμή μάλιστα όπου μέσω της χρήσης του όρου ‘Σοσιαλιστής’ τα στελέχη του κόμματος μπορούσαν και διαφοροποιούνταν τόσο από τον ‘Δεξιό’ όσο και από τον κομμουνιστή, που τη δεκαετία του 1980, μπορούσε να είναι και υποστηρικτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ) Εσωτερικού. Εκτιμούμε, θεωρητικά, πως η απλοϊκή κατάχρηση του όρου ‘Δεξιός’, ιδίως τη δεκαετία του 1980, απέκρυπτε τα γνωστικά, θεωρητικά και πολιτικά ελλείμματα αρκετών εκ των στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ (για Σοσιαλισμό δεν μιλά και το καθαυτό έντυπο που πρόσκειται στο χώρο, δηλαδή το ‘Καρφί’), της δεκαετίας της βαθιάς κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης, δεν βίωσε το δικό του ‘Bad Godesberg,’ ήτοι ένα Συνέδριο ουσιαστικής επανίδρυσης, όπως ήταν αυτό του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που πραγματοποιήθηκε στο Bad Godesberg, στα 1959.

4 Και όμως, θα είχε ιδιαίτερο θεωρητικό-επιστημονικό ενδιαφέρον, η πραγματοποίηση μίας έρευνας προκειμένου να διερευνηθεί το αν και σε ποιο βαθμό τα μέλη της Κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος (ποιος εκ των μελών της, μπορεί να θεωρηθεί Σοσιαλιστής; Μήπως ο Κώστας Σκανδαλίδης λόγω του παρελθόντος του; Μήπως ο Ανδρεοπαπανδρεϊκός Βασίλης Κεγκέρογλου; Ή sui generis Νάντια Γιαννακοπούλου;), κάνουν χρήση όρων που αντλούν από το λεξιλόγιο του Σοσιαλισμού.

5 Από μία τέτοια θεώρηση (πιστώνεται στον Νίκο Ανδρουλάκη ό,τι ομιλεί περί Σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης απενοχοποιημένα), απουσιάζει μία ειδικότερη αναφορά σε αυτό που ιστορικά αποτέλεσε το διακριτικό γνώρισμα της Σοσιαλδημοκρατίας και ιδίως, της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, στις διάφορες εκδοχές της: Το πώς δηλαδή, θα αξιοποιηθεί το κράτος ως όχημα (και όχι κοινότοπα και μηχανιστικά ως εργαλείο), για την επίτευξη μεγαλύτερου βαθμού, κοινωνικής δικαιοσύνης. Ένα Σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο διακυβέρνησης πρέπει να περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις σε πολλούς τομείς.

6 Παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο περί ιστορικής Σοσιαλδημοκρατίας κείμενο της καθηγήτριας Έφης Γαζή (ιστορικά, το βίαιο περιεχόμενο της Κομμουνιστικής-Μπολσεβικής επανάστασης του 1917, τρόμαξε και αποθάρρυνε αρκετούς ευρωπαίους Σοσιαλιστές), η οποία, δεν διστάζει να θέσει τα κατάλληλα ερωτήματα. Βλέπε σχετικά, Γαζή, Έφη, ‘Ιδέες και σκέψεις για το παρελθόν και το μέλλον της Σοσιαλδημοκρατίας,’ στο: ‘Η Σοσιαλδημοκρατία στο προσκήνιο ξανά;’ Επιμέλεια: Μαραγκάκη, Άννα, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2022. Σημαντική παραμένει και η μελέτη του Thomas Meyer, με τίτλο ‘The Theory of Social Democracy,’ Polity, 2007. Κατατοπιστικό και ισορροπημένο (θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και κλασικό) δίχως να ρέπει στον οικονομισμό, είναι και το βιβλίο του Αυστριακού Ludwig Von Mises, με τίτλο ‘Socialism: An Economic and Sociological Analysis,’ 1951, Διαθέσιμο στο: https://cdn.mises.org/Socialism An Economic and Sociological Analysis_3.pdf

7 Δεν είμαστε εκ των ατόμων που θα υποστηρίξουν ελαφρά τη καρδία πως η περίοδος της πανδημικής κρίσης και της διαχείρισής της σε κυβερνητικό επίπεδο, συνοδεύθηκε από κάποια ‘άνθιση’ των Σοσιαλδημοκρατικών ιδεών σε ευρύτερο επίπεδο. Περισσότερο έχουμε να κάνουμε με κάποιες τάσεις που μένουν να φανεί πόσο ανθεκτικές θα αποδειχθούν στη συνέχεια.

The following two tabs change content below.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με θέμα την συσχέτιση των Σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών κομμάτων σε Ελλάδα, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία με το συνδικαλιστικό κίνημα, την περίοδο 1989-2010. Τα ερευνητικά-επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τις σχέσεις κοινωνικής και πολιτικής αντιπροσώπευσης, τα κοινωνικά κινήματα, το ακροδεξιό φαινόμενο. Μελετά επίσης ποίηση και λογοτεχνία. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού Λόγου.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή