Tο όραμα των αγροτικών συνεταιρισμών

Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος δεσπόζουσα φυσιογνωμία της εθνικής οικονομικής πολιτικής -ΥΠΕΘΟ, ο Αλ. Μυλωνάς - γεν. γραμματέας του ΥΠΕΘΟ και μια άλλη ομάδα εμπνευσμένων οικονομολόγων, όλοι τους μέλη της σοσιαλίζουσας ομάδας των κοινωνιολόγων του αοίδιμου Αλέξανδρου Παπαναστασίου, που πρώτη ρίχνει τα σπέρματα δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας, είναι που θα καταθέσουν το 1914 τον νόμο Ν.602/14 για την οριστική θεσμοθέτηση των αγροτικών συνεταιρι-σμών.

  • Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος

Στα μεγάλα και εμπνευσμένα εγχειρήματα που επιχειρήθησαν προκειμένου να εξορθολογικοποιηθεί η αγροτική οικονομία – τομέας με ξεχωριστή συμβολή στον εθνικό πλούτο – καταγράφεται αδιαφιλονίκητα και η δημιουργία-θέσπιση των αγροτικών συνεται-ρισμών. Όραμα οιστρηλατημένο προς την κατεύθυνση της στρατηγικής αντιμετώπισης των μεγάλων εθνικών οικονομικών ζητημάτων, που προσδοκούσε συνάμα την δημιουργία μέσα από την ενιαία σπουδή τους, προστατευτικών μηχανισμών ανάδρασης.

Το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρείται η θέσπιση των αγροτικών συνεταιρισμών έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα και σίγουρα δημιουργεί σε συνδυασμό με την επιρροή των ξένων οικονομικών ρευμάτων, καταλυτικές αντιδράσεις προς την κατεύθυνση της θεσμοθέτησής τους. Τούτο το ιστορικό εγχείρημα για την πορεία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα λαμβάνει χώρα στην δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας, μέσα σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον, με τα εθνικά εδάφη να έχουν ριζικά διαφοροποιηθεί στην τράπεζα διαπραγματεύσεων του ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου, αλλά και με τον αγροτικό πληθυσμό να προβάλλει σαν πρωτεύον κοινωνικό αιτούμενο την διευθέτηση των επεσσωρευμένων προβλημάτων του αγροτικού κλάδου. Και βεβαίως η πραγμάτωσή του δεν μπορεί παρά να έχει την σφραγίδα μιας πολιτικής ηγεσίας που δονείτο – έστω και με τους όποιους συμβιβασμούς που επέβαλαν οι κανόνες του πολιτικού παιγνίου- από κοινωνικό ρομαντισμό και προσέβλεπε μέσα από το όραμα του «αστικού εκσυγχρονισμού» όπως απεκλήθη τότε, στην απάλειψη των αντίρροπων κοινωνικών δυνάμεων που αναπτύσσονταν από τη ανισοκατανομή του εθνικού πλούτου και στην δημιουργία ενός κοινωνικού τοπίου με όσο το δυνατόν λιγότερες κοινωνικές στρεβλώσεις.

Ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος δεσπόζουσα φυσιογνωμία της εθνικής οικονομικής πολιτικής -ΥΠΕΘΟ, ο Αλ. Μυλωνάς – γεν. γραμματέας του ΥΠΕΘΟ και μια άλλη ομάδα εμπνευσμένων οικονομολόγων, όλοι τους μέλη της σοσιαλίζουσας ομάδας των κοινωνιολόγων του αοίδιμου Αλέξανδρου Παπαναστασίου, που πρώτη ρίχνει τα σπέρματα δημοκρατικού εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας, είναι που θα καταθέσουν το 1914 τον νόμο Ν.602/14 για την οριστική θεσμοθέτηση των αγροτικών συνεταιρι-σμών. Και λέμε οριστική για λόγους σεβασμού προς την ιστορική αλήθεια γιατί ήδη από το 1911 έχει προηγηθεί η προσπάθεια προώθησής τους μέσω νομοσχεδίου, από τον επίσης άξιο πολιτικό άνδρα Εμμ. Μπενάκη. Το εγχείρημα του Μπενάκη τότε δεν θα τελεσφορήσει, ωστόσο θα δρομολογήσει τις απαραίτητες εξελίξεις στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον και θα καλλιεργήσει το κατάλληλο έδαφος, για να θεσμοθετηθούν τρία χρόνια αργότερα από τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο και τους συνεργάτες του.

Το λογικό εποικοδόμημα μέσω του οποίου τόσο ο Μπενάκης όσο και Μιχαλακόπουλος προσδοκούσαν να επιλύσουν τα καίρια προβλήματα της αγροτικής οικονομίας, εδράζονταν στην εμπέδωση ενός συστήματος προσωπικής αγροτικής πίστης. Ειδικότερα εκτιμούσαν ότι μέσω της συμβολής των αγροτικών συνεταιρισμών θα εδημιουργείτο ένας μηχανισμός αλληλέγγυας ευθύνης μεταξύ της ΕΤΕ, του πιστωτικού ιδρύματος δηλαδή που στήριζε στον μεγαλύτερο όγκο της την αγροτική πίστη και των αγροτών συνεταιριστών, επαυξάνοντας συνακόλουθα την προσωπική τους φερεγγυότητα. Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα ; Διττό. Θα εμπεδώνονταν η ανάγκη από τους αγρότες ενός συστήματος δανειοδοτικής πολιτικής που θα στηρίζονταν στην ίδια την προσωπική τους πίστη μέσα στους κόλπους των συνεταιρισμών, ενώ θα διασφαλίζονταν από την άλλη και τα συμφέροντα των τραπεζών, που μάλλον με καχυποψία αντιμετώπιζαν την αύξηση του όγκου των δανείων τους προς τους αγρότες.

Εδώ όμως θα πρέπει πέρα από την οπτική γωνία και τους οραματισμούς της πολιτικής ηγεσίας που θεσμοθέτησε τους συνεταιρισμούς, να δούμε και τις παραμέτρους της αγροτικής οικονομίας που πίεσαν μέσω της κοινωνικής δυναμικής τους στην εισαγωγή αυτού του ριζοσπαστικού ιδία για τη εποχή του μέτρου. Σε αυτές μεταξύ άλλων θα αναγνωρίσουμε : Την αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων ως απόρροια της προσάρτησης νέων εθνικών εδαφών, που αύξανε αυτοδύναμα τον κύκλο εργασιών της αγροτικής οικονομίας. Την διεύρυνση επίσης της εσωτερικής αγοράς και του εθνικού προϊόντος.

Την ισχυρή εξασκούμενη πίεση από τον αγροτικό πληθυσμό προκειμένου να αποκτήσει αγοραστική δύναμη. Παράμετρος που τροφοδοτούσε διαρκώς κοινωνικές αντιδράσεις και επεξέτεινε την δυσαρέσκεια προς τους εκάστοτε ιθύνοντες της οικονομικής πολιτικής, με ανυπολόγιστο βεβαίως για αυτούς πολιτικό κόστος. Αλλά και την έλλειψη θεσμικού οπλοστασίου γενικότερα, για να αντιμετωπιστούν τα καίρια προβλήματα του αγροτικού τομέα. Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό πλαίσιο δημιουργούνται οι αγροτικοί συνεταιρισμοί που ευαγγελίζονται την οικονομική τόνωση και τον εκσυγχρονισμό του αγροτικού κλάδου. Ενυπάρχουν όμως δυστυχώς και εν τη γενέσει τους αρνητικά στοιχεία που θα αντιστρατευτούν τον ζωογόνο αναπτυξιακό τους χαρακτήρα και θα φαλκιδεύσουν μεσοπρόθεσμα το ελπιδοφόρο μέλλον τους.

Και τούτο διότι σαν θεσμός που επιβάλλεται από την κορυφή της πολιτικής ηγεσίας και δεν είναι προϊόν ενός διευρυμένου διαλόγου με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, αποτελεί τη σύνθεση σωρείας αντιθέσεων. Έτσι αυτές οι αντιθέσεις καιροφυλακτούν στο όνομα των πολιτικών και κοινωνικών εκφραστών τους, που με την πρώτη ευκαιρία θα επωφεληθούν είτε για να σφετεριστούν τον θεσμό, είτε για να τον κτυπήσουν υπονομεύοντας την περαιτέ-ρω πορεία του. Όπως και να ’χει πάντως το ρηξικέλευθο τούτο μέτρο θα κληροδοτήσει στον αγροτικό κόσμο ένα γιγαντιαίο δίκτυο σε εθνικό επίπεδο συνεταιρισμών, με τις ευεργετικές επιδράσεις που μπορεί να έχει. Μέσα στην πενταετία 1915-1920 δημιουργούνται πάνω από 1.500 αγροτικοί συνεταιρισμοί, το 1/3 εκ των οποίων στην Πελοπόννησο και στην Μακεδονία.

Την αρχική φάση της δημιουργίας τους χαρακτηρίζει η αμοιβαία τροφοδότηση αγροτικής πίστης και νέων συνεταιρισμών. Παράλληλα όσο αυτοί αυξάνονται τόσο αυξάνονται και οι χορηγήσεις της ΕΤΕ προς την γεωργία. Μάλιστα από 4,7 εκατομμύρια δραχμές που είναι το ύψος τους το 1915, θα προσεγγίζει τα 80 εκατομμύρια το 1920. Αύξηση που αποτυπώνει ανάγλυφα τις ραγδαίες εξελίξεις στην χορηγητική πολιτική της Εθνικής Τράπεζας προς τον αγροτικό τομέα. Δεν θα συνεπιφέρει όμως η αλλαγή στο δανειοδοτικό status τις προσδοκώμενες αλλαγές στην Αγροτική Οικονομία. Τούτη η στρέβλωση έχει να κάνει με το ότι οι συνεταιρισμοί δεν μετεξελίσσονται από τις απλές πιστωτικές μορφές τους στις πιο σύνθετες και δομικά εξελιγμένες παραγωγικές.

Μοιραία λοιπόν δεν θα αποκτήσουν επενδυτικό χαρακτήρα που θα μπορούσε να δρομολογήσει την αναδιάρθρωση της αγροτικής οικονομίας και επομένως την οικονομική της ευημερία. Εγκλωβίζονται οι συνεταιρισμοί στην κοντόφθαλμη προσδοκία της δανειοδότησης των αγροτών με ευνοϊκότερους – δεν θα το αμφισβητήσει κανείς – όρους, άλλα χάνεται έτσι ο μεγάλος και ουσιώδης στόχος που είναι η ανάπτυξη. Στην επόμενη του ’20 δεκαετία λοιπόν διαπιστώνεται μείωση από 9% σε 6% των ούτως ή άλλως λίγων παραγωγικών συνεταιρισμών. Το αποτέλεσμα ; Αναπόδραστα θλιβερό. Χάνουν την αναπτυξιακή τους προοπτική και εκφυλίζονται σταδιακά σε απλούς μηχανισμούς εγγυοδοσίας, για την ομαλή εξόφληση των δανείων των αγροτών προς την ΕΤΕ.

Και φυσικά κανείς έγκυρος πολιτικός ή οικονομικός παράγοντας δεν θα μπορέσει να αναζητήσει στοιχεία συμμετρίας προς τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς, που σφύζουν από αναπτυξιακούς μετασχηματισμούς και στηρίζουν τις αγροτικές τους οικονομίες, οι οποίες βάλλονται από τις αρνητικές διεθνείς οικονομικές συγκυρίες. Ακόμα όμως και μέσα από την αντιαναπτυξιακή και στρεβλή τους λειτουργία οι συνεταιρισμοί θα πρέπει με παρρησία να ομολογήσουμε ότι συνδράμουν την ελληνική κοινωνία σε μεγάλο βαθμό. Στην εποικοδομητική τους συμβολή συγκαταλέγεται το χτύπημα του δράκου της τοκογλυφίας, που όπως με έμφαση καταγράψαμε σε προηγούμενο άρθρο μας για το αγροτικό κίνημα, γονάτιζε το αγροτικό εισόδημα και ισοπέδωνε τους αγωνιστές της υπαίθρου, βυθίζοντάς τους στην απελπισία. Ακόμα κατορθώνουν να ενισχύσουν την διαπραγματευτική δύνα-μη των μικροκαλλιεργητών που μέχρι πρότινος αντιμετωπίζονταν σαν αμελητέα κοινωνική μάζα. Λειτουργούν κανονιστικά με κοινωνική δικαιοσύνη, στην εξόφληση των χρεών των αγροτών προς την ΕΤΕ και συμβάλουν έτσι στην άμβλυνση της κοινωνικής οξύτητας, που τροφοδοτούνταν από το αίσθημα αδικίας του αγροτικού πληθυσμού.

Τέλος σαν μεγάλο επίτευγμα θα πρέπει να αναγνωριστεί η ίδια η λειτουργία τους, που συνεπάγεται την εγκαθίδρυση ενός κολοσσιαίου σε εθνικό επίπεδο αγροτικού δικτύου, το οποίο αριθμεί περί τα 80.000 μέλη. Μακροπρόθεσμα αυτό το διεσταλμένο δίκτυο με την ισχυρή κοινωνική δυναμική που εγκλείει μέσα του, θα αποτελέσει ένα σπουδαίο διαπραγματευτικό όπλο των αγροτών τόσο στην διεκδίκηση των κλαδικών αιτημάτων τους, όσο και στην καταπολέμηση της αυθαιρεσίας της πολιτικής εξουσίας. Χωρίς να παραβλεφθεί όμως αργότερα και η δυνατότητα μέσω της κομματικής ποδηγέτησης των συνεταιρισμών, του εκφυλισμού του αγροτικού κινήματος. Συνολικά όμως αποτιμώντας το όραμα και την θεσμοθέτηση των αγροτικών συνεταιρισμών θα πρέπει να τα καταγράψουμε στα εμπνευσμένα και πιο ριζοσπαστικά μέτρα στην ιστορία του αγροτικού ζητήματος στην Ελλάδα.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή