Θύμισες και νοσταλγία! Παραδοσιακές διαδρομές!

Η απαράμιλλη ομορφιά της εποχιακής μετακίνησης των τσοπάνηδων!

by Times Newsroom


Όταν έμπαινε ο Μάης και ζέσταινε για τα καλά ο καιρός, κάθε μαντρί άλλαζε όψη και γινόταν πολύβουο! Είχε σπάσει η ρουτίνα της μουντής χειμωνιάτικης καθημερινότητας, και έμοιαζε πιο πολύ με κυψέλη μελισσιού την άνοιξη! Είχαν στεγνώσει οι λάσπες, τα μικρά είχαν ξεπεταχτεί, και τυλωμένα από το πολύ γάλα χόρευαν ασταμάτητα, οι άνθρωποι μπαινόβγαιναν συνέχεια αφού πλησίαζε και το ταξίδι της μεγάλης επιστροφής στα ορεινά και είχαν ξεκινήσει οι ετοιμασίες. Είχε έρθει ο καιρός να φύγουν τσοπάνηδες και ζωντανά. Τα ζωντανά καταλάβαιναν και ετοιμαζόντουσαν κι αυτά, και το έδειχναν με το δικό τους τρόπο! Ζεσταίνονταν, και τα μεγάλα σε ηλικία που είχαν ζήσει μετακινήσεις, δεν τα σήκωνε ο τόπος άλλο! Μαζεύονταν στα ψηλά μέρη, κοντά σε δρόμους, μπέλαζαν και χάζευαν κοιτώντας τον ορίζοντα, βόρεια, κατά κει από όπου είχαν έρθει το φθινόπωρο!
Οι άντρες μάζευαν το αναχρικό της στάνης, και οι γυναίκες αυτό του σπιτιού. Η θειά Νικόλαινα παραμονές της μετακίνησης δεν πήγαινε τα απογεύματα στο μαντρί. Την άφηναν σπίτι για να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, και να συμμαζέψει τα πράγματα για την μετακόμιση, αλλά πάντα εύρισκε χρόνο να πιεί και τον καφέ της παρέα με την κουμπάρα της την θειά Γιώργαινα, και να μάθει και τα μελλούμενα στο φλιτζάνι!
Όμως το φλιτζάνι σπάνια είχε χαρές και λεφτά γι αυτή, αυτά που ήθελε η κακομοίρα! Πιο πολλές ήταν οι στεναχώριες που τη εύρισκαν. Ένα άλλο που της έλεγε συνέχεια ήταν ότι «όλο λόγια θα ακούσεις», και «όλο δρόμοι σου βγαίνουν», αλλά τα λόγια που άκουγε την στεναχωρούσαν, και οι δρόμοι έβγαιναν μόνο στα χωράφια. Αυτά τα πετύχαινε η θειά Γιώργαινα, αλλά όταν της έλεγε τέτοιο καιρό ότι «μεγάλο δρόμο θα διαβείς κουμπάρα Νικόλαινα», τότε της απαντούσε: «βουλωμένο γράμμα διαβάζεις Γιώργαινα! Σιγά το νέο μωρή, αφού φεύγουμε για την Αράχωβα σε δύο μέρες, αυτός είναι ο δρόμος! Έτσι κι εγώ το πετυχαίνω! Αν δεν έχεις κάτι καλό να μου πεις, τότε πλύνε το φλιτζάνι»!
Οι τσοπάνηδες μετακινούσαν μαζικά τα κοπάδια τους προς τα ορεινά (το καλοκαίρι) και προς τα πεδινά, τα «χειμαδιά» (το χειμώνα). Κάπως έτσι είχαν χωρίσει την περίοδο της κτηνοτροφίας οι παλαιοί. Αυτή η μετακίνηση πότε στα ορεινά και πότε στα πεδινά ανάλογα με την εποχή, γινόταν για να εξασφαλίσουν τις κατάλληλες συνθήκες για το ξεχειμώνιασμα, των ζωντανών σε καλές συνθήκες, με ήπιο καιρό, και με επάρκεια τροφής, αφού στα ορεινά το χιόνι σκέπαζε για πολύ καιρό τη βοσκή. Έπειτα ήταν και πολλά και μεγάλα τα κοπάδια, και ήταν δύσκολη και η εκτροφή τους σε έναν μόνο τόπο. Το καλοκαίρι πάλι υπέφεραν τα ζωντανά από την ζέστη στα χειμαδιά, και αναζητούσαν την χλόη και τη δροσιά του βουνού.
Για όσα χρόνια ερχόντουσαν στο χωριό μας, είχαν νοικιάσει χωράφια που με μαντριά, λότζες, μποβέτες όπως τις λέγανε για να μένουν τα ζωντανά, και απαραίτητα είχαν και μια καλύβα, ή ένα μικρόσπιτο για την οικογένεια. Τα «Ψηφιά», το «Μαυριλό», «Κουτσικόπουλα», «Μπόχλες», οι «εκκλησίτσες», το «Αρδέλι», ήταν μέρη που υποδέχονταν πολλά κοπάδια! Τα «λιβαδιάτικα», το μίσθωμα που έδιναν στους ιδιοκτήτες ήταν η σε λεφτά, ή το τυρί της χρονιάς, ζωντανά αρνιά και κατσίκια για να τα μεγαλώσουν οι ίδιοι, ή και σε κρέας.
Τον Οκτώβρη, κοντά στου Αγίου Δημητρίου ξεκινούσαν από τα βουνά προς τα χειμαδιά, πριν γεννήσουν τα ζωντανά, και τον Απρίλη κοντά στου Άι Γιωργιού μέχρι αρχές Μάη, έφευγαν από τα χειμαδιά για τα ορεινά. Η μετακίνηση αυτή σήμαινε και μετακίνηση ολόκληρης της οικογένειας μαζί με πολλά από τα υπάρχοντά τους! Πηγαινόφερναν ακόμη και τις κότες, τα κουνέλια και τα γουρούνια τους. και γινόταν με άλογα, μουλάρια, και γαϊδούρια για τη μεταφορά του αναχρικού της στάνης και της καλύβας. Με αυτά κουβάλαγαν στα σπίτια και το τυρί που τυροκομούσαν.
Τέτοιες μέρες λοιπόν πριν ξημερώσει, ξεκινούσε πεζή η μεγάλη επιστροφή στα βουνά. Οι φωνές των τσοπάνηδων, το σαλάισμα των τσοπανόπουλων που συνόδευαν την πομπή, το μπέλαγμα των ζωντανών, και οι ήχοι των κουδουνιών, ακούγονταν σαν πρωινή μελωδία! Τα κουδούνια ήταν τα όργανα αυτής της συναυλίας! Από τα παλιά χρόνια συναγωνίζονταν ποιος θα βάλει στο κοπάδι του τα καλύτερα, τα περισσότερα, και τα πιο καλόηχα κουδούνια. Τα έφτιαχναν λίγοι χαλκοματάδες μάστορες, και πολλές φορές πήγαιναν και τα αγόραζαν από μακριά, όπου άκουγαν πως είχαν καλά κουδούνια, τα ντροκάνια όπως τα έλεγαν. Έβαζαν στα πρόβατα και στα γίδια ντροκάνια, και στα γκεσέμια μεγάλα  κουδούνια, τις (μπουζούκες) , για να οδηγούν τα γιδοπρόβατα. Η ποιότητα και η ποικιλία των ήχων των κουδουνιών, μαζί με την αγάπη και την φροντίδα για τα ζωντανά τους, έδειχναν και το μεράκι του κάθε τσοπάνη.
Κάποιος έπρεπε να οδηγήσει το κοπάδι, και αυτό το έκανε το «γκεσέμι»! Το γκεσέμι είναι ο μπροστάρης, ο τράγος ή το κριάρι που οδηγεί το κοπάδι, τα γίδια ή τα πρόβατα. Το κοπάδι δείχνει τυφλή υπακοή, και ακολουθεί το γκεσέμι σε όποιο δρόμο το πάει. Επειδή το γκεσέμι έχει αυξημένες αρμοδιότητες και ευθύνες για να οδηγεί το κοπάδι με ασφάλεια, δεν πρέπει να έχει το νου του στους έρωτες με τις γίδες και τις προβατίνες, όπως γίνεται με τα άλλα αρσενικά που ακολουθούν που βρίσκουν ευκαιρία να κουτπουπωθούν καταμεσίς του δρόμου! Για αυτό το λόγο λοιπόν ο τσοπάνης το είχε «καθαρίσει», δηλαδή το είχε ευνουχίσει, προορίζοντάς το μόνο για οδηγό!
Η μετακίνηση της άνοιξης, η επιστροφή, ήθελε προσοχή να μην ξεφεύγουν δεξιά κι αριστερά τα ζωντανά, να μην ξεμένουν πίσω όσα γεννούσαν τα όψιμα αρνοκάτσικα στο δρόμο. Γι αυτό χρειαζόντουσαν πολλά χέρια, και γερά πόδια για τέτοια πεζοπορία! Βοηθούσαν συγγενείς, γαμπροί και νυφάδες, φίλοι και κουμπάροι, και όποιος άλλος είχε διάθεση, και οι προσφωνήσεις όπως «κουμπάρε» και «κουμπάρα» ήταν συχνές. Εν τω μεταξύ τόσα χρόνια είχαν γνωριστεί από την καλή, και προχώρησαν και σε κουμπαριές, που τις τιμούσαν όπως έπρεπε, και με κάθε τρόπο!
Η Νικολέτα Ηλία Τακγλή – Κουμάνταρου από την Στεφανιά, θυμάται ακόμα τα ματωμένα πόδια τους από τις μετακινήσεις και μολογάει τα βάσανά της! Την άνοιξη πριν γυρίσουν από τα «Ψηφιά» στην πατρίδα τους στον Μάναρη Αρκαδίας, φρόντιζαν πρώτα απ’ όλα να ξεπληρώσουν τα συμφωνημένα από την αρχή λιβαδιάτικα! «Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους» έλεγε ο παππούς Ηλίας Γ. Ταγκλής και η γιαγιά Λιού! Την παραμονή έσμιγαν για τελευταία φορά με τους ιδιοκτήτες των λιβαδιών, έπιναν έναν καφέ και ένα ποτήρι κρασί, λέγανε «εις υγείαν κουμπάρε και του χρόνου να είμαστε καλά να ξανασμίξουμε», και με την βοήθεια των πολλών παιδιών που είχαν, φίλων και συγγενών ξεκινούσαν το ταξίδι της επιστροφής!
Φόρτωναν όλα τα πράγματα στα ζα, και ξεκινούσαν αχάραγο! Η πρώτη στάση τους ήταν στα Λεβέτσοβα, στο «Χάνι του Σερεμέτη», για να πάρουν μια ανάσα τα ζωντανά και να τα ποτίσουν σε έναν ειδικό χώρο που υπήρχε, να φάνε τα παιδιά και οι γυναίκες λίγο ψωμότυρο και από ένα λουκουμάκι με δροσερό νερό από το πηγάδι, και οι άντρες να πιούνε ένα μισόκιλο ντόπιο κρασί με εκλεκτό μεζέ, γλίνα και λουκάνικο με αυγά, ή τσίχλες παστές, και σε λίγο ξεκινούσαν.
Επόμενη στάση ήταν στην Τραπεζοντή, σε έναν χώρο μεγαλύτερο, το «κονάκι» όπως το λέγανε, όπου σταματούσαν πολλά κοπάδια για να τα αρμέξουν και να περάσει η πρώτη νύχτα. Το γάλα ή το πουλούσαν επί τόπου, ή το τυροκομούσαν, και πολύ πρωί ξεκίναγαν για τον επόμενο σταθμό που ήταν ο χώρος των σχολείων στην είσοδο της Σπάρτης, όπου τα ζωντανά δύσκολα κρατιόντουσαν γιατί έπρεπε να βοσκίσουν. Τα μικρά που γεννιόντουσαν στον δρόμο, τα έβαζαν στα ταγάρια και τα κρεμούσαν στα σαμάρια των μουλαριών! Ο επόμενος σταθμός ήταν στους «118 στο Μονοδέντρι»! Εκεί καθόντουσαν περισσότερο, έβοσκαν τα πρόβατα, ξεκουράζονταν οι άνθρωποι, και κατά το μεσημέρι ξεκινούσαν. Άλλοι έκοβαν δρόμο ανατολικά για τον κάμπο της Αράχωβας, και άλλοι έκοβαν δυτικά κατά την Βλαχοκερασιά, για τον Μάναρη, ή για την Μεγαλόπολη, όλοι για τον τελικό προορισμό!
Το βόσκημα, το άρμεγμα, το τυροκόμημα, είχαν τις δυσκολίες τους. Το ξεγέννημα των ζωντανών δεν είχε ωράριο! Είχαν και τον «νυχτόσκαρο», το νυχτερινό βόσκημα των κοπαδιών τον χειμώνα μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, κοντά στη στάνη για καμιά δυο ώρες, επειδή τον χειμώνα η μέρα είναι μικρή, η νύχτα είναι μεγάλη, τα ζωντανά πεινάνε, και θα είχε επιπτώσεις και στο γάλα. Συνήθως έβγαιναν στα άγρια μεσάνυχτα δύο- δύο μαζί οι τσοπάνηδες, άναβαν φωτιές για να ζεσταίνονται, και «χούγιαζαν» μέσα στην νύχτα για να μη ζυγώνουν οι λύκοι, και μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά έλεγαν τα βάσανά τους. Παρά την κούρασή τους αντιλαλούσαν οι κάμποι και τα βουνά από το «τσαφάρι», μέρα – νύχτα!
Οι τσοπάνηδες έπρεπε να συνυπάρξουν αρμονικά με αρκετό ιδιότροπο κόσμο! Μερικοί ιδιοκτήτες από κακία ή για εκβιασμό για να πάρουν κάτι παραπάνω από τα λιβαδιάτικα, έβαζαν σκόπιμα εμπόδια με σπορές για να δημιουργήσουν πρόβλημα στο πέρασμα μιας στάνης από το ένα λιβάδι στο άλλο! Γινόντουσαν και ζημιές, και είχαν συχνά νταραβέρια οι τσοπάνηδες με τους αγροφύλακες, και πολλές φορές έρχονταν σε συμβιβασμούς για να μην πάνε στον ειρηνοδίκη, πληρώνοντας τον γνωστό «τζερεμέ», απευθείας ένα πρόστιμο, και τελείωνε η υπόθεση. Πολλοί λέγανε ότι «ο βλάχος κι ο λαγός φίλοι δεν πιάνονται», αλλά οι περισσότεροι τσοπάνηδες ήταν στρωτοί και μπεσαλήδες άνθρωποι!
Οι μετακινούμενοι τσοπάνηδες μετέφεραν γνώσεις, συνήθειες και πρακτικές του τόπου τους όπου κι αν βρέθηκαν, προσθέτοντας έτσι σημαντικά στοιχεία που επηρέασαν θετικά την πολιτισμική ζωή του κάθε τόπου! Ήταν αγνοί άνθρωποι, και τα παιδιά τους, αγόρια και κορίτσια, ήταν σεβαστικά! ‘Έπρεπε κάθε μέρα να περπατούν αρκετά να πάνε στο σχολείο, και αφού έβλεπαν τις δυσκολίες που περνούσαν οι γονείς τους με τα γίδια ή τα πρόβατα, τα περισσότερα σπούδασαν και έγιναν λαμπροί επιστήμονες!
Οι κοπέλες, οι «βλαχοπούλες» όπως τις έλεγαν, ήταν «σαν τα κρύα τα νερά», και «κοκκίνιζε το μάγουλό τους σαν το μήλο»! Όσες δεν σπούδασαν παντρεύτηκαν στο χωριό, έκαναν οικογένειες! Ήταν ψημένες από μικρές στη νοικοκυροσύνη και έγιναν άξιες νοικοκυρές και καλές μανάδες, και νοικοκυρεύτηκαν όσα παιδιά τις πήραν, άσχετα αν μερικές πεθερές που δεν ευχαριστιόντουσαν με τίποτα τους έλεγαν ότι «σας πήραμε από το μαντρί ξεβράκωτες και σαν κάναμε ανθρώπους, και γλιτώσατε κι από τους ψύλλους»!
Τα τελευταία χρόνια τρείς οικογένειες μετακινούμενων κτηνοτρόφων, κουμπάροι και φίλοι μας, συνεχίζουν από πάππου προς πάππου να έρχονται με τις οικογένειές τους στο χωριό από τις Καρυές, την Αράχωβα. Κάποια από τα παιδιά τους αποφάσισαν να συνεχίσουν και αυτά την δουλειά των γονιών τους, σε πιο σύγχρονη και αποδοτική βάση, και τους ευχόμαστε υγεία, καλή αρχή, καλή συνέχεια, και ό,τι καλό επιθυμούν!
Εδώ και κάμποσα χρόνια η μετακίνηση γίνεται με νταλίκες και συρόμενα φορτηγά με ασφάλεια, χωρίς κούραση και αγωνία, και σε λίγες ώρες! Από αυτό το Σαββατοκύριακο θα ερημώσουν τα μαντριά! Θα κάνουμε καιρό να ξανακούσουμε βελάσματα, ντροκάνια, σαλαΐσματα, φωνές και τραγούδια που αντιλαλούσαν στα βουνά και στους κάμπους!
Την παραμονή της αναχώρησης και παρά την κούραση που είχαν οι γυναίκες, έφτιαχναν και γλυκά με γάλα, γαλακτομπούρεκο και γαλατόπιτα για «να είναι γλυκιασμένο το κοπάδι», και κερνούσαν φίλους, κουμπάρους, και όσοι πρόθυμα βοηθούσαν στην μετακίνηση! Ήταν μια παλιά συνήθεια που την συνεχίζουν και οι νεότερες, η Κοντύλω, η Πότα, και η Μαρία! Είναι έτοιμες να αναχωρήσουν αφού έκαναν τις δουλειές τους, έφτιαξαν τα γλυκά τους, φίλεψαν γνωστούς και φίλους με γάλα για να φτιάξουν τραχανοχυλοπίτες, να πήξουν γιαούρτι, να φτιάξουν κι αυτοί γαλατόπιτα Κροκεάτικη με φρέσκο γάλα, όχι όπως αυτή στη «γη της ελιάς» που την πολυδιαφημίζουνε! Η Κροκεάτικη είναι μακράν η καλύτερη!
Στους κουμπάρους, και στους φίλους μας λοιπόν που φεύγουν από το χωριό για την Αράχωβα, ευχόμαστε καλή επιστροφή στην πατρίδα τους, υγεία, όλα να τους έρθουν βολικά, καλές διαφορές να έχουν, και να τα χιλιάσουν τα ζωντανά τους! Να δώσουν χαιρετίσματα στην Αράχωβα, στην Κοκκινόλουτσα, και στο Μονοδέντρι, όπως έλεγε μια γιαγιά από το Αλάημπεϊ όταν αποχαιρετούσε τους τσοπάνηδες πίσω από μια φράχτη, αφού πρώτα και με μαεστρία τους είχε βουτήξει ένα αρνί και το έσφιγγε στα πόδια της μέχρι να απομακρυνθούν! Υγεία πρώτα ο Θεός, καλή καρδιά παιδιά, και το «χινόπωρο» πάλι εδώ να ξανασμίξουμε!

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή