Το ελληνικό θαύμα: Η πραγματική προέλευση των Ελλήνων – Μινωίτες

Ποια είναι άραγε η αληθινή προέλευση των Ελλήνων;

by ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ
  • ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ

Υπάρχει η κλασική θεωρία που τους θεωρεί κλάδο της γερμανικής φυλής που ήρθε από τον Βορρά δια μέσω της Βαλκανικής, θεωρίες που ανέπτυξαν πολλοί ξένοι. (……) Αλλά και Έλληνες επιστήμονες (Γκλοτς, Μούλλερ, Σεργέιεφ κ. ά), αλλά και έλληνες επιστήμονες (Παπαρρηγόπουλος, Άμαντος, Κεραμόπουλος). Αυτή είναι η καθιερωμένη, επίσημη άποψη. Υπάρχει η αντίθετη θεωρία (Κούρτιους, Μπουτμαν, Κορδάτος) κατά την οποίαν οι Έλληνες ήταν ινδογερμανοί, αλλά ήρθαν από τη Μικρά Ασία στην ηπειρωτική Ελλάδα και όχι από τον Βορρά.

Υπάρχει επίσης η θεωρία (Κούμα, Πούλιαρη, Κουμανού) ότι οι Έλληνες είναι αυτόχθονες, που οι ρίζες τους ανάγονται στους παλαιολιθικούς και νεολιθικούς ανθρώπους. Και ότι η λεγόμενη «κάθοδος των ελληνικών φύλων» από τον Βορρά, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μετακίνηση ορεινών πληθυσμών του ελληνικού χώρου, αυτοχθόνων και αυτών, που άνηκαν στην ίδια φυλετική οικογένεια και οι οποίοι, για διάφορους λόγους, κατέβηκαν τότε προς τις πεδιάδες και τις θάλασσες.

Υπάρχει, τέλος, η θεωρία που διατυπώνει η «Μεγάλη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» (Αθήνα 1971) που συνέταξε ομάδα επιστημόνων (ακαδημαϊκών καθηγητών κλπ) υπό την επίβλεψη μίας άλλης ομάδας ακαδημαϊκών και καθηγητών. Το πολύτιμο αυτό έργο δέχεται ότι κατέβηκαν από τον Βορρά οι Πρωτοέλληνες και βρήκαν στην Ελλάδα εγκατεστημένους τους Προέλληνες που προσδιορισμός τους είναι δύσκολος (μόνο για την προέλευση των Πελασγών υπάρχουν 37 διαφορετικές θεωρίες).

Από κει και πέρα, (γράφει ο καθηγητής Μ. Σακελλαρίου στο παραπάνω συλλογικό έργο) οι Πρωτοέλληνες αναμείχθηκαν με τους Προέλληνες και αλλού προσέγγισαν αμοιβαία, αλλού οι δεύτεροι απορροφήθηκαν από τους πρώτους, αλλού ενώθηκαν μεταξύ τους, έτσι ώστε:

«Οι εξέλιξεις στα δύο τελευταία πεδία οδήγησαν τελικά στη μεταμόρφωση του Πρωτοελληνικών φύλων στα γνώριμα μας ελληνικά φύλα της μινωικής εποχής».

Οπωσδήποτε, η είσοδος των Πρωτοελλήνων στον ελληνικό χώρο (γύρω στο 2000 π.Χ.) συνοδεύτηκε από εκτεταμένες καταστροφές. Το εμπόριο νεκρώθηκε και οι πληθυσμοί στράφηκαν προς τη φυσική κλειστή οικονομία, ενώ η ερείπωση του πολιτισμού συνοδεύτηκε από εξαθλίωση. Βαθμιαία όμως η οικονομία αναστηλώθηκε, οι ανταλλαγές αναζωογονήθηκαν, ο πολιτισμός ξανάνθισε, ενώ οι κατακτητές, Πρωτοέλληνες (κυρίως Αχαιοί) αναμιγνύονται με τους αυτόχθονες Προέλληνες και σχηματίζεται αυτό που ονομάζεται «ελληνισμός». Ήταν ένας λαός που έφερε την Αχαϊκή σφραγίδα αλλά ήταν αυτό που προσδιορίζει ο Ηρόδοτος (Θ΄ 114), «λαός όμαιμος, ομόθρησκος και ομότροπα έχων ήθη».

Στην Πελοπόννησο είχε το κέντρο βάρους του αυτός ο μετασχηματισμός και στην Αργολίδα το επίκεντρο του. Εκεί υπήρχαν οι Μυκήνες, που, ως το 1600 π.Χ. είχαν ήδη γίνει ένα μεγάλο, πλούσιο κέντρο, μητρόπολη ενός νέου ελληνικού κόσμου. Ο κόσμος αυτός εκτεινόταν πολύ πέρα από την Πελοπόννησο και άπλωνε έναν εξωτερικό βραχίονα (ναυτιλία, εμπόριο, εξόρμηση προς όλες τις κατευθύνσεις, αποικισμός) που γινόταν ολοένα και ισχυρότερος.

Τι συνέβαινε στο μεταξύ στη νησιωτική Ελλάδα και συγκεκριμένα στις Κυκλάδες και την Κρήτη;

Οι Πρωτοέλληνες από την ηπειρωτική Ελλάδα πέρασαν στα νησιά του Αιγαίου και απλώθηκαν στις μικρασιατικές ακτές. Στο πέρασμά τους φαίνεται πως εξάρθρωσαν τον πολιτισμό, την οικονομία, την δύναμη των Κυκλαδιτών. Έτσι, μολονότι η ναυτιλία και εμπορική τους δραστηριότητα δεν νεκρώθηκε τελείως, δεν μπορούσαν πια να ανταγωνιστούν τους Μινωίτες. Οι τελευταίοι, ενώ υποσκέλισαν και ουσιαστικά εξαφάνισαν εμπορικά τους Κυκλαδίτες, ανέπτυξαν τη δική τους έμπορο-ναυτική αποικιστική και πολιτιστική δραστηριότητα σε μέγιστο βαθμό.

Η Κρήτη έχει μία γεωγραφική θέση που επέβαλε την ανάπτυξη της ναυτιλίας της και τις ανταλλαγές της προς κάθε κατεύθυνση. Κορμός της μινωικής οικονομίας ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία, αλλά είχε και έναν τεράστιο βραχίονα υπερπόντιας δραστηριότητας, που συσσώρευσε πλούτη στο νησί.

Δεν έφτασαν οι Μινωικοί Κρήτες στα εκπληκτικά γεωγραφικά όρια στα οποία προωθήθηκαν οι φοβεροί Κυκλαδίτες θαλασσόλυκοι που άπλωσαν τη δραστηριότητά τους ως τα πέρατα της Δυτικής Μεσογείου. Αλλά, οπωσδήποτε, τα μινωικά καράβια έφταναν στα νησιά του Αιγαίου, στη Μικρά Ασία, στην ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κύπρο, στην Αίγυπτο, στην Παλαιστίνη, στη Συρία. Μινωικοί οικισμοί εξάλλου ιδρύθηκαν πυκνοί στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, στη Μίλητο. Τέλος, υπήρχε τότε στη Χαναάν ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο, η Ουγκαρίτ, αποτελούμενο από εμπορικές συνοικίες των διαφόρων κρατών. Η Μινωική συνοικία δέσποζε κυριαρχικά στην Ουγκαρίτ. Και στην άλλη πλευρά, η Μινωική παρουσία έφτασε ως τα νησιά του Αιόλου και τις Λιπάρες νήσους, στα βορειοανατολικά της Σικελίας.

Η Μινωική Κρήτη το 1700 1450 π. Χ. ήταν η πιο ανεπτυγμένη περιοχή της Ευρώπης κατά τον καθηγητή αρχαιολόγο Ν. Πλάτωνα και η μητρόπολή της, η Κνωσός με 80.000 – 100.000 κατοίκους, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Μία συγκεντρωτική θεοκρατική βασιλική εξουσία, που έκανε τα ανάκτορα επίκεντρο της ζωής της μεγαλονήσου, επιβλήθηκε και διατηρήθηκε ατράνταχτη και επέβαλε μία γραφειοκρατική διοίκηση που είχε υπό τον άμεσο έλεγχό της την οικονομία και ιδίως το εξωτερικό εμπόριο. Μέσα στα ανάκτορα υπήρχαν βιοτεχνικά εργαστήρια που κατασκεύαζαν προϊόντα τα οποία προορίζονταν, όχι τόσο για την κάλυψη των ανακτορικών αναγκών, αλλά κυρίως για τον εφοδιασμό των αγορών του εξωτερικού. Έτσι, η Μινωική Κρήτη γνώρισε την οικονομική ακμή που συμβαδίζει με την ιστορική πολιτιστική ακμή επί αιώνες.

Και ξαφνικά γύρω στο 1450 π.Χ. ήρθε η καταστροφή. Πολλά ακμαίοι πολιτισμοί με πολλές ισχυρές επικράτειες έχουν απότομα υποστεί καθίζηση, οπισθοδρόμηση, διάλυση ύστερα από βίαιες ενέργειες ξένων ή από εσωτερικές ανατροπές. Κανείς όμως δεν επλήγη τόσο κεραυνοβόλα όσο η Μινωική Κρήτη, ακριβώς όταν βρισκόταν στον κολοφώνα της. Αυτό συνέβη το 1450 π.Χσ. όταν η Μεγαλόνησος χτυπήθηκε από μία άγνωστη δύναμη που έπληξε θανάσιμα τον πολιτισμό και την ισχύ της.

Ποια ήταν η άγνωστη αυτή δύναμη; Πολλοί ιστορικοί αποδίδουν την καταστροφή την επίθεση ξένων λαών: των Αχαιών η άλλων. Ο καθηγητής Σπύρος Μαρινάτος από το 1939 υποστήριζε πειστικά ότι οφείλονταν σε γιγάντια έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Οπωσδήποτε όμως, η Μινωική Κρήτη από την ώρα εκείνη κατρακύλησε στην παρακμή.

Δεν δημιουργήθηκε όμως στον ελληνικό χώρο κενό. Κάποιο άλλο ρωμαλέο χέρι άρπαξε αμέσως τη σκυτάλη. Και στη θέση της μινωικής Κρήτης εισόρμησε ο μυκηναϊκός κόσμος.

Πηγή: www.pemptousia.gr

The following two tabs change content below.

ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΜΗΣ

Ο Ηλίας Λιαμής γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bossey. Συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και άρχισε την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής. Το 2002 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο πεδίο της Νηπτικής Θεολογίας. Αμέσως μετά έγινες δεκτός ως υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Μουσικολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα τις σύγχρονες μουσικοπαιδαγωγικές μεθόδους. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές πήρες τα πτυχία πιάνου και ανώτερων θεωρητικών (αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας) από το Ελληνικό Ωδείο, ενώ παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα μουσικολογίας και διεύθυνσης χορωδίας και ορχήστρας στην Αγγλία και την Ουγγαρία. Ορίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος μέλος της Συνολικής Επιτροπής Εορτασμού του Ιωβηλαίου Έτους (1998), μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων (2003), ενώ από το 2000 είναι μέλος της Συνοδικής Επιτροπής Χριστιανικής Αγωγής της Νεότητος και Πρόεδρος της Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων. Υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, διοργάνωσε πλήθος εκδηλώσεων κα συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι πρόεδρος και ιδρυτικός μέλος του Ερευνητικού Ιδρύματος Πολιτισμού και Εκπαίδευσης (Ε.Ι.Π.Ε.) το οποίο εκπονεί ελληνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Αποτελεί μόνιμο συνεργάτη του Γραφείου Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ενώ μετέχει συστηματικά σε Σχολές Γονέων και σεμινάρια επιμόρφωσης κατηχητικών πολλών Ιερών Μητροπόλεων. Διδάσκει επί 25 έτη στην Ελληνογαλλική Σχολή "St Joseph", ως καθηγητής θεολόγος και μουσικός ενώ από το 2000 μέχρι το 2015 κατείχε την θέση του Υποδιευθυντή του Γυμνασίου. Ανέλαβε την αναδιοργάνωση της παιδικής χορωδίας της Σχολής η οποία συμμετείχε σε πλήθος εκδηλώσεων. Είναι συγγραφέας βιβλίων, κατηχητικών βοηθημάτων και θεατρικών παραστάσεων, οι οποίες έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Ίδρυμα "Μιχάλης Κακογιάννης", στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κ.ά. Αρθρογραφεί συστηματικά, ενώ, επί εικοσιπενταετία, είναι και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών με θέμα την ανάλυση θεμάτων Βιβλικής και Πατερικής Θεολογίας σε σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή