Site icon Times News

24 Ιουνίου γιορτάζουν…

************************************************************************************************************

Την ημέρα αυτή η Αγία μας εκκλησία εορτάζει το γενέσιο του ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη. Ο πατέρας του Ζαχαρίας, ήταν ιερέας. Κάποια ημέρα την ώρα του θυμιάματος, είδε μέσα στο θυσιαστήριο άγγελο Κυρίου, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο τον οποίο θα ονόμαζε Ιωάννη. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά , αλλά δυσπιστούσε. Η γυναίκα του ήταν ηλικιωμένη και στείρα και άρα ήταν αδύνατο να κυοφορήσει και αυτές τις αμφιβολίες τις εξέφρασε στον άγγελο ο οποίος του απάντησε ότι το παιδί θα γεννηθεί και εκείνος θα τιμωρηθεί για την απιστία του, παραμένοντας κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. Πράγματι η γυναίκα του η Ελισάβετ συνέλαβε και μετά από εννέα μήνες γέννησε γιο. Οκτώ ημέρες μετά τη γέννηση κατά την περιτομή του παιδιού οι συγγενείς, θέλησαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του δηλ. Ζαχαρία. Όμως ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω στο πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και όλοι οι παριστάμενοι πλημμύρισαν χαρά κι ελπίδα, διότι κατάλαβαν ότι γεννήθηκε ο Πρόδρομος της παρουσίας του αναμενόμενου Μεσσία. Ο Ιωάννης δε διέθετε μόνο το χάρισμα της προφητείας, αλλά αξιώθηκε και τη μεγαλύτερη χαρά και τιμή. Βάπτισε το Μεσσία Χριστό, τον οποίο και ομολογούσε σ’ όλη του τη ζωή.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαι σέ, οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς, οἱ πόθω τιμῶντες σέ, στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυται τὴ ἐνδόξω, καὶ σεπτή σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμω κηρύττεται.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στείρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κῆρυξ ὁμοὺ καὶ Πρόδρομος.

῾Ο ῞Οσιος ἐγεννήθηκε τό 1722 ἤ 1723, στό Κῶστο τῆς Πάρου καί ἔλαβε τό ὄνομα ᾿Αθανάσιος. ῾Ο πατέρας του ὀνομαζόταν ᾿Απόστολος Τούλιος μέ καταγωγή ἀπό τή Σίφνο, ἀλλά ἐκατοίκησε στό Κῶστο, ἀφοῦ ἐνυμφεύθηκε Κωστιανή. ᾿Εκεῖ ἐδιδάχθηκε τά πρῶτα του γράμματα στά ὁποῖα ἔδειξε ἰδιαίτερη κλίση, καί γι’ αὐτό ὁ πατέρας του τόν ἔστειλε στή Σχολή τῆς Μονῆς ῾Αγίου ᾿Αθανασίου Ναούσης Πάρου. Στή συνέχεια τόν ἀπέστειλε στή Σχολή τοῦ Παναγίου Τάφου στή Σίφνο καί κατόπιν μέ ἔξοδα τῆς Μονῆς ῾Αγίου ᾿Αντωνίου Κεφάλου στή Σχολή τῆς ῎Ανδρου, ἄν καί οἱ βιογράφοι του δέν συμφωνοῦν ὅλοι μέ αὐτό. Τό 1745, σέ λικία 23 ἐτῶν ἀποχαιρετᾶ τούς γονεῖς του καί φθάνει στή Σμύρνη, ὅπου ἐγγράφεται στήν Εὐαγγελική Σχολή. Μιά σχολή ὅπου ἐφοίτησαν ὁ ᾿Αδαμάντιος Κοραῆς καί ὁ Νικόλαος Καλλιβούρτσης, δηλαδή ὁ μετέπειτα στενός του συνεργάτης ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, παραμένοντας ἐκεῖ γιά ἕξι ἔτη. ῞Οταν πληροφορήθηκε τή λειτουργία τῆς ᾿Αθωνιάδας Σχολῆς μέ Διευθυντή τόν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, ἀπό τήν Πάτρα, ἐγγράφεται ἀμέσως (1751), τήν ἐποχή πού ἀναλαμβάνει Διευθυντής ὁ Διάκονος τότε, Εὐγένιος Βούλγαρης. ᾿Από τόν Νεόφυτο ἐκπαιδεύτηκε στά «Γραμματικά» καί στά «Περί Συντάξεως» τοῦ Θεοδώρου Γαζῆ, ἐνῶ ἀπό τόν Εὐγένιο στά φιλοσοφικά μαθήματα καί τίς ὑπόλοιπες ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς. Κατόπιν ἐκπαιδεύεται στή ρητορική καί τήν ποιμαντική, ἐνῶ σταδιακά ἀρχίζει νά ξεχωρίζει γιά τίς ἱκανότητές του. ῾Η διαρκής ἀνέλιξή του τόν καθιστᾶ «δεξί χέρι» τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη καί σέ λικία 35 ἐτῶν, ἀναλαμβάνει τή θέση τοῦ καθηγητοῦ τῆς Σχολῆς.

῾Η φήμη του γιά τίς ἱκανότητές του ἐμαθεύτηκε ἀνάμεσα στήν ὑπόδουλη ὀρθόδοξη κοινότητα, γι’ αὐτό καί οἱ Θεσσαλονικεῖς τόν ζητοῦν γιά τή Διεύθυνση τῆς Σχολῆς τους. Μέ παρότρυνση ἀλλά καί πίεση τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη δέχεται, ἄν καί ἀρχικά προέβαλε κάποιες ἐνστάσεις. ῎Ετσι διευθύνει τή Σχολή ἐπιτυχῶς γιά τέσσερα χρόνια (1758-1762), ὅταν καί τό 1762 Σχολή κλείνει λόγῳ ἐπιδημίας πανώλης. ῎Ετσι καταφεύγει σέ μία σχολή στήν Κέρκυρα, πού τή διευθύνει ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης. ᾿Εκεῖ τελικά ὁλοκληρώνει τίς σπουδές του καί ὁδηγεῖται στό Μεσολόγγι, μετά ἀπό πρόσκληση τοῦ συμμαθητοῦ του στήν ᾿Αθωνιάδα Παναγιώτη Παλαμᾶ, πού εἶχε ἱδρύσει ἀπό τό 1760 τήν Παλαμιαία Σχολή. Μετά τά ᾿Ορλωφικά (1768-1774), Παλαμιαία Σχολή εὑρίσκεται σέ ἀκμή μέ τόν ᾿Αθανάσιο νά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, ὅμως τότε λαμβάνει τιμητική πρόσκληση ἀπό τό Πατριαρχεῖο ἀναφέροντάς του· «῾Η μεγάλη τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία διά γραμμάτων Συνοδικῶν τόν παρακαλεῖ ν᾿ ἀπέλθει εἰς ῞Αγιον ῎Ορος ὡς διδάσκαλος καί σχολάρχης τῆς ᾿Αθωνιάδος Σχολῆς μετά τόν ἀοίδιμον Εὐγένιον».

῾Ο ἴδιος δέχεται ἄμεσα καί παρεπιδημεῖ στό ῞Αγιον ῎Ορος, ὅπου συναντᾶ τόν ῞Αγιο Μακάριο Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος τόν προτρέπει νά χειροτονηθεῖ. ῾Ο ᾿Αθανάσιος ὑπακούει καί χειροτονεῖται ἀπ᾿ τόν ἴδιο πρεσβύτερος. Τό 1777, πικραμένος ἀπό τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίσθηκαν οἱ Κολλυβάδες καί μετά ἀπό κάλεσμα ἐπιστρέφει ὡς Σχολάρχης στή Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης. Διευθύνει τή Σχολή γιά 6 ἔτη (1777-1783) ἤ γιά ἄλλους 8 ἔτη (1777-1785). Τό ποίμνιο τῆς Θεσσαλονίκης τόν γνωρίζει πλέον καί ἀπό τοῦ ἄμβωνος ὡς ῾Ιερέα. Τώρα μέ νέα Πατριαρχική ἐπιστολή καλεῖται νά ἀναλάβει τή διεύθυνση τῆς Σχολῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τοῦ ζητοῦν μάλιστα νά καθορίσει μόνος του τό ὕψος τῆς ἀμοιβῆς του. ῾Ο ἴδιος ὅμως θά ἀπαντήσει· «Τάς μέν ἀρχιερατείας τιμῶ καί προσκυνῶ ἀλλ᾿ ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος. ῎Αν ἐκαταλάμβανα ὅτι ἔκαμνα περισσότερον καρπόν εἰς τήν Βασιλεύουσαν πόλιν, ἤθελα ἔλθει αὐτόκλητος. ᾿Επειδή ὅμως, ὡς στοχάζομαι, αὐτοῦ εἶναι κάποια ἐμπόδια, διά τοῦτο, ἄφετέ μέ, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τά πέριξ νά ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τούς ἀδελφούς μου καί τό Γένος μου». Καί τόν ἄφησαν…

῾Η ὁριστική του ἀπόφαση εἶναι ἐπιστροφή στήν πατρίδα του, τήν Πάρο. Καί ἐνῶ τό πλοῖο κατευθύνεται πρός τό νότιο Αἰγαῖο, ξεσπάει ὁ Ρωσοτουρκικός πόλεμος καί τό πλοῖο ἀναγκάζεται νά προσορμισθεῖ στή Χίο (5-6 Νοεμβρίου 1786, 64 ἐτῶν). ᾿Αποσύρεται στό μονύδριο τῆς ῾Αγίας Τριάδας. ᾿Εκεῖ μελετᾶ καί προσεύχεται. Ξεκινᾶ τό Θεολογικό τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καί τή Λογική τοῦ ἀοιδίμου Εὐγένιου Βούλγαρη. ῞Οταν τελειώνει ὁ πόλεμος, δέχεται νά παραμείνει στή Χίο, στά χέρια τῆς βουλήσεως τοῦ Θεοῦ. Τελικά θά παραμείνει ἐκεῖ τρεῖς δεκαετίες. ῾Η «Φιλοσοφική Σχολή», ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν, ἐπί τῶν μερῶν του γνωρίζει τεράστια ἀκμή καί ἀνάλογη φήμη. Τό 1812, 90 ἐτῶν πλέον παραιτεῖται.

῾Ο ῞Αγιος ᾿Αθανάσιος ὁ Πάριος, πρέπει νά ἀναφερθεῖ πώς ἦταν ἕνας ἀπό τούς διωκόμενους Κολλυβάδες μοναχούς (ὅπως ὑποτιμητικά τούς ἀποκαλοῦσαν, λόγῳ τῆς θεολογικῆς διαμάχης γιά τή χρήση τῶν Κολλύβων), οἱ ὁποῖοι μέ ἰσχυρά ἐπιχειρήματα, προσπάθησαν καί τελικά κατάφεραν νά διατηρήσουν, ἀπό τίς νοθεῖες τοῦ Προτεσταντισμοῦ καί τῆς Οὐνίας, τήν ὀρθόδοξη πίστη. Γι᾿ αὐτό τό λόγο ἐδέχθηκε σφοδρό διωγμό στό Πατριαρχεῖο, μαζί μέ τόν ῞Αγιο Νικόδημο τόν ῾Αγιορείτη, τόν ῞Αγιο Μακάριο Νοταρᾶ, τόν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τόν ᾿Αγάπιο τόν Κύπριο, τόν ᾿Ιάκωβο τόν Πελοποννήσιο καί τόν Χριστόφορο Προδρομίτη, γιά τόν ἀγώνα τους ὑπέρ τῆς ᾿Ορθοδόξου Θεολογίας. ῾Ο ἴδιος καθαιρεῖται ἀπό ἱερέας καί καταδικάζονται οἱ ὑπόλοιποι. Διώκονται καί ἐξορίζονται ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος, ἐνῶ ὁ ᾿Αθανάσιος ὁδηγεῖται, ὅπως προαναφέρθηκε, στή Θεσσαλονίκη. ῾Η πίκρα ὅμως τῶν διωγμῶν αὐτῶν ἔγινε τό νερό πού ἐπότισε μέ τούς διασκορπισμένους Κολλυβάδες τό ᾿Ορθόδοξο Γένος σέ μία δύσκολη καί μεταβατική ἱστορική ἐποχή.

Τό 1771 ἐντέλει, Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία διαπίστωσε τίς συκοφαντίες καί τούς ἀθωώνει. Μεταξύ ἄλλων ἀθώωση ἀναφέρει·

«Δύναται πολλάκις καί συρραφεῖσα διαβολή ὑποκλέψαι τήν ἀληθῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων καί μῶμον προσάψαι τοῖς ἀνεγκλήτοις καί ἀναιτίου καταδίκης αἰτία γενέσθαι πρός ἄνδρας ἀθώους καί ἀμετόχους τῶν κατ᾿ αὐτῶν λαληθέντων… ᾿Επειδή τοιγαροῦν καί ὁ κύρ ᾿Αθανάσιος ὁ Πάριος, ἀνήρ ὤν οὐ τῶν εὐκαταφρονήτων, σοφίας τέ μετασχηκώς τῆς θύραθεν καί τῆς καθ᾿ μᾶς καί καλῶς μεμνημένος τά θεῖα… ἀθῶος ὑπάρχει… ἔχων καί τό ἐνεργοῦν τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ ἀκωλύτως…».

Στό τέλος τῆς ζωῆς του ἀποσύρθηκε σέ ἕνα ἀπόμερο μέρος τῆς Χίου, τά Ρεστά, ὅπου ὑπῆρχε μονύδριο τοῦ ῾Αγίου Γεωργίου. ᾿Εκεῖ μαζί του σύχαζε καί ὁ μαθητής καί φίλος του Νικηφόρος καί ὁ ῾Ιεροδιάκονος ᾿Ιωσήφ ἀπό τά Φουρνά τῶν ᾿Αγράφων, ὁ ὁποῖος εἶχε χρηματίσει καί δάσκαλος στή Σχολή. ᾿Εδῶ συγγράφει τό πόνημά του «ἀλεξίκακον πνευματικόν» κατά τῶν τότε «ἐκσυγχρονιστῶν» πού ἀντέλεγαν καί ἐφέρονταν καταφρονητικά σέ ζητήματα τῶν Θείων Γραφῶν. Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του παθαίνει ἀποπληξία. ῾Ο ἴδιος προετοιμάσθηκε πνευματικά, μετέλαβε καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη μιά μέρα μετά, στίς 24 ᾿Ιουνίου 1813. Στά προπύλαια τοῦ ναοῦ ἔθαψαν τό σεπτό του σκήνωμα, ἐνῶ οἱ συνασκητές στό κελί του βρῆκαν μόνο μιά τριμμένη στολή, ἕνα μελανοδοχεῖο καί ἕνα λυχνάρι. Τά ὀστά του τοποθετήθηκαν στό ὀστεοφυλάκιο τοῦ ναϋδρίου, ἀλλά ἀποτεφρώθηκαν κατά τή μεγάλη πυρκαγιά, τό 1822.

Τό συγγραφικό ἔργο τοῦ ῾Αγίου ᾿Αθανασίου εἶναι πλούσιο καί πολύ σημαντικό. ᾿Αφορᾶ σχεδόν ὅλους τούς τομεῖς τῆς χριστιανικῆς δράσεως (βίοι ῾Αγίων, δογματικά, κοινωνικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ποιμαντικά) καί ἀξιολογεῖται σήμερα γιά τή βιβλική, κοινωνική καί δογματική του κατάρτιση, ὡς ἕνα ἐξαιρετικό δεῖγμα ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς διακονίας.

Ἀπολυτίκιον
Σοφία κοσμούμενος, παντοδαπεί ευσεβώς, διδάσκαλος ένθεος, της Εκκλησίας Χριστού, και βίου ορθότητος, στήλη λαμπρά ωράθης, Αθανάσιε Πάτερ. Όθεν η νήσος Πάρος, τη ση δόξη καυχάται, και πάντες σου τα θεία, τιμώμεν προτερήματα.

Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί.

Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου που του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Η γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό που άκουγε; Τότε ο άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού.

Πράγματι, η Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ο Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε η γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό.

Βέβαια, η χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι της ήταν «δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενος ἐν πάσαις ταὶς ἐντολαὶς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτος» (Λουκά, α’ 6.). Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με της της εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Ἱερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ Θεού, ὁλοκαυτώματα δεκτά, ἱεροπρεπῶς προσενήνοχας Ζαχαρία· καὶ γέγονας φωστήρ, καὶ θεατὴς μυστικῶν, τὰ σύμβολα ἐν σοί, τὰ τῆς χάριτος, φέρων ἐκδήλως πάνσοφε, καὶ ξίφει ἀναιρεθεὶς ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ, Χριστοῦ Προφῆτα, σὺν τῷ Προδρόμῳ, πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Εκ τής ρίζης Ιεσσαί, καί εξ όσφύος τού Δαυϊδ, η θεόπαις Μαριάμ, σήμερον τίκτεται ημίν, διό καί χαίριν, η σύμπασα καί κενουργείται, Συγχάρητε ομού, ο ουρανός καί η γή, αινέσατε αυτήν, αι στρατιαί τών εθνών, Ιωακείμ ευφραίνεται, καί Άννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα, Η στείρα τίκτει, τήν Θεοτόκον, καί τροφόν τής ζωής ημών.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Προφήτης σήμερον, καὶ ἱερεὺς τοῦ Ὑψίστου, Ζαχαρίας προύθηκεν, ὁ τοῦ Προδρόμου γενέτης, τράπεζαν τῆς αὐτοῦ μνήμης Πιστοὺς ἐκτρέφων, πόμα τε δικαιοσύνης τούτοις κεράσας. Διὸ τοῦτον εὐφημοῦμεν, ὡς θεῖον μύστην Θεοῦ τῆς χάριτος.

Ο Νεομάρτυρας αυτός καταγόταν ἀπό τό Δελβινάκι τῆς Β. ᾿Ηπείρου καί μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη για τη χριστιανική του πίστη, στις 24 Ιουνίου 1765 μ.Χ. Το τίμιο λείψανο του, ενταφιάστηκε από τους χριστιανούς με τιμές στον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής στην Κωνσταντινούπολη. (Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, ο μάρτυρας αυτός μαρτύρησε το έτος 1767 μ.Χ. και σε ηλικία 20 χρονών).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ´. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα τῆς Καισαρείας, καὶ ὁμότροπος τῶν ἀθλοφόρων ἀνεδείχθης, Παναγιώτη μακάριε· τοῦ γὰρ Σωτῆρος κηρύξας τὸ ὄνομα ,ὑπὲρ αὔτοῦ τὸ σὸν αἷμα ἐξέχεας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν το μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ´. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῶν Μαρτύρων σύναθλος τῇ σῇ ἀθλήσει ἀνεδείχθης, ἔνδοξε ὑπὲρ Χριστοῦ σφαγιασθείς· διὸ στεφάνῳ τῆς δόξης σε ὦ Παναγιώτη, Χριστὸς ἐστεφάνωσε.

Κάθισμα
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀθλήσει ἐφαίδρυνας τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, προσθήκη δὲ γέγονας τοῖς ἂπ᾿ αἰῶνος καλῶς, ἀθλήσασιν ἔνδοξε· ὅθεν ζωῆς τοῦ ξύλου, σὺν αὐτοῖς ἀπολαύων, πρέσβευε, Παναγιώτη, ἐκτενῶς δυσωποῦμεν, ῥυσθῆναι πάσης ἀνάγκης, τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

Ὁ Οἶκος
Τῆς εὐσεβείας τῷ φωτὶ τὸν νοῦν διηυγασμένος τοῦ μαρτυρίου· τὴν ὁδὸν διήνυσας προθύμως καὶ πρὸς ἀθάνατον ζωὴν ὑπὲρ Χριστοῦ θανατωθεῖς ἐσκήνωσας ἐνδόξως· οὗ γὰρ ἔπτηξας τυραννικὸν θυμὸν, οὐδὲ ἐπαγγελιῶν ἐπτόησαι, δωρεαῖς ἀλλ᾿ ἐρηρεισμένος τῇ πέτρᾳ τῆς πίστεως, καὶ πρὸς τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ ἀποσκοπῶν νεότητος παρ’ εἶδες ἀκμὴν καὶ πᾶσαν τὴν ἐν κόσμῳ τιμὴν καὶ τὸν θάνατον, ὡς γλυκεῖαν ἠσπάσω ζωὴν ὡ Παναγιώτη, διὸ στεφάνῳ τῆς δόξης σε, Χριστὸς ἐστεφάνωσε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν μαρτύρων ὁ μιμητής, καὶ τῶν Καισαρέων ἐγκαλλώπισμα ἱερὸν, χαίροις Παναγιώτη, Χριστοῦ νέε ὀπλίτα, τῆς εὐσεβείας ἄνθος, τὸ εὐωδέστατον.

Πηγή: http://www.saint.gr

Exit mobile version