Στον κήπο όπου δεν φυτρώνει τίποτα…

Βασισμένο σε αληθινή ιστορία

by Times Newsroom

Στεκούμενη στον νεκρό κήπο, η μητέρα τράβηξε το λεπτό πουλόβερ της πιο σφιχτά πάνω στο εύθραυστο σώμα της. Έτρεμε στην ψύχρα˙ οι εποχές της καλλιέργειας και της συγκομιδής είχαν παρέλθει εδώ κι αρκετό καιρό. Μόνο τα φλούδια από τα κουκιά με τους καφέ έλικές τους παρέμειναν ακόμα εκεί, κολλημένα στο συρμάτινο καφασωτό. Έβγαινε συχνά στον κήπο της για να καθαρίσει τους «ιστούς της αράχνης» που είχε μες στο μυαλό της, αλλά σήμερα αυτή η συνήθεια δεν πρόσφερε παρά μόνο ελάχιστη ανακούφιση. Από πάνω, σύννεφα από σχιστόλιθο αιωρούνταν χαμηλά, ομιχλώδη. Ο χειμώνας ήταν τώρα εδώ.

Η μεγαλύτερη κόρη της, η Κάθλιν, θα γινόταν σαράντα δύο αύριο, και για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, δεν είχε σχεδιάσει να περάσει τα γενέθλιά της με τη μητέρα της. Στον κήπο ανάμεσα στα σάπια φύλλα, επιθυμούσε να κατηγορήσει την κόρη. Για πόσες φορές η μητέρα και η κόρη μάλωναν, συνήθως για ασήμαντα πράγματα; Ωστόσο, ήταν πάντα σε θέση να τα επιλύουνε, να βρίσκουν λύσεις και συμβιβασμούς. Τελικά, θα προέκυπτε νέος καυγάς. Και θα έπεφταν πάλι σε αυτή την… αποξένωση. Με την πάροδο του χρόνου το χάσμα μεταξύ τους μεγάλωνε, όλο και βαθύτερο με κάθε νέα διαμάχη, που χτίζεται πάνω στον πόνο της τελευταίας. Ώσπου χάραξαν την απόσταση και το βάθος, σαν ένα διαρκώς ορμητικό ποτάμι που κουβαλάει κομμάτια της καρδιάς τους στο ρεύμα του.

«Γιατί διαφωνούμε τόσο συχνά;» Η μητέρα είχε ρωτήσει κάποτε την Κάθλιν.

«Επειδή μισείς τον Ντόναλντ», είπε η κόρη. «Είναι το μόνο για το οποίο μαλώνουμε, μητέρα. Πάντα τον μισούσες. Ήσουν εσύ που μου είπες να μην τον παντρευτώ».

«Κάθε μητέρα θέλει το καλύτερο για το παιδί της. Ωστόσο, δεν θυμάμαι ποτέ να το έχω πει αυτό».

«Το έκανες, όμως. Το έκανες πολύ ξεκάθαρα».

Η μητέρα είχε αρχίσει να χάνει θραύσματα και κομμάτια από τη μνήμη της, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί να έχει πει στην κόρη της αυτά τα πράγματα, τουλάχιστον όχι με αυτά ακριβώς τα λόγια. Και αν είχε, θα ήταν τουλάχιστον πριν από δώδεκα χρόνια όταν η κόρη της και ο Ντόναλντ είχαν βγει.

«Αλλά δεν αντιπαθώ τον Ντόναλντ. Όχι εντελώς. Σε φροντίζει. Και τα παιδιά. Αλλά σίγουρα πρέπει να δεις πόσο ελεγκτικός είναι…»

«Εδώ. Βλέπεις;» είπε η κόρη, θριαμβευτικά.

Η μητέρα είχε παρατηρήσει αυτή τη συνήθεια στον Ντόναλντ, μια συνεχή ανάγκη να χειραγωγεί και να επηρεάζει την Κάθλιν, περιορίζοντας τους φίλους της και παρακάμπτοντας τις αποφάσεις της. Η μητέρα ήταν αρκετά εξοικειωμένη με αυτό, στην πραγματικότητα, επειδή αυτός ήταν ένα νεότερο «αντίγραφο» του πατέρα της κόρης της. Και δεν ήταν ακριβώς σαν μια γυναίκα να παντρεύεται έναν άντρα που μοιάζει πολύ με τον πατέρα της;

«Βλέπω πώς σου φέρεται όταν έρχεσαι για επίσκεψη. Είναι επικριτικός και αιωρείται στο χώρο, παρακολουθώντας ό, τι κάνεις. Σου δίνει εντολές, ίσως δεν το καταλαβαίνεις, και εκτινάσσεσαι κάθε φορά που κάνει αυτό τον κρότο με την τριβή των δακτύλων του».

«Είμαι καλή σύζυγος. Οι καλές σύζυγοι φροντίζουν τους συζύγους τους. Εξάλλου, δεν με πειράζει που είναι λίγο απαιτητικός…»

«Λοιπόν, βλέπεις. «Πάρε μου αυτό, πάρε μου εκείνο.» Αγαπημένη μου κοπέλα, μετά από τόσο καιρό που είσαι παντρεμένη, έχω δει πώς σε έχει επηρεάσει. Έχεις χάσει βάρος. Είσαι χλωμή, δυστυχισμένη. Δύσκολα χαμογελάς πια».

«Μισώ αυτή τη συζήτηση, μητέρα. Είναι πάντα ίδια».

Ωστόσο, η Κάθλιν είχε συμφωνήσει ότι ο Ντόναλντ ήταν απαιτητικός, αυτή ήταν η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει η κόρη. Δεν το είχε αρνηθεί, σκέφτηκε η μητέρα.

«Υποθέτω ότι πρέπει να ασχοληθώ με τη δική μου δουλειά», είπε η μητέρα, και ζήτησε συγγνώμη που είχε θέσει ξανά την ίδια συζήτηση. Απλώς δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Ανησυχούσε για το μεγαλύτερο παιδί της, της είχε λείψει. Της έλειπαν οι πνευματώδεις, οι βαθιά στοχαστικές συζητήσεις που έκαναν, το πόσο πολύ έμοιαζαν. Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα τώρα. Καθεμιά τους είχε κολλήσει σε ένα τέλμα ισχυρογνωμοσύνης. Ήταν και οι δύο μη συγκρουσιακές, και οι δύο περήφανες, και οι δύο υπέφεραν στη σιωπή και μέσα τους.

Ωστόσο, η τελευταία τους φορά μαζί ήταν διαφορετική.

Ήταν την Κυριακή του Πάσχα που η μητέρα είχε αντιληφθεί την μελανιά. Είχαν έρθει όλοι μαζί, η Κάθλιν, ο Ντόναλντ και τα δύο αξιολάτρευτα εγγόνια της. Είχε ψήσει ένα ζαμπόν μελιού με όλες τις γαρνιτούρες. Η Κάθλιν είχε απλώσει το χέρι για να πιάσει το αλάτι και το μανίκι της είχε σηκωθεί αποκαλύπτοντας ένα μωβ-μπλε πλέγμα στον πήχη της. Η Κάθλιν τράβηξε το χέρι της απότομα προς τα πίσω. Η μητέρα έβλεπε την ικεσία στα μάτια της κόρης της, παρακαλώντας την να μην το αναφέρει, ότι δεν ήταν η ώρα να συζητήσουνε αυτό που μόλις είχε δει.

Τότε ήταν που η μητέρα έμαθε ότι συνέβαιναν χειρότερα πράγματα στο σπίτι της κόρης της από έναν σύζυγο που αξίωνε λεκτικές απαιτήσεις.

Η Κάθλιν είχε σηκωθεί από το πασχαλινό τραπέζι, ξαφνικά ανυπόμονη να φύγει. Μουρμούρισε διάφορες δικαιολογίες, ότι είχε ξεχάσει την ώρα και ότι είχαν κάνει άλλα σχέδια κι ότι έπρεπε να φύγουν, μαζεύοντας το μικρό παιδί, και ζητώντας συγγνώμη που δεν βοήθησε με τα πιάτα. Είπε κάτι για τα πεθερικά της που έκαναν «βραδινό κυνήγι» πασχαλινών αυγών.

Αλλά καθώς έβγαιναν βιαστικά από την πόρτα, η Κάθλιν τράβηξε τη μητέρα της στην άκρη την τελευταία στιγμή. «Ούτε μια λέξη από αυτά σε κανέναν, μαμά, σε ικετεύω!» Και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που της είχε πει. Η μητέρα είχε σταθεί στο κατώφλι καθώς έφευγαν, με την καρδιά της να πονά από ανησυχία.

Περίμενε μέρες μετά για ένα τηλεφώνημα από την Κάθλιν για να μιλήσουν για το μώλωπα. Τηλεφώνησε στην κόρη της πρώτη, αλλά τα μηνύματά της πήγαν στον αυτόματο τηλεφωνητή. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται και ασχολήθηκε με τις καθημερινές δουλειές. Αλλά οι σκέψεις της ήταν στριμωγμένες στην κόρη της, και υπήρχαν στιγμές που έπιανε τον εαυτό της να στρώνει το κρεβάτι της ή να διπλώνει τις πετσέτες της ακόμα ζεστές από το στεγνωτήριο, χωρίς να θυμάται ότι είχε πλύνει ένα σωρό ρούχα.

Αυτά τα κενά στη μνήμη έγιναν πιο συχνά και ο γιατρός της, της χορήγησε αντικαταθλιπτικά. Τα πήρε απρόθυμα, δεν ήταν σίγουρη πώς θα μπορούσαν να βοηθήσουν, και τελικά σταμάτησε τελείως να τα παίρνει. Την έκαναν να νιώθει μουδιασμένη και ζαλισμένη και μάλιστα φαινόταν να αυξάνουν την αίσθηση απώλειας χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, δεν έκαναν τίποτα για να μειώσουν την ανησυχία της για την Κάθλιν.

Εξάλλου, έπρεπε να έχει καθαρό μυαλό… «πότε επιτέλους θα τηλεφωνούσε η κόρη της;» σκέφτηκε, καθώς οι εβδομάδες μετατράπηκαν σε μήνες χωρίς ακόμα καμία επικοινωνία.

Με αποφεύγει επίτηδες. Ξέρει πως αν μιλήσουμε, θα της πω να φύγει μακριά του, να τον αφήσει, ίσως τελικά να ζητήσει διαζύγιο, γιατί είδε πώς ζούσα… πώς ζούσαμε όλοι κάτω από τη στέγη ενός κακοποιητικού άνδρα. Φοβάται τι πρέπει να κάνει τελικά, όπως φοβόμουν κι εγώ να μαζέψω το κουράγιο να φύγω.

Εδώ και εννέα μήνες δεν είχαν μιλήσει. Ακόμη και τα Χριστούγεννα δεν είχε υπάρξει καμία κλήση ή έστω ένα ευχαριστήριο σημείωμα ότι έχει παραλάβει τα δώρα των παιδιών ή το κομψό κασκόλ που είχε στείλει, επιλεγμένο προσεκτικά σε ένα χρώμα που να τονίζει τους τόνους του δέρματος της κόρης της.

Έτσι, η πτώση ολοκληρώθηκε. Είχε αποφασιστεί. Η κόρη της είχε επιλέξει τον σύζυγο και η μητέρα είχε απορριφθεί. Δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά καρδιακά μητέρα-κόρη για τον επικίνδυνο άντρα που είχε παντρευτεί, για την ευαλωτότητά της, για την επικίνδυνη ζωή που επέλεξε να ζήσει.

Μια βροντή διέκοψε τις σκέψεις της. Η μητέρα έριξε μια κλεφτή ματιά ψηλά στον ουρανό, βλέποντας τα γρανιτένια – γκρίζα σύννεφα να αναμιγνύονται και να γίνονται πιο σκούρα. Μια πικρή ριπή αέρα πέταξε τα φύλλα σφενδάμου πάνω στο αδρανές γρασίδι, και άφησε τα απομεινάρια του κήπου της κι επέστρεψε στο σπίτι.

Η μητέρα έβαλε την τσαγιέρα στη σόμπα και άναψε τη φλόγα, βγάζοντας ένα τυχαίο φλιτζάνι από το ντουλάπι. Το αγαπημένο της, ή τουλάχιστον έτσι ήταν παλιά. Παράξενο που κατά τύχη άρπαξε αυτό και όχι κάποιο από τα άλλα. Χαμογέλασε, γιατί ήταν το φλιτζάνι που της είχε δωρίσει η Κάθλιν στα καλύτερά τους χρόνια. Το χείλος ήταν φθαρμένο και μια μικροσκοπική ρωγμή λεπτή σαν τρίχα διέτρεχε ειρωνικά ως εκεί που ήταν γραμμένη η λέξη «Μητέρα», που τώρα έμοιαζε να κοροϊδεύει τη σχέση τους, διαγράφοντας τη από τη λίστα των αγαπημένων της κόρης της. Με μια παρόρμηση πέταξε το φλιτζάνι στον κάδο απορριμμάτων, ένα σύμβολο της τωρινής τους ζωής.

Έσπασε όταν χτύπησε στον πάτο. Ο ήχος από το σπάσιμο του κεραμικού ήταν γλυκόπικρος συνοδευόμενος  από θλίψη και οριστικοποίηση. Αλλά η μητέρα σκέφτηκε ότι τελικά ήταν απλώς ένα φλιτζάνι. Καλύτερα να βρισκόταν σπασμένο τώρα στον πάτο του κάδου των σκουπιδιών παρά να έσπαγε στο χέρι της ενώ το έπλενε, καθώς τα αιχμηρά θραύσματα ήταν πολύ πιθανό να την έκοβαν βαθιά.

Αλλά το τσάι είχε πικρή γεύση στο απλό λευκό φλιτζάνι που χρησιμοποίησε στη θέση του σπασμένου. Και σε μια στιγμή τύψεων, σκέφτηκε να μαζέψει τα σπασμένα θραύσματα και να τα κολλήσει ξανά μεταξύ τους. Αλλά κοιτάζοντας τα οδοντωτά κομμάτια, αυτό το έργο φαινόταν τόσο απελπιστικό όσο το να συνδυάσουν ξανά τα συντρίμμια της διαλυμένης ζωής τους. Είχε αυτή τη σκέψη τη στιγμή που άρχισε να πέφτει η βροχή χτυπώντας στο τζάμι, και στη συνέχεια εντάθηκε γρήγορα σε μια καταρρακτώδη βροχόπτωση.

Κάθισε κουρασμένη στο μαξιλάρι του καθίσματος του παραθύρου, τραβώντας την κουρτίνα για να δει την ξαφνική βροχόπτωση να ποτίζει την αυλή, τον εγκαταλελειμμένο κήπο. Άστραψε και βρόντηξε ξανά καθώς έπινε το τσάι της και για μια στιγμή ξέχασε τον πόνο στην καρδιά για την κόρη της.

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, πετάχτηκε ξαφνιασμένη, και παραλίγο να χυθεί το ζεστό τσάι πάνω της. Έγειρε πάνω απ’ το τηλέφωνο και σήκωσε το ακουστικό.

«Μαμά;» είπε μια γυναικεία φωνή στην άλλη γραμμή.

«Κάθλιν;» απάντησε, με το ηθικό της να υψώνεται, βγάζοντας τη θλίψη και την αγωνία από την καρδιά της. Έγινε μια μεγάλη παύση. Όμως η μητέρα έκανε υπομονή. Άλλωστε, περίμενε εννέα ατελείωτους μήνες την κόρη της να κάνει επιτέλους αυτό το τηλεφώνημα. Ίσως η Κάθλιν να ήθελε να κάνει σχέδια μαζί της για αύριο τελικά.

«Όχι, μαμά. Η Έριν είμαι».

Η μητέρα έγειρε βαριά πίσω στο κάθισμα του παραθύρου. Μάζεψε όλη της τη δύναμη για να ακούγεται ευδιάθετη. «Συγγνώμη, Έριν. Εσύ και η αδερφή σου ακούγεστε πάντα τόσο ίδιες, ειδικά όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερο».

«Ήθελα να ελέγξω, να δω πώς τα πας».

«Ω, είμαι καλά, υποθέτω», απάντησε η μητέρα, αν και ένιωθε πολύ μεγάλη.

«Είναι τα γενέθλια της Κάθλιν αύριο και…»

«Ναι, ξέρω, ξέρω. Φυσικά, το ξέρω», την διέκοψε γελώντας λιγάκι. «Εξάλλου, εγώ είμαι η μητέρα της».

Περισσότερη σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής. «Ο Ρίτσαρντ και εγώ θα πηγαίναμε… Λοιπόν, απλώς αναρωτηθήκαμε αν θέλεις να έρθεις μαζί μας. Ανησυχούμε για σένα.»

Σίγουρα δεν υπήρχαν προβλήματα με τη μικρότερη κόρη της, σκέφτηκε η μητέρα. Η Έριν ήταν πάντα τόσο περιποιητική, τόσο περίσκεπτη, πάντα δίπλα της αν χρειαζόταν κάτι, οτιδήποτε. Και ο Ρίτσαρντ, τι υπέροχος γαμπρός. Δεν θα μπορούσε κανείς να ζητήσει κάποιον καλύτερο, τόσο επιμελή, τόσο ευγενικό.

«Ω, υπάρχει κάποιο είδος πάρτι προγραμματισμένο; Ξέρεις ότι η Κάθλιν δεν μου έχει μιλήσει εδώ και μήνες. Είσαι σίγουρη ότι δεν θα ήταν άβολο να εμφανιστώ;»

«Μαμά, σε παρακαλώ. Δεν υπάρχει πάρτι». Η Έριν αναστέναξε και σταμάτησε ξανά, αβέβαιη τι να πει. «Ο Ρίτσαρντ και εγώ παίρνουμε ένα μπουκέτο λουλούδια στον τάφο της Κάθλιν στο κοιμητήριο. Σκεφτήκαμε ότι θα ήθελες να έρθεις μαζί μας. Αν δεν έχεις άλλα σχέδια».

«Κοιμητήριο; Φοβάμαι ότι δεν καταλαβαίνω».

«Ω, μαμά, σε παρακαλώ, όχι ξανά. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσεις, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα. Κανείς από εμάς δεν ήξερε τι ήταν ικανός να κάνει ο Ντόναλντ και η Κάθλιν κράτησε την κακοποίησή του για τον εαυτό της. Μαμά, με ακούς;»

Η μητέρα έκλεισε αργά το τηλέφωνο και συνέχισε να ρουφάει το τσάι της, τραβώντας ξανά τις κουρτίνες για να δει τη βροχή.

«Μάλλον θα βρέξει αύριο, όπως φαίνεται από αυτά τα θλιβερά σύννεφα», είπε η μητέρα στον αέρα. Αναστέναξε. «Και στα γενέθλια της Κάθλιν…» Έκανε μια παύση. «Υπήρχε κάτι για το οποίο έπρεπε να μιλήσουμε εκείνη και εγώ», είπε η μητέρα πίνοντας το τσάι της. «Μακάρι να τηλεφωνούσε».

  • Ευχαριστούμε από καρδιάς την συγγραφέα της ανωτέρω ιστορίας, την κυρία Carolina Mintz, που μας έδωσε την άδεια να μεταφράσουμε τη συγκινητική ιστορία της στα Ελληνικά.

ΠηγήIn the Garden Where Nothing Grows – A Drama Short Story by Carolina Mintz – Reedsy Prompts

________________________________________________________________

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Posted by Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc 

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή