The Travel Foundation: Ο τουρισμός ως εργαλείο ευημερίας για τις τοπικές κοινωνίες

by Times Newsroom

Σε μια περίοδο που ο παγκόσμιος τουρισμός επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές του, η συζήτηση μετατοπίζεται σταθερά από την ποσότητα στην ποιότητα και από την ανάπτυξη στην ανθεκτικότητα των προορισμών. Η μετατόπιση αυτή φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για έναν νέο τρόπο προσέγγισης της τουριστικής ανάπτυξης, με μετατόπιση του κέντρου βάρους από την ποσοτική αύξηση των αφίξεων στην ποιοτική ενίσχυση των τοπικών κοινωνιών, όπως υπογραμμίζει μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η Rebecca Armstrong, Head of Impact του «The Travel Foundation», ενός διεθνούς μη κερδοσκοπικού φορέα με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, ο οποίος συνεργάζεται με κυβερνήσεις, τουριστικούς φορείς και επιχειρήσεις παγκοσμίως.

Στόχος του είναι η διαχείριση των επιπτώσεων του τουρισμού, διασφαλίζοντας ότι η ανάπτυξη του κλάδου συμβάλλει ενεργά στην προστασία του περιβάλλοντος και στην οικονομική ενδυνάμωση των τοπικών πληθυσμών. Η κ. Armstrong αναλύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι προορισμοί στη Μεσόγειο, επισημαίνοντας ότι η βιωσιμότητα δεν αποτελεί πλέον μια προαιρετική επιλογή, αλλά μια αναγκαία στρατηγική για την επιβίωση του τουριστικού προϊόντος, ενώ θέτει στο επίκεντρο τη σημασία της δίκαιης κατανομής των εσόδων και τη συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων στη λήψη των αποφάσεων.

«Είναι ζωτικής σημασίας οι προορισμοί να αναλάβουν ενεργό ρόλο στο πώς ο τουρισμός ωφελεί τις κοινότητές τους. Αυτό σημαίνει να δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι τοπικές επιχειρήσεις μπορούν να ευημερούν: να χτίζουν ενεργά ισχυρές τοπικές εφοδιαστικές αλυσίδες, να στηρίζουν τη δημιουργία και ανάπτυξη μικρών επιχειρήσεων, να διασφαλίζουν ότι οι τοπικές επιχειρήσεις έχουν ορατότητα στην προώθηση του προορισμού και αποτελούν μέρος της ιστορίας που αφηγείται ο τόπος στους επισκέπτες» εξηγεί.

Η ίδια αναγνωρίζει ότι «οι ξένες επενδύσεις έχουν σαφώς τον ρόλο τους, και η σωστή ισορροπία διαφέρει από προορισμό σε προορισμό, όμως στο τέλος το ζητούμενο είναι να δημιουργείται αξία που “ μένει” τοπικά». Σε αυτό το πλαίσιο, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία των δεδομένων: «Η μέτρηση των σωστών δεικτών είναι κρίσιμη: όχι μόνο αφίξεις και έσοδα, αλλά και το πού καταλήγουν αυτά τα έσοδα και ποιοι ωφελούνται. Οι προορισμοί που παρακολουθούν αυτούς τους δείκτες βρίσκονται σε πολύ ισχυρότερη θέση για να ενισχύσουν τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας και να διασφαλίσουν ότι ο τουρισμός αποδίδει πραγματική αξία στους ανθρώπους που ζουν εκεί».

Στο ερώτημα ποιος είναι ο πρακτικός «χρυσός κανόνας» για έναν βιώσιμο τουρισμό, η απάντησή της είναι σαφής: «Ξεκινήστε από τον ίδιο τον τόπο, πριν καν σκεφτείτε τον τουρισμό. Κατανοήστε σε βάθος τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των τοπικών κοινωνιών, σε πολιτιστικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο, και στη συνέχεια αναρωτηθείτε ποιον ρόλο μπορεί να παίξει ο τουρισμός για να τις υποστηρίξει. Ο τουρισμός πρέπει να λειτουργεί ως δύναμη που συμβάλλει ενεργά στην ευημερία του προορισμού, συμπληρώνοντας όσα οι κοινότητες εκτιμούν και ενισχύοντας αυτό που κάνει έναν τόπο ξεχωριστό».

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στον τουρισμό υψηλού επιπέδου και τη μικρή τοπική επιχειρηματικότητα: «Οι μικρές, τοπικές επιχειρήσεις μπορεί να δυσκολεύονται να φέρουν τα προϊόντα τους μπροστά στους επισκέπτες, όταν τα κανάλια διανομής δεν είναι σχεδιασμένα με γνώμονα αυτές. Για να αλλάξει αυτό, απαιτείται συνειδητή προσπάθεια τόσο από τους επιχειρηματίες όσο και από τους φορείς των προορισμών. Όμως υπάρχει και μια ακόμη διάσταση: η διακυβέρνηση. Ποιοι συμμετέχουν στο “ τραπέζι” των αποφάσεων; Η φωνή της τοπικής κοινωνίας δεν πρέπει απλώς να λαμβάνεται υπόψη, αλλά να ενσωματώνεται ενεργά στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για το πώς σχεδιάζεται, διαχειρίζεται και υλοποιείται ο τουρισμός στον τόπο τους».

Η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν προορισμό, όπως τονίζει είναι «να μην φοβάται να θέτει υγιή όρια. Η λογική της τουριστικής οικονομίας έχει βασιστεί στην ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη δεν σημαίνει απαραίτητα μεγαλύτερος όγκος. Οι πιο ανθεκτικοί προορισμοί θα είναι εκείνοι που επαναπροσδιορίζουν την επιτυχία με βάση την αξία που δημιουργεί ο τουρισμός για τον ίδιο τον τόπο: το βάθος του οφέλους για την κοινότητα, την υγεία των τοπικών οικοσυστημάτων, τη διαχρονικότητα των στοιχείων που κάνουν έναν προορισμό ξεχωριστό».

«Οι προορισμοί που θα είναι ισχυροί σε δέκα ή είκοσι χρόνια είναι εκείνοι που παίρνουν αυτές τις συνειδητές αποφάσεις από τώρα, αναγνωρίζοντας έγκαιρα τα σημάδια πίεσης, έχοντας σαφές όραμα για το πώς θέλουν να είναι ο τουρισμός τους και αξιολογώντας ειλικρινά αν η τρέχουσα πορεία τους οδηγεί εκεί. Κάποιες φορές αυτό σημαίνει να ορίζουν τι είναι “ αρκετό”», επισημαίνει και προσθέτει: «Ένας προορισμός μπορεί να έχει εκατό ξενοδοχεία που τηρούν υψηλά πρότυπα βιωσιμότητας, αλλά συνολικά να ξεπερνά τα όρια που μπορεί να αντέξει. Γι’ αυτό τα όρια πρέπει να τίθενται σε επίπεδο συνολικού συστήματος. Αυτό απαιτεί αυτοπεποίθηση και πολιτική βούληση. Και οι προορισμοί που την έχουν είναι εκείνοι που τελικά διαμορφώνουν το μέλλον τους με τους δικούς τους όρους».

Σημειώνεται ότι η Rebecca Armstrong παραβρέθηκε στην Ελλάδα ως προσκεκλημένη ομιλήτρια στο Sustainable Travel AGORA, το διεθνές φόρουμ που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Σκιάθο, με τη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων της διεθνούς τουριστικής βιομηχανίας με αντικείμενο τη βιώσιμη ανάπτυξη και την καινοτομία.

Νικόλ Καζαντζίδου

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή