Πίτερ Μπογκντάνοβιτς (1939 – 2022) Αμερικανός σκηνοθέτης, συγγραφέας, ηθοποιός, παραγωγός, κριτικός και ιστορικός κινηματογράφου

Μεγάλο μέρος της έμπνευσης που οδήγησε τον Μπογκντάνοβιτς στις κινηματογραφικές του δημιουργίες προήλθε από τις πρώτες προβολές της ταινίας Πολίτης Κέιν

by Times Newsroom

Ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς (Peter Bogdanovich, 30 Ιουλίου 1939 – 6 Ιανουαρίου 2022) ήταν Αμερικανός σκηνοθέτης, συγγραφέας, ηθοποιός, παραγωγός, κριτικός και ιστορικός κινηματογράφου. Ένας από τους σκηνοθέτες του «Νέου Χόλιγουντ», ο Μπογκντάνοβιτς ξεκίνησε ως δημοσιογράφος κινηματογράφου μέχρι που προσλήφθηκε για να δουλέψει στην ταινία Οι άγγελοι της κόλασης (The Wild Angels, 1966) του Ρότζερ Κόρμαν. Μετά την επιτυχία αυτής της ταινίας, σκηνοθέτησε τη δική του ταινία με τίτλο Ο 13ος στόχος (Targets, 1968), η οποία κέρδισε την αναγνώριση των κριτικών. Ο Μπογκντάνοβιτς κέρδισε ευρεία αναγνώριση αναγνώριση για το δράμα του Η τελευταία παράσταση (1971). Η ταινία έλαβε οκτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Καλύτερη Ταινία, με τον Μπογκντάνοβιτς να λαμβάνει υποψηφιότητες Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου και τους Μπεν Τζόνσον και Κλόρις Λίτσμαν να κερδίζουν Όσκαρ για τους δεύτερους ρόλους τους.

Μετά την Τελευταία παράσταση, σκηνοθέτησε τη φαρσοκωμωδία Μια τρελή τρελή καταδίωξη (1972), μια μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, και μια άλλη κριτική και εμπορική επιτυχία, το Χάρτινο φεγγάρι (Paper Moon, 1973), που του χάρισε υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Οι τρεις επόμενες ταινίες του ήταν όλες κριτικές και εμπορικές αποτυχίες, συμπεριλαμβανομένης της Νταίζη Μίλερ (Daisy Miller, 1974). Έκανε ένα διάλειμμα τριών ετών και μετά επέστρεψε με τις καλτ ταινίες Ο άνθρωπος από τη Σιγκαπούρη (Saint Jack, 1979) και Όλοι έσκασαν στα γέλια (They All Laughed, 1981). Μετά τη δολοφονία της φίλης του, Ντόροθι Στράτεν, έκανε μία ακόμη τετραετία παύση από τη δημιουργία ταινιών και έγραψε ένα βιβλίο για τον θάνατό της με τίτλο The Killing of the Unicorn, πριν επιστρέψει με τη Μάσκα (Mask, 1985), κριτική και εμπορική επιτυχία. Αργότερα σκηνοθέτησε ταινίες όπως Πίσω από τα παρασκήνια (Noises Off, 1992), Ένας απρόβλεπτος έρωτας (The Thing Called Love, 1993), Το νανούρισμα της γάτας (The Cat’s Meow, 2001) και Μπερδέματα στο Μπρόντγουεϊ (She’s Funny That Way, 2014). Ως ηθοποιός, ήταν γνωστός για τους ρόλους του στη σειρά του HBO Οι σοπράνος και την τελευταία ταινία του Όρσον Γουέλς, Η άλλη πλευρά του ανέμου (The Other Side of the Wind, 2018), την οποία βοήθησε επίσης να ολοκληρωθεί. Έλαβε βραβείο Γκράμι για καλύτερης μουσικής ταινίας για τη σκηνοθεσία του ντοκιμαντέρ Runnin’ Down a Dream (2007) για τον Τομ Πέτι.

Καταξιωμένος ως ιστορικός κινηματογράφου, σκηνοθέτησε ντοκιμαντέρ όπως Directed by John Ford (1971) και The Great Buster: A Celebration (2018) και δημοσίευσε πάνω από δέκα βιβλία, μερικά από τα οποία περιλαμβάνουν εις βάθος συνεντεύξεις με τους φίλους του, Χάουαρντ Χοκς και Άλφρεντ Χίτσκοκ. Τα έργα του Μπογκντάνοβιτς έχουν αναφερθεί ως σημαντικές επιρροές από πολλούς σημαντικούς κινηματογραφιστές.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς (σερβικά: Петар Богдановић‎) γεννήθηκε στο Κίνγκστον της Νέας Υόρκης. Ήταν γιος της Χέρμα (το γένος Ρόμπινσον) και του πιανίστα και ζωγράφου Μπορισλάβ Μπογκντάνοβιτς (1899–1970). Η μητέρα του ήταν αυστροεβραϊκής καταγωγής και ο πατέρας του ήταν Σέρβος. Ο Μπογκντάνοβιτς μιλούσε άπταιστα σερβικά, αφού τα είχε μάθει πριν από τα αγγλικά. Είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό που πέθανε σε ατύχημα το 1938, σε ηλικία δεκαοκτώ μηνών, αφού έπεσε πάνω του μια κατσαρόλα με βραστή σούπα, αν και ο Μπογκντάνοβιτς δεν είχε μάθει για τον αδερφό του μέχρι τα επτά του και δεν γνώριζε τις συνθήκες του θανάτου του μέχρι να ενηλικιωθεί. Οι γονείς του έφτασαν και οι δύο στις ΗΠΑ τον Μάιο του 1939 με βίζα επισκεπτών, μαζί με την οικογένεια της μητέρας του, τρεις μήνες πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1952, όταν ήταν δώδεκα ετών, ο Μπογκντάνοβιτς άρχισε να κρατά αρχείο σε κάρτες ευρετηρίου με κάθε ταινία που έβλεπε με κριτικές, κάτι που συνέχισε να το κάνει μέχρι το 1970. Έβλεπε έως και τετρακόσιες ταινίες το χρόνο. Αποφοίτησε από το σχολείο Collegiate της Νέας Υόρκης το 1957 και σπούδασε υποκριτική στο Stella Adler Conservatory.

Κριτικός ταινιών

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Μπογκντάνοβιτς ήταν γνωστός ως προγραμματιστής ταινιών στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, όπου προγραμμάτισε σημαντικές αναδρομικές εκθέσεις και έγραψε μονογραφίες για τις ταινίες των Όρσον Γουέλς, Τζον Φορντ, Χάουαρντ Χοκς και Άλφρεντ Χίτσκοκ. Ο Μπογκντάνοβιτς έφερε επίσης στο προσκήνιο τον Άλαν Ντουάν, έναν πρωτοπόρο του αμερικανικού κινηματογράφου, άγνωστο μέχρι τότε, σε μια αναδρομική έκθεση του 1971, στην οποία παρευρέθηκε ο Ντουάν. Προγραμμάτισε επίσης για το New Yorker Theatre.

Πριν γίνει σκηνοθέτης, έγραψε στα έντυπα EsquireThe Saturday Evening Post και Cahiers du Cinéma ως κριτικός κινηματογράφου. Αυτά τα άρθρα συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο Pieces of Time (1973).

Μετακόμιση στο Λος Άντζελες

Το 1966, ακολουθώντας το παράδειγμα των κριτικών του Cahiers du Cinéma, Φρανσουά Τρυφό, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Κλοντ Σαμπρόλ και Ερίκ Ρόμερ, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει τη Νουβέλ Βαγκ (“Νέο Κύμα”) κάνοντας δικές τους ταινίες, ο Μπογκντάνοβιτς αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης. Ενθαρρυμένος από τον σκηνοθέτη Φρανκ Τάσλιν, από τον οποίο θα έπαιρνε συνέντευξη στο βιβλίο του Who the Devil Made It, ο Μπογκντάνοβιτς μετακόμισε στο Λος Άντζελες με τη σύζυγό του, Πόλι Πλατ, αφήνοντας το νοίκι του απλήρωτο.

Με σκοπό να εισχωρήσει στη βιομηχανία του κινηματογράφου, ο Μπογκντάνοβιτς ζητούσε από δημοσιογράφους προσκλήσεις για πρεμιέρες και πάρτι ταινιών. Σε μια προβολή, ο Μπογκντάνοβιτς έβλεπε μια ταινία και ο σκηνοθέτης Ρότζερ Κόρμαν καθόταν πίσω του. Οι δυο τους έπιασαν συζήτηση όταν ο Κόρμαν ανέφερε ότι του άρεσε ένα κινηματογραφικό κομμάτι που είχε γράψει ο Μπογκντάνοβιτς στο περιοδικό Esquire. Ο Κόρμαν του πρόσφερε σκηνοθετική δουλειά, την οποία ο Μπογκντάνοβιτς δέχτηκε αμέσως. Συνεργάστηκε με τον Κόρμαν στο 13ο στόχο, στο οποίο πρωταγωνίστησε ο Μπόρις Καρλόφ, και στο Voyage to the Planet of Prehistoric Women με το ψευδώνυμο Ντέρεκ Τόμας. Ο Μπογκντάνοβιτς είπε αργότερα για τη σχολή κινηματογραφικών ταινιών Κόρμαν: «Πέρασα από τη μεταφορά των άπλυτων ρούχων στη σκηνοθεσία της ταινία σε τρεις εβδομάδες. Συνολικά, δούλεψα 22 εβδομάδες».

Επιστρέφοντας στη δημοσιογραφία, ο Μπογκντάνοβιτς συνήψε διά βίου φιλία με τον Όρσον Γουέλς ενώ του έπαιρνε συνέντευξη στα γυρίσματα της ταινίας Catch-22 του Μάικ Νίκολς (1970). Ο Μπογκντάνοβιτς έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προβολή του Γουέλς και της καριέρας του με τα γραπτά του για τον ηθοποιό-σκηνοθέτη, κυρίως με το βιβλίο του Αυτός είναι ο Όρσον Γουέλς (1992). Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν ο Γουέλς αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ο Μπογκντάνοβιτς τον άφησε να μένει στην έπαυλή του στο Μπελ Ερ για δύο χρόνια.

Το 1970, ο Μπογκντάνοβιτς κλήθηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου να σκηνοθετήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Τζον Φορντ για το αφιέρωμα του, με τίτλο Directed by John Ford (1971). Η ταινία που προέκυψε περιελάμβανε συνεντεύξεις με τους Τζον Γουέιν, Τζέιμς Στιούαρτ και Χένρι Φόντα και αφήγηση από τον Όρσον Γουέλς. Η ταινία έμεινε εκτός κυκλοφορίας για χρόνια λόγω προβλημάτων αδειοδότησης, ενώ ο Μπογκντάνοβιτς και η TCM την κυκλοφόρησαν το 2006, αφού την επεξεργάστηκαν ξανά για να την κάνουν “γρηγορότερη και πιο ξεκάθαρη”, με πρόσθετες συνεντεύξεις με τους Κλιντ Ίστγουντ, Γουόλτερ Χιλ, Χάρι Κάρεϊ Τζούνιορ, Μάρτιν Σκορσέζε, Στίβεν Σπίλμπεργκ και άλλους.

Σκηνοθετικό έργο

Μεγάλο μέρος της έμπνευσης που οδήγησε τον Μπογκντάνοβιτς στις κινηματογραφικές του δημιουργίες προήλθε από τις πρώτες προβολές της ταινίας Πολίτης Κέιν. Σε μια συνέντευξή του, ο Μπογκντάνοβιτς εξηγεί την εκτίμησή του για το έργο του Όρσον Γουέλς:

Δεν μοιάζει με καμία άλλη ταινία που γνωρίζετε. Είναι η πρώτη μοντέρνα ταινία: κατακερματισμένη, χωρίς ευθεία αφήγηση, πηγαινοέρχεται. Προβλέπει όλα όσα γίνονται τώρα, τα οποία πιστεύεται ότι είναι πολύ μοντέρνα. Όλα έχουν γίνει πλέον πολύ παρακμιακά, αλλά σίγουρα τότε ήταν φρέσκα.

Ο 32χρονος Μπογκντάνοβιτς χαιρετίστηκε από τους κριτικούς ως «ουελσιανό» παιδί-θαύμα όταν κυκλοφόρησε το 1971 την ταινία του Η τελευταία παράσταση. Η ταινία κέρδισε οκτώ υποψηφιότητες για Όσκαρ, συμπεριλαμβανομένου του βραβείου Καλύτερης Σκηνοθεσίας, και κέρδισε δύο αγάλματα, ένα για την Κλόρις Λίτσμαν και ένα για τον Μπεν Τζόνσον στις κατηγορίες β’ γυναικείου και β’ ανδρικού ρόλου αντίστοιχα. Ο Μπογκντάνοβιτς συνέγραψε το σενάριο με τον Λάρι Μακ Μάρτρι και κέρδισε βραβείο BAFTA το 1971 για το καλύτερο σενάριο. Ο Μπογκντάνοβιτς έδωσε στο 21χρονο μοντέλο Σίμπιλ Σέπερντ έναν σημαντικό ρόλο στην ταινία και την ερωτεύτηκε, μια σχέση που τελικά οδήγησε στο διαζύγιό του με την Πόλι Πλατ, μακροχρόνια καλλιτεχνική του συνεργάτιδα και μητέρα των δύο κορών του.

Ο Μπογκντάνοβιτς ακολούθησε την Τελευταία παράσταση με τη φαρσοκωμωδία Μια τρελή τρελή καταδίωξη (1972), με πρωταγωνιστές τους Μπάρμπρα Στράισαντ και Ράιαν Ονίλ. Στη συνέχεια ο Μπογκντάνοβιτς ίδρυσε την εταιρεία Directors με τους Φράνσις Φορντ Κόπολα και Γουίλιαμ Φρίντκιν, με συνιδιοκτήτη την Paramount Pictures. Η Paramount επέτρεψε στους σκηνοθέτες να κάνουν τουλάχιστον δώδεκα ταινίες με προϋπολογισμό 3 εκατομμυρίων δολαρίων η καθεμία. Μέσω αυτού του φορέα γυρίστηκε το Χάρτινο φεγγάρι (1973) του Μπογκντάνοβιτς.

Το Χάρτινο φεγγάρι, μια κωμωδία για την εποχή της οικονομικής ύφεσης του 1929 με πρωταγωνιστή τον Ράιαν Ονίλ που χάρισε στη 10χρονη κόρη του, Τέιτουμ Ονίλ, Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου, απέδειξε τη βαρύτητα της καριέρας του Μπογκντάνοβιτς. Αναγκασμένος να μοιραστεί τα κέρδη με τους συναδέλφους του σκηνοθέτες, ο Μπογκντάνοβιτς δεν ήταν ικανοποιημένος με τη συμφωνία. Στη συνέχεια, η εταιρεία Directors παρήγαγε μόνο δύο ακόμη ταινίες, τη Συνομιλία (The Conversation, 1974) του Κόπλα, η οποία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1974 μαζί με το Νονός ΙΙ, και την ταινία του Μπογκντάνοβιτς με πρωταγωνίστρια τη Σίμπιλ Σέπερντ ως Νταίζη Μίλερ (1974), η οποία είχε άθλιες κριτικές και απογοητευτικές εισπράξεις. Οι συνεργάτες της Directors πήραν όλοι χωριστούς δρόμους μετά την παραγωγή της Νταίζη Μίλερ.

Η επόμενη προσπάθεια του Μπογκντάνοβιτς, At Long Last Love (1975), ήταν ένα μιούζικαλ με πρωταγωνιστές τη Σέπερντ και τον Μπαρτ Ρέινολντς. Τόσο αυτή όσο και η επόμενη ταινία του, Τρελοί παραγωγοί, απίθανοι σκηνοθέτες (Nickelodeon, 1976), είχαν καταστροφικές κριτικές και εισπράξεις, βλάπτοντας σοβαρά τη θέση του Μπογκντάνοβιτς στην κινηματογραφική κοινότητα. Αναλογιζόμενος την πρόσφατη καριέρα του, ο Μπογκντάνοβιτς είπε το 1976: «Ήμουν χαζός. Έκανα πολλά λάθη».

Το 1975, ο Μπογκντάνοβιτς άσκησε αγωγή στη Universal για παραβίαση της σύμβασής του για την παραγωγή και σκηνοθεσία της ταινία Bugsy. Στη συνέχεια, έκανε μερικά χρόνια διάλειμμα και μετά επέστρεψε στη σκηνοθεσία με μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού, τον Άνθρωπο από τη Σιγκαπούρη (1979), η οποία γυρίστηκε στη Σιγκαπούρη με πρωταγωνιστή τον Μπεν Γκαζάρα στον ομώνυμο ρόλο. Η ταινία κέρδισε επαίνους από τους κριτικούς, αν και δεν έκανε μεγάλη επιτυχία στα ταμεία. Η δημιουργία αυτής της ταινίας σήμανε το τέλος της σχέσης του με τη Σέπερντ.

Η Ντόροθι Στράτεν και το Όλοι έσκασαν στα γέλια

Η επόμενη ταινία του Μπογκντάνοβιτς ήταν η ρομαντική κομεντί Όλοι έσκασαν στα γέλια (1981), στην οποία συμμετείχε η Ντόροθι Στράτεν, ένα πρώην μοντέλο που είχε σχέση με τον Μπογκντάνοβιτς. Η Στράτεν δολοφονήθηκε από τον εν διαστάσει σύζυγό της λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων.

Ο Μπογκντάνοβιτς επέστρεψε στο γράψιμο, καθώς η σκηνοθετική του καριέρα είχε βαλτώσει, ξεκινώντας με το The Killing of the Unicorn – Dorothy Stratten 1960–1980, απομνημονεύματα που δημοσιεύθηκαν το 1984. Το άρθρο της Τερέζα Κάρπεντερ “Death of a Playmate” σχετικά με τη δολοφονία της Στράτεν δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Village Voice και κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ το 1981. Ενώ ο Μπογκντάνοβιτς δεν επέκρινε το άρθρο της Κάρπεντερ στο βιβλίο του, εκείνη είχε κατακρίνει τόσο τον Μπογκντάνοβιτς όσο και τον μεγιστάνα του περιοδικού Playboy, Χιου Χέφνερ, υποστηρίζοντας ότι η Στράτεν ήταν θύμα αυτών όσο και του συζύγου της, Πολ Σνάιντερ, ο οποίος σκότωσε την ίδια και αυτοκτόνησε. Το άρθρο της Κάρπεντερ χρησίμευσε ως βάση για την ταινία του Μπομπ Φόσι Γυμνό μοντέλο (Star 80, 1983). Ο Μπογκντάνοβιτς αντιτάχθηκε στην παραγωγή και αρνήθηκε να επιτρέψει στην ταινία να χρησιμοποιήσει το όνομά του. Παρουσιαζόταν ως ο φανταστικός “Άραμ Νίκολας” και απείλησε με δικαστικές αγωγές εάν δεν ενέκρινε τον χαρακτήρα.

Ο Μπογκντάνοβιτς ανέλαβε ο ίδιος τη διανομή του Όλοι έσκασαν στα γέλια. Αργότερα, θεώρησε ότι αυτή του η επιλογή τον ανάγκασε να κηρύξει πτώχευση το 1985. Δήλωσε ότι είχε μηνιαίο εισόδημα 75.000 δολάρια και μηνιαία έξοδα 200.000 δολάρια.

Ο Χέφνερ ανταπέδωσε κατηγορώντας τον Μπογκντάνοβιτς ότι αποπλάνησε τη μικρότερη αδερφή της, Στράτεν, Λουίζ, λίγο μετά τη δολοφονία, όταν εκείνη ήταν 13 ετών. Ο Μπογκντάνοβιτς αρνήθηκε κατηγορηματικά την κατηγορία. Στις 30 Δεκεμβρίου 1988, ο 49χρονος Μπογκντάνοβιτς παντρεύτηκε την 20χρονη Λουίζ, προκαλώντας φρενίτιδα στα ταμπλόιντ. Το ζευγάρι χώρισε το 2001.

Μάσκα και Τέξασβιλ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Μπογκντάνοβιτς ήθελε να γυρίσει τα I’ll Remember April με τον Τζον Κασσαβέτη και The Lady in the Moon, γραμμένο μαζί με τον Λάρι Μακμούρτρι. Αντ’ αυτού, έκανε την ταινία Μάσκα, η οποία κυκλοφόρησε το 1985 λαμβάνοντας την αναγνώριση των κριτικών. Ωστόσο, η συνέχεια της ταινίας Η τελευταία παράσταση, με τίτλο Τέξασβιλ (1990), ήταν κριτική και εισπρακτική απογοήτευση σε σχέση με την εμβληματική πρώτη ταινία.

Και οι δύο ταινίες προκάλεσαν μεγάλες διαμάχες μεταξύ του Μπογκντάνοβιτς, ο οποίος εξακολουθούσε να απαιτεί τον έλεγχο στις ταινίες του, και των στούντιο, που έλεγχαν τη χρηματοδότηση και το τελικό μοντάζ και των δύο ταινιών. Η Μάσκα κυκλοφόρησε με ένα τραγούδι από τον Μπομπ Σίγκερ ενάντια στις επιθυμίες του Μπογκντάνοβιτς (ο οποίος ήθελε τον Μπρους Σπρίνγκστιν) και ο Μπογκντάνοβιτς συχνά παραπονιόταν ότι η έκδοση του Τέξασβιλ που κυκλοφόρησε δεν ήταν η ταινία που είχε σκοπό να φτιάξει. Μια σκηνοθετική εκδοχή της Μάσκας, ελαφρώς μεγαλύτερη και με τα τραγούδια του Σπρίνγκστιν, κυκλοφόρησε καθυστερημένα σε DVD το 2004. Μια σκηνοθετική εκδοχή του Τέξασβιλ κυκλοφόρησε σε LaserDisc και σε DVD από την MGM το 2005. Το 1991, την εποχή που κυκλοφόρησε το Τέξασβιλ, ο Μπογκντάνοβιτς επανεξέδωσε επίσης την πρώτη του επιτυχία, την Τελευταία παράσταση, με τροποποιημένη σκηνοθεσία. Έχει ξαναμονταριστεί από τον Μπογκντάνοβιτς μόνο για τον LaserDisc της Criterion. Η έκδοση της Criterion περιλαμβάνει επτά λεπτά από πλάνα που δεν είχαν ξαναπροβληθεί και σκηνές που έχουν υποστεί εκ νέου επεξεργασία.

Ο Μπογκντάνοβιτς σκηνοθέτησε την κωμωδία Παράνομα δικός σου (Illegally Yours,1988) και δύο ακόμη ταινίες το 1992 και το 1993, αλλά καμία από αυτές τις ταινίες δεν επανέλαβε την επιτυχία της πρώιμης καριέρας του. Η μία, το Πίσω από τα παρασκήνια (Noises Off), βασίστηκε στο θεατρικό έργο του Μάικλ Φράιν, ενώ η άλλο, Ένας απρόβλεπτος έρωτας (The Thing Called Love), είναι περισσότερο γνωστή ως ένας από τους τελευταίους ρόλους του Ρίβερ Φίνιξ. Ο Μπογκντάνοβιτς άρχισε να σκηνοθετεί τηλεταινίες, όπως το Στον κύριό μας με αγάπη 2 (To Sir, with Love II, 1996). Το 1997 κήρυξε ξανά πτώχευση. Αντλώντας από τις εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις για την ιστορία του κινηματογράφου, έγραψε πολλά βιβλία με κριτικές.

Τα τελευταία χρόνια

Το 1998, το Εθνικό Συμβούλιο Προστασίας Ταινιών της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου συμπεριέλαβε την Τελευταία παράσταση στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου, μια τιμή που απονέμεται μόνο σε “πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντικές ταινίες”.

Το 2001, ο Μπογκντάνοβιτς επανεμφανίστηκε με Το νανούρισμα της γάτας (The Cat’s Meow), επιστρέφοντας για μία ακόμη φορά σε μια ανακατασκευή του παρελθόντος. Η ταινία είχε μέτρια επιτυχία σε κριτικές, αλλά έβγαλε κάποια χρήματα στα ταμεία.

Εκτός από τη σκηνοθεσία ορισμένων τηλεταινιών, ο Μπογκντάνοβιτς επέστρεψε στην υποκριτική με έναν επαναλαμβανόμενο γκεστ ρόλο στην τηλεοπτική σειρά Οι σοπράνος, παίζοντας τον ψυχοθεραπευτή της δρα Μέλφι αλλά και, αργότερα, σκηνοθετώντας ένα επεισόδιο του πέμπτου κύκλου. Είχε έναν ρόλο φωνής, ως ψυχαναλυτής του θεραπευτή του Μπαρτ Σίμπσον σε ένα επεισόδιο των Simpsons και εμφανίστηκε ως ο εαυτός του στο επεισόδιο “Robots Versus Wrestlers ” της σειράς How I Met Your Mother. Ο Κουέντιν Ταραντίνο έβαλε τον Μπογκντάνοβιτς να παίξει έναν ντισκ τζόκεϊ στις ταινίας Kill Bill 1 και Kill Bill 2. Ο Μπογκντάνοβιτς έκανε εισαγωγές ταινιών σε DVD της Criterion Collection και ερμήνευσε έναν δεύτερο ρόλο στη μίνι σειρά Δύο ξένοι (Out of Order).

Το 2006, ο Μπογκντάνοβιτς ένωσε τις δυνάμεις του με το ClickStar, που είχε ένα κανάλι κλασικού κινηματογράφου, το Golden Age of Movies του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς. Ο Μπογκντάνοβιτς έγραφε επίσης ιστολόγιο για τον ιστότοπο.Το 2003 εμφανίστηκε στο ντοκιμαντέρ του BBC Ξένοιαστοι καβαλάρηδες, οργισμένα είδωλα (Easy Riders, Raging Bulls) και το 2006 εμφανίστηκε στο ντοκιμαντέρ Wanderlust. Την επόμενη χρονιά, ο Μπογκντάνοβιτς βραβεύτηκε για την εξαιρετική συμβολή του στη διατήρηση ταινιών από τη Διεθνή Ομοσπονδία Κινηματογραφικών Αρχείων (FIAF) στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο.

Το 2010, ο Μπογκντάνοβιτς εντάχθηκε στο τμήμα σκηνοθεσίας του Κινηματογραφικού Τομέα της Σχολής Τεχνών του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας. Στις 17 Απριλίου 2010, του απονεμήθηκε το Βραβείο Master of Cinema στο 12ο Ετήσιο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου RiverRun. Το 2011, του απονεμήθηκε Βραβείο από τη Διεθνή Ακαδημία Τύπου, το οποίο απονέμεται σε κινηματογραφιστές των οποίων το μοναδικό όραμα και ο μοναδικός καλλιτεχνικός έλεγχος στα στοιχεία της παραγωγής δίνουν ένα προσωπικό και χαρακτηριστικό στιλ στις ταινίες τους.

Το 2014, κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους η τελευταία ταινία μυθοπλασίας του Μπογκντάνοβιτς, με τίτλο Μπερδέματα στο Μπρόντγουεϊ, ακολουθούμενη από το ντοκιμαντέρ The Great Buster: A Celebration το 2018. Το 2018, η ταινία του Όρσον Γουέλς Η άλλη πλευρά του ανέμου, η οποία γυρίστηκε τη δεκαετία του 1970 και περιελάμβανε έναν εξέχοντα β’ ρόλο από τον Μπογκντάνοβιτς, ο οποίος ήλπιζε από καιρό να την ολοκληρώσει, κυκλοφόρησε με επιτυχία από το Netflix. Ο Μπογκντάνοβιτς συνεργάστηκε με την Turner Classic Movies, για τη δημιουργία ενός πόντκαστ ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, το οποίο κυκλοφόρησε το 2020.

Τον Ιανουάριο του 2022, λίγες εβδομάδες πριν από το θάνατό του, ο Μπογκντάνοβιτς συνεργάστηκε με την Κιμ Μπάσινγκερ για τη δημιουργία του LIT Project 2: Flux, μια πρώτη στο είδος της μικρού μήκους ταινία που διατίθεται από το blockchain Ethereum ως μη ανταλλάξιμο διακριτικό.

Εναλλακτικό ημερολόγιο

Στη δεκαετία του 1990, ο Μπογκντάνοβιτς δημιούργσε ένα εναλλακτικό ημερολόγιο, με τίτλο A Year and a Day: Goddess Engagement Calendar. Το ημερολόγιο αποτελούνταν από 13 μήνες 28 ημερών και μια ημέρα μπόνους, με 365 συνολικά ημέρες. Κάθε μήνας πήρε το όνομά του από ένα διαφορετικό είδος δέντρου. Ο Μπογκντάνοβιτς απέδωσε την έμπνευσή του για το ημερολόγιο στα έργα του Ρόμπερτ Γκρέιβς.

Θάνατος και κληρονομιά

Ο Μπογκντάνοβιτς πέθανε από επιπλοκές της νόσου του Πάρκινσον στο σπίτι του στο Λος Άντζελες στις 6 Ιανουαρίου 2022, σε ηλικία 82 ετών Ο θάνατός του ενέπνευσε μεγάλο αριθμό αφιερωμάτων από κινηματογραφιστές, ηθοποιούς και κριτικούς κινηματογράφου. Ο Peter Bradshaw της εφημερίδας The Guardian τον περιέγραψε ως «ατρόμητη ιδιοφυΐα του κινηματογράφου». Η εφημερίδα New York Times περιέγραψε τον Μπογκντάνοβιτς ως «[μια ιδιοφυΐα] του χολιγοντιανού συστήματος που, με μεγάλη επιτυχία και απογοήτευση, εργάστηκε για να το μεταμορφώσει».

Το έργο του έχει αναφερθεί ως επιρροή από σκηνοθέτες όπως οι Κουέντιν Ταραντίνο, Ράιαν Τζόνσον, Ντέιβιντ Φίντσερ, Έντγκαρ Ράιτ, Μ. Νάιτ Σιάμαλαν, αδελφοί Σάφντι, Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, Άντι Μουσιέτι, Σοφία Κόπολα, Γουές Άντερσον, Νόα Μπάουμπαχ, και Τζούλιαν Ρίτσαρντς.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή