26 Ιουνίου γιορτάζουν…

Μνήμη των αγίων μαρτύρων Ιωάννου και Παύλου, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Δαβίδ, του εν Θεσσαλονίκη, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Ανθίωνος, Μνήμη του οσίου πατρός ημών Ιωάννου, επισκόπου Γοτθίας, Μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Διονυσίου, αρχιεπισκόπου Σουζδαλίας, Μνήμη του οσιομάρτυρος Δαβίδ, του εκ Κυδωνιών, Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου της Οδηγητρίας, εν Τιχβίν της Ρωσίας, Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου, εν Νεάμτς της Ρουμανίας, Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου, των επτά Λιμνών, εν Καζάν της Ρωσσίας, Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Ρωμαίας, εν Ρωσία

by Times Newsroom
  • Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων
  • Όσιος Δαβίδ από τη Θεσσαλονίκη
  • Όσιος Ιωάννης επίσκοπος Γοτθίας
  • Όσιος Ανθίων
  • Άγιος Δαβίδ ο νέος Οσιομάρτυρας
  • Άγιοι Θεράπων, Μακάριος, Μάρκιος και Μαρκία
  • Εγκαίνια ναού Αγίου Θεοδώρου «ἐν τῷ Ῥησίῳ»
  • Άγιος Διονύσιος Αρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας
  • Σύναξις των εν Πάτμω Αγίων
  • Σύναξη της Παναγίας της Αρβανίτισσας στην Χίο
  • Άγιος Ιερεμίας ο εν Κρήτη Μαρτυρήσας
  • Σύναξη των εν Σκωτία διαλαμψάντων Αγίων
  • Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων της Οσίας Θεοκτίστης
  • Σύναξη Πάντων των εν Λέσβω Αγίων
  • Σύναξη της Παναγίας Μεγαλομάτας στην Σκιάθο

************************************************************************************************************

  • Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων

Το Άγιον Όρος παρουσιάζει ιστορία πολύπτυχη, αξιοθαύμαστη και αξιοσέβαστη. Μια από τις ωραιότερες πτυχές του, αναμφίβολα, είναι ο αγιολογικός πλούτος του. Η αθωνική αγιολογία δίκαια αποτελεί τη βασική δόξα και τον μεγαλύτερο έπαινο ενός υπερχιλιόχρονου μοναχισμού.

Οι άγιοι του Αγίου Όρους είναι οι φιλόστοργοι πατέρες των Αγιορειτών. Η αγάπη μας προς αυτούς προέρχεται από χρέος και ευγνωμοσύνη για τις δωρεές τους. Είναι αγάπη τέκνων προς κηδεμόνες, μαθητών προς διδασκάλους. Αυτοί μετέβαλαν την αγριότητα του Όρους σε ημερότητα, τον ακατοίκητο τόπο τον έκαναν κατοικήσιμο, την έρημο τη μετέτρεψαν σε πολιτεία. Έγιναν κτήτορες μονών και σύναξαν πλησίον τους πλήθη μοναχών. Όσο ζούσαν ήταν σύμβουλοι και μετά την τελευτή τους έγιναν πρεσβευτές για όλους. Μοναχοί από διαφόρους τόπους συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο και πήραν ένα όνομα. Ακόλουθοι του πρώτου ησυχαστή Πέτρου, που του είπε η Θεοτόκος τη χαροποιό επαγγελία, περί συνεχούς προστασίας του Όρους. Και έγινε πράγματι η Θεοτόκος μόνιμη σκέπη, φρουρός και ιατρός όχι μόνο των άγιων, αλλά και όλων των μοναχών.

Οι άγιοι του Αγίου Όρους δόθηκαν ολοκληρωτικά στον Θεό. Με πολυχρόνιους σκληρούς αγώνες καθάρισαν τον εαυτό τους και έγιναν δοχεία καθαρά να δεχθούν ουράνια χαρίσματα. Την προς τους αδελφούς τους αγάπη απέδειξαν με το ν’ αφήσουν τη φίλη τους ησυχία και κατόπιν θεοσημειών να πορευθούν προς ίδρυση μονών, σκητών και κελλιών. Με κόπους πολλούς, έξοδα και πειρασμούς έκτισαν οικήματα για να είναι, κατά τον άγιο Νικόδημο, «σχολεία πάσης αρετής, εντολών του Θεού φυλακτήρια, πόνων ασκητικών φροντιστήρια, αγγελικής πολιτείας εργαστήρια, παλαιών και αγίων Κοινοβίων μιμητήρια, των ξένων καταγώγια, των πτωχών καταφύγια, λιμένες σωτηριώδεις και ακύμαντοι».

Από τους αγίους του ονομάσθηκε το όρος του Άθω άγιον. Αυτοί είναι η ωραιότητα του Όρους, το μεγαλείο του και η ακτινοβόλος θερμότητα που αναπαύει τους πιστούς. Άγιον Όρος, κατά τον άγιο Νικόδημο, σημαίνει «τόπος άγιότητος· τόπος καθαρότητος· τόπος όπου επάτησαν τόσων αγίων πόδες. Τόπος, όστις έχει εζυμωμένα τα χώματα από τα αίματα, από τους ιδρώτας, και από τα δάκρυα εκατοντάδων και χιλιάδων οσίων Πατέρων εν ενί λόγω, το Άγιον Όρος είναι τόπος αρετής και αγαθοεργίας».

Οι άγιοι του Αγίου Όρους ανέδειξαν το Όρος και το έκαναν θαυμαστό όπως το Σινά, τα όρη της Παλαιστίνης, το Πηλούσιο, το Γαλήσιο, τον Λάτρο, τον Όλυμπο της Βιθυνίας. Οι άγιοι και οι μαθητές τους στο πέρασμα των αιώνων, ως όσιοι και μάρτυρες, ησυχαστές και κοινοβιάτες, έγκλειστοι και ιεραπόστολοι, αναδείχθηκαν λαμπροί συνεχιστές της γνήσιας Ορθόδοξης μοναχικής παραδόσεως, που τη φύλαξαν όπως γεννήθηκε στα λίκνα του Ανατολικού Μοναχισμού με αγρυπνίες και θυσίες…

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥΣ.

Ο κοινός εορτασμός των αγίων του Αγίου Όρους αρχίζει με τη σύνθεση της ακολουθίας και του εγκωμίου τους από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που είναι και ο τελευταίος συναξαριογράφος… Ο άγιος Νικόδημος ξεκίνησε την εργασία του αυτή «προτροπή και αξιώσει της Ιεράς και κοινής Συνάξεως πάντων των Μοναστηριακών του Αγίου Όρους Πατέρων». Ακολουθία και εγκώμιο τυπώθηκαν στην Ερμούπολη της Σύρου το 1847 μ.Χ., «διά συνδρομής της Σεβάσμιας ομηγύρεως των εν Άθω Πατέρων», οι οποίοι προεγράφησαν για πεντακόσια περίπου αντίτυπα, και προς «κοινήν των Μοναχών, και πάντων των Ορθοδόξων Λαϊκών Χριστιανών ωφέλειαν». Ο ακριβής χρόνος της συγγραφής δεν είναι γνωστός.

Η πρώτη χρονολογημένη εικόνα της Συνάξεως των Αθωνιτών Πατέρων αγιογραφήθηκε το 1796 μ.Χ. και βρίσκεται στο αντιπροσωπείο της ιεράς μονής Κωνσταμονίτου στις Καρυές. Πιθανώς το 1796 μ.Χ. να γράφτηκε η ακολουθία και μέχρι της εκδόσεως της να κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα, όπως συνηθιζόταν. Περί το 1800 μ.Χ. αγιογραφήθηκε η εικόνα των Αγιορειτών Αγίων, που βρίσκεται στην αίθουσα των Συνάξεων της Ιεράς Κοινότητος, ενώ παλαιότερα βρισκόταν στο τέμπλο του ιερού ναού του Πρωτάτου Καρυών Αγίου Όρους.

Ο άγιος Νικόδημος στο γλαφυρό του εγκώμιο πρός τους οσίους αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στην «καινή και κοινή μνήμη πάντων των του Όρους άγιων Πατέρων».

Γιατί «κοινοί προστάται και ευεργέται όλου κοινώς του αγίου Όρους» φάνηκαν. Αυτοί οι οποίοι «έγιναν εις ημάς μυρίων αγαθών πρόξενοι» άξιο είναι να εορτάζονται μαζί. Παλαιά συνήθεια της Εκκλησιάς ο κοινός εορτασμός αγίων, όπως των «εν Σινά και Ραϊθω αναίρεθέντων Οσίων», των «εν τω Σαββάτω της Τυρινης Οσίων Πατέρων», των «εν τη Λιβύη και Αιγύπτω και Θηβαΐδι ασκησάντων» και άλλων πολλών αγίων εόρτιες συνάξεις κατά χώρες, τόπους και μονές. Συνεχίζοντας ο άγιος Νικόδημος γράφει πως, με την κοινή πανήγυρη των Αγιορειτών Οσίων, «όσοι Πατέρες του Όρους, είτε από τους ονομαστούς, είτε από τους ανωνύμους, έμειναν έως τώρα ανεγκωμίαστοι, διότι δεν έχουσιν ιδίαν ασματικήν ακολουθίαν, διά της κοινής ταύτης ακολουθίας και εορτής, και αυτοί» καθίσταται δυνατόν πλέον να «τιμώνται και εορτάζωνται». Ακόμη «ίνα μη ως αχάριστα τέκνα φανώμεν, μη τιμήσαντες κοινώς τους πνευματικούς ημών Πατέρας τούτους και διδασκάλους και ευεργέτας και οδηγούς, των οποίων και τα Μοναστήρια κατοικούμεν, και τας διδασκαλίας εντρυφώμεν, και τον άρτον αυτών τρώγομεν». Και ακόμη «ίνα η κοινή αύτη των αγίων Πατέρων εορτή, γένηται παρακίνησις προς μίμησιν της αρετής, και του ζήλου αυτών εις ημάς τους μοναχούς του νυν καιρού».

Η πλήρης ασματική ακολουθία των οσίων είναι γραμμένη με όλη τη χάρη και την αγάπη του θείου Νικόδημου. Ο μεγάλος του σεβασμός προς τους τιμωμένους αγίους τον κάνει εκστατικό, θαυμαστό και εμπνευσμένο συνθέτη. Στους κανόνες του Όρθρου αναφέρονται ονομαστικά οι άγιοι, αλλά λείπουν αρκετά ονόματα. Οι κόποι του αγίου Νικόδημου και το σκύψιμο του στις αρχαίες του Όρους βιβλιοθήκες δεν του έδωσαν όλα τα ακριβά μυστικά τους. Προσπάθεια συμπληρώσεως της ακολουθίας έκανε ο σύγχρονος και ήδη μακαριστός υμνογράφος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, αλλά και από εδώ απουσιάζουν ονόματα αγίων, που η έρευνα στις ημέρες μας έφερε στο φως.

Η ακολουθία των οσίων ψάλλεται πανηγυρικά, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, τη Δεύτερη Κυριακή του Ματθαίου, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, σε όλες τις αγιορείτικες μονές και σκήτες και ιδιαίτερα στους προς τιμή των οσίων ναούς και το Πρωτάτο…

Η τιμή των Αγιορειτών Οσίων, παρότι επικεντρώνεται στον τόπο που έζησαν, δεν άργησε να λάβει και ευρύτερες διαστάσεις. Έτσι τιμώνται κι εορτάζονται στις γενέτειρες τους και στις περιοχές που έδρασαν ή που κατέχουν εικόνες και τίμια λείψανα τους…

(Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου, Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, Εκδ. Μυγδονία 2008, σ. 25-26,115-119 αποσπάσματα).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς τοῦ Ἄθω πατέρας καὶ ἀγγέλους ἐν σώματι, Ὁμολογητὰς καὶ Ὁσίους, Ἱεράρχας καὶ Μάρτυρας, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις καὶ ᾡδαῖς, μιμούμενοι αὐτῶν τὰς ἀρετάς, ἡ τοῦ Ὄρους πληθὺς πᾶσα τῶν Μοναστῶν, κραυγάζοντες ὁμοφώνως· δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐν κινδύνοις ἡμῶν προστάτας δείξαντι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθείς.
Τοὺς οὐρανώσαντας τὸ Ὄρος Πατέρας, καὶ ὑποδείξαντας ἐν τούτῳ τὸν βίον, Ἀγγέλων πολιτεύεσθαι, καὶ πλήθη μοναχῶν, ἐν αὐτῷ συνάξαντας, ἀνευφημήσωμεν πάντες, πρὸς αὐτοὺς κραυγάζοντες· ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, καὶ ἐπηρείας ῥύσασθε ἡμᾶς, πληθὺς Ὁσίων τοῦ Ἄθω τὸ καύχημα.

  • Όσιος Δαβίδ από τη Θεσσαλονίκη

Ο Όσιος Δαβίδ καταγόταν από τη βόρεια Μεσοποταμία, που ήταν μεγάλο μοναστικό κέντρο, και γεννήθηκε περί το 450 μ.Χ. Για λόγους που δεν αναφέρονται ήλθε στη Θεσσαλονίκη μαζί με το μοναχό Αδολά. Κατά το βιογράφο τους ο Όσιος εισήλθε αρχικά στη μονή των Αγίων Μαρτύρων Θεοδώρου και Μερκουρίου, επιλεγομένη Κουκουλλιατών, της οποίας η τοποθεσία προσδιορίζεται «ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων». Το προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» ή «Κουκουλλατῶν» δηλώνει τους μοναχούς που έφεραν κουκούλιο, ίσως κατά ιδιάζοντα τρόπο, αν κρίνει κανείς από τις σωζόμενες απεικονίσεις του Οσίου, δηλαδή ριγμένο στους ώμους. Η θέση της μονής πρέπει να αναζητηθεί βορειοανατολικά της Ακροπόλεως, εκεί όπου αναγνωρίζεται το τοπωνύμιο «Κῆπος τοῦ Προβατᾶ».

Τα παραδείγματα των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαιτέρως του Προφήτου και βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις», ώθησαν τον Όσιο Δαβίδ να αποφασίσει να καθίσει σε δένδρο αμυγδαλέας μέχρι ο Κύριος να του αποκαλύψει το θέλημά Του και να του χαρίσει σύνεση και ταπείνωση. Στο τέλος της τριετίας εμφανίσθηκε στον Όσιο Άγγελος Κυρίου, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι εισακούσθηκε η παράκλησή του και η δοκιμασία του ως δενδρίτου ασκητού έληξε. Ο Άγγελος του είπε να κατέλθει από το δένδρο και να συνεχίσει τον ασκητικό του βίο σε κελί αινών και ευλογών τον Θεό. Ο Όσιος κοινοποίησε την οπτασία αυτή στους μαθητές του, ζητώντας τη βοήθειά τους για την κατασκευή του κελιού. Η είδηση γρήγορα έφθασε στον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο και σε όλη την πόλη.

Όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 11, του 535 μ.Χ., απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τις βόρειες περιοχές του Ιλλυρικού και ανύψωσε την ιδιαίτερή του πατρίδα σε Αρχιεπισκοπή, υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ήταν ο Αριστείδης, ο οποίος αν και αποδέχθηκε τη μεταβολή, προσπάθησε όμως να περισώσει την πολιτική σημασία της πόλεως, με την επαναφορά της έδρας του υπάρχου του Ιλλυρικού από την Πρώτη Ιουστινιανή στη Θεσσαλονίκη. Ενώ η διάσπαση της εκκλησιαστικής διοικήσεως δεν μείωνε την αξία της Θεσσαλονίκης, η μετάθεση της έδρας της υπαρχίας συνιστούσε σοβαρό υποβιβασμό της πόλεως. Το αίτημα λοιπόν των Θεσσαλονικέων, καθώς και η επιθυμία του υπάρχου Δομνίκου, ήταν η επαναφορά της έδρας στη Θεσσαλονίκη, ιδέα που ενστερνίσθηκε με ενθουσιασμό ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης. Στο σημείο αυτό ζητήθηκε η βοήθεια του Οσίου Δαβίδ για τη μεταφορά του αιτήματος στον Ιουστινιανό, διότι ο Αρχιεπίσκοπος, όπως ο Βίος εξηγεί, δεν μπορούσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον» και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός των άλλων όμως, η προτίμηση του Οσίου Δαβίδ δείχνει τη βαρύτητα, αλλά και τις δυσχέρειες που προβλεπόταν ότι θα συναντούσε ένα παρόμοιο αίτημα στον Ιουστινιανό, ο οποίος προσφάτως είχε τιμήσει την ιδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη Ιουστινιανή, με τις έδρες της νέας Αρχιεπισκοπής και της υπαρχίας. Μετά από τόσα χρόνια εγκλεισμού ο Όσιος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στο φως του ήλιου. Η μορφή του είχε αλλάξει. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει μέχρι την οσφύ αυτού και τα γένια του μέχρι τους πόδες του, το δε άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τις ακτίνες του ήλιου. Συνοδευόμενος από δύο μαθητές του, τον Θεόδωρο και τον Δημήτριο, απέπλευσε προς τη Βασιλεύουσα. Η φήμη όμως του Οσίου είχε προτρέξει. Έτσι, όταν έφθασε εκεί, όλη η Πόλη τον υποδέχθηκε. Η υποδοχή του από τη Θεοδώρα, σύζυγο του Ιουστινιανού, καθώς και οι τιμές και ο σεβασμός της προς το πρόσωπο του Οσίου, προκάλεσαν τον θαυμασμό όλων των παρισταμένων. Η Θεοδώρα κινήθηκε δραστήρια• έτσι, όταν επέστρεψε ο Ιουστινιανός, ο οποίος απουσίαζε σε επίσημες υποχρεώσεις, φρόντισε να προκαταλάβει τη γνώμη του θετικά υπέρ του Οσίου Δαβίδ, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να προσκαλέσει τον Όσιο ενώπιον της συγκλήτου. Ο Όσιος παρουσιάσθηκε στη σύγκλητο κατά τρόπο θεαματικό κρατώντας στα χέρια του φωτιά με θυμίαμα που δεν κατέκαιγε τη σάρκα του. Το παράστημα του Οσίου καθώς και το προφανές θαύμα επέβαλε σε όλους κλίμα δέους και κατανύξεως, ώστε ο βασιλέας πρόθυμα ικανοποίησε το αίτημά του με σπουδή.

Κομίζοντας τα αγαθά νέα ο Όσιος απέπλευσε για τη Θεσσαλονίκη, την οποία όμως έμελλε μόνο από μακριά να ξαναδεί, διότι μόλις το πλοίο παρέκαμψε το ακρωτήριο εκείνος παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Το γεγονός συνέβη μεταξύ των ετών 535 – 541 μ.Χ.

Η είδηση της αφίξεως του ιερού λειψάνου του Οσίου κάτω από τις συνθήκες αυτές συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το σκήνωμα του Οσίου Δαβίδ αρχικά κατατέθηκε στον τόπο, όπου είχαν αποτεθεί παλαιότερα τα ιερά λείψανα των Μαρτύρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος, στα δυτικά του λιμανιού. Ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης με πολλή θλίψη όρισε πάνδημη κηδεία. Το λείψανο του Οσίου ενταφιάσθηκε στη μονή του, των Απροΐτων, σύμφωνα με την επιθυμία του.
Εκατόν πενήντα χρόνια μετά την κοίμηση του Οσίου, περί το 685 – 690 μ.Χ., έγινε μία προσπάθεια για τη διάνοιξη του τάφου, όταν ο ηγούμενος της μονής των Απροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου». Μόλις όμως ξεκίνησε η εργασία αυτή, η πλάκα που κάλυπτε τον τάφο έσπασε και αυτό θεωρήθηκε ως φανέρωση του θελήματος του Οσίου να μη θιγεί. Το ιερό λείψανο παρέμεινε στην αρχική του θέση μέχρι την εποχή των σταυροφοριών. Κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας του μομφερρατικού οίκου στη Θεσσαλονίκη (1204 – 1222 μ.Χ.), το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Ιταλία και το 1236 μ.Χ. απαντάται στην Παβία, απ’ όπου μεταφέρθηκε στο Μιλάνο, το 1967 μ.Χ.
Τελικά, το σεπτό λείψανο του Οσίου Δαβίδ μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και κατατέθηκε στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1978 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος, ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῷ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοὶς ὀσίοις σου πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σέ, θερμὸν πρὸς τὸν Κύριον.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοὶ Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ᾽ εἰκόνα· λαβὼν γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Δαυῒδ τὸ πνεῦμά σου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῇ ἀγάπῃ τοῦ Λόγου Πάτερ πτερούμενος, ἐπὶ τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικὴν βιοτήν, καὶ ἐξήνεγκας ἡμῖν καρποὺς τῆς χάριτος· ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς, ἐκβοῶμέν σοι πιστῶς, Δαβὶδ Ὁσίων ἀκρότης· μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψηχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς μιμητήν, τῶν οὐρανίων τάξεων, καὶ ἀγαθῶν, τῶν ἐπιγείων πάροικον, ἀπαξίως μακαρίζομεν, σὲ ὦ Δαβὶδ θεομακάριστε· τὸν βίον γὰρ ὡς ἄγγελος ἐτέλεσας, καὶ θείων δωρημάτων κατετρύφησας, ἐξ ὧν καὶ ἡμῖν μετάδος Ὅσιε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν σοφίαν καὶ Λόγον.
Ἐγκρατείᾳ τὰ πάθη τὰ τῆς σαρκός, τῇ ψυχῇ ὑποτάξας Πάτερ σοφέ, ὡράθης μακάριε, μετὰ σώματος Ἄγγελος, καλιὰν δὲ πήξας, ὡς ὄρνις εὐκέλαδος, ἐν φυτῷ εἰς ὕψος, τὸν νοῦν ἀνεπτέρωσας· ὅθεν τῶν θαυμάτων, ἐνεργείας πλουτήσας, μετῆλθες πρὸς Κύριον, ὃν ἐκ βρέφους ἐπόθησας· διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον
Ἤνεγκας ὡς κλῆμα ἐν τῇ Ἐδέμ, ἑστὼς ὑπὲρ φύσιν, ἐπὶ δένδρου πάτερ Δαβίδ, βότρυας ἡδίστους, ἠθῶν δικαιοσύνης, δι΄ὧν ἀεὶ εὐφραίνεις τοὺς σὲ γεραίροντας.

  • Όσιος Ιωάννης επίσκοπος Γοτθίας

Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε στις αρχές του 8ου αιώνα μ.Χ., την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Λέοντας ο Ίσαυρος και καταγόταν από τους τόπους της Κριμαίας. Διακρίθηκε από παιδί για την ενάρετη ζωή του και το ζήλο του για την πίστη. Οι γονείς του ονομάζονταν Λέων και Φωτεινή και την ευσέβεια τους την μετέδωσαν και στον γιο τους. Στα χρόνια της εικονομαχίας, ο Ιωάννης είχε εκκλησιαστική επικοινωνία περισσότερο με τη Ρώμη, που δεν την επηρέαζε η πληγή αυτή της Ανατολής. Σαν επίσκοπος Γοτθίας ο Ιωάννης υπήρξε διδακτικός και φιλάνθρωπος. Παρέμεινε απλός, ταπεινόφρων, φτωχός και αφιλάργυρος, αδελφός των ιερέων και πατέρας των λαϊκών του Κάποια αιματηρή στάση, ανάγκασε τον καλό ποιμένα να καταφύγει με πολλούς χριστιανούς στην Αμάστριδα του Ευξείνου Πόντου. Εκεί έμεινε τέσσερα χρόνια και πέθανε το 780 μ.Χ. ευεργετώντας, μέχρι την τελευταία του στιγμή. Κλήρος και λαός τον έθαψαν με μεγάλες τιμές.

  • Όσιος Ανθίων

Ο Όσιος Ανθίων απεβίωσε ειρηνικά.

  • Άγιος Δαβίδ ο νέος Οσιομάρτυρας

Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Δαβίδ καταγόταν από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας. Οι κάτοικοι των Κυδωνιών είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με το Άγιον Όρος, καθώς υπήρχαν δύο αγιορείτικα μετόχια στην πόλη τους, ένα της μονής Ιβήρων και ένα της μονής Παντοκράτορος. Έτσι, όταν ο Δαβίδ εγκατέλειψε τη γενέτειρά του, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και διέμενε κοντά σε κάποιον συμπατριώτη του, αδελφό της Σκήτης της Αγίας Άννης, όπου αργότερα εκάρη και ο ίδιος μοναχός.

Ο Όσιος Δαβίδ κατά τη διάρκεια της μοναχικής του πολιτείας, κινούμενος από θείο ζήλο, ανέλαβε την πρωτοβουλία, αφού πρώτα έλαβε την ευλογία του γέροντός του, να επισκεφθεί τη Σμύρνη, για να συλλέξει χρήματα για την ανοικοδόμηση των ερειπωμένων ναών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Θεοτόκου στο Άγιον Όρος. Μετά την αποπεράτωση των εργασιών στους δύο ναούς, οικοδόμησε και δύο δεξαμενές νερού, καθώς και μία σειρά κελιά για τους προσκυνητές. Δεν παρέμεινε όμως άλλο στο Άγιον Όρος, αλλά φλεγόμενος από τον πόθο του μαρτυρίου επισκέφθηκε τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, όπου προκάλεσε τους Τούρκους, ονειδίζοντάς τους για τη θρησκεία τους. Αυτοί τον συνέλαβαν και, αφού τον εξυλοκόπησαν άγρια, τον απέπεμψαν από την πόλη τους. Έτσι, χωρίς να πραγματοποιήσει την επιθυμία του επέστρεψε στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου εξομολογήθηκε στο γέροντά του το διακαή πόθο του για το μαρτύριο. Ο πνευματικός του, φοβούμενος για την έκβαση μιας τέτοιας πράξεως, προσπάθησε να τον αποτρέψει, χωρίς όμως τελικά να το επιτύχει. Ο Όσιος Δαβίδ επισκέφθηκε στις Καρυές τον Επίσκοπο πρώην Χριστουπόλεως Παγκράτιο, από τον οποίο έλαβε την ευλογία για να προχωρήσει στο μαρτύριο, και κατόπιν ήλθε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί πληροφορήθηκε για την εξώμοση ενός μοναχού από τη Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Δημητρίου. Ο Όσιος Δαβίδ τον επισκέφθηκε και προσπάθησε να τον μεταπείσει· μάταια όμως, γιατί ο αρνησίθρησκος επέμενε στην πλάνη του. Οι Τούρκοι, οι οποίοι φρουρούσαν τον εξωμότη, συνέλαβαν τον Όσιο και αφού τον εκτύπησαν, τον παρέδωσαν στον κριτή, για να δικασθεί. Ο κριτής, φοβούμενος μήπως ο Όσιος Δαβίδ καταφέρει να μεταπείσει τον εξωμότη, διέταξε την άμεση θανάτωση του Οσίου. Την ίδια νύχτα λοιπόν, στις 26 Ιουνίου του 1813 μ.Χ., ο Όσιος Δαβίδ ο Κυδωνιεύς ευρήκε μαρτυρικό θάνατο δι’ απαγχονισμού. Ιδιαίτερα τιμάται ο Οσιομάρτυς Δαβίδ στη Σκήτη της Αγίας Άννης του Αγίου Όρους.

  • Άγιοι Θεράπων, Μακάριος, Μάρκιος και Μαρκία

Στον Συναξαριστή του Delehaye (σ. 774, 7) κατά την 26η Ιουνίου αναφέρεται η μνήμη του μάρτυρα Θεράποντα, συνοδευμένη με τους τρεις πιο πάνω μάρτυρες. Ποιοι είναι αυτοί, μας είναι άγνωστο. Από τον Άγιο Νικόδημο δεν αναφέρεται η μνήμη τους. Μόνο, κατά την 27η Ιουνίου μνημονεύονται οι Μάρκιος και Μαρκία δια ξίφους τελειωθέντες.

  • Εγκαίνια ναού Αγίου Θεοδώρου «ἐν τῷ Ῥησίῳ»

Η μνήμη αυτή αναφέρεται στον Πατμιακό Κώδικα 266.

  • Άγιος Διονύσιος Αρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας

Ο ῞Οσιος Διονύσιος ἐγεννήθηκε στή νότια Ρωσία στήν ἐπαρχία τοῦ Κιέβου, κατά τίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰῶνος μ.Χ., ἦταν ἐρημίτης καί ἱδρυτής κοινοβίων, καθώς καί ἕνας ἀπό τούς πρωταγωνιστές τῆς μοναστικῆς ἀναγεννήσεως καί τῆς γενικῆς πολιτικῆς καί πολιτιστικῆς ἀφυπνίσεως στή Ρωσία τῆς ἐποχῆς του. ῞Οταν ἔγινε ᾿Επίσκοπος ὑπερασπίσθηκε μέ θάρρος τήν αὐτονομία τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία καί τήν ὀρθόδοξη πίστη ἀπό τίς αἱρέσεις.

Σχετικά μέ τά πρῶτα του βήματα στό μοναχικό βίο συλλέγουμε τίς πληροφορίες ἀπό διάφορα ρωσικά χρονογραφήματα. ᾿Από αὐτά τά χρονογραφήματα συνθέτουμε τίς κύριες κατευθύνσεις τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας πού ἦταν στενότατα συνδεδεμένη μέ τίς πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές ἀνακατατάξεις τῆς ἐποχῆς του. Σημαντικές πληροφορίες γιά τήν ἀναγέννηση πού ἐπέφερε στόν μοναχισμό εἶναι, ἐπίσης, οἱ Βίοι τῶν μαθητῶν του. Σέ νεανική ηλικία ἔζησε ὡς ἀναχωρητής σέ μία σπηλιά κατά μῆκος τοῦ Βόλγα. ῾Η παρουσία σέ ἐκείνη τήν ἔρημο τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας στήν ὁποία ἀπεικονίζονταν καί οἱ ῞Οσιοι ᾿Αντώνιος καί Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου, μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ὁ Διονύσιος προερχόταν ἀπό τή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στίς ἀρχές τοῦ 1330 ἔκτισε σέ ἐκείνη τήν περιοχή τό μοναστήρι τῆς ᾿Αναλήψεως, ἀναδεικνυόμενος σέ ἱκανότατο ηγούμενο καί σοφότατο πνευματικό πατέρα.

Οἱ ἐπιδόσεις τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου στή σκληρή ἄσκηση καί οἱ γνώσεις του ἐπάνω στίς Γραφές προσελκύουν κοντά του ἕνα μεγάλο ἀριθμό νέων. Αὐτοί μέ τή σειρά τους, γύρω στό 1350, θά ἱδρύσουν πολλά κοινόβια μοναστήρια στίς περιοχές τοῦ Νόβγκοροντ καί τῆς Σουζδαλίας.

Τό 1371, ὁ ῞Οσιος Διονύσιος ἐτέλεσε τή μοναχική κουρά τῆς πριγκίπισσας Βασίλισσας – Θεοδώρας, χήρας τοῦ πρίγκίιπα τοῦ Νίζνϊυ Νόβγκοροντ ᾿Ανδρέα Κωσταντίνοβιτς, ὁποία, ἀφοῦ ἐμοίρασε ὅλα της τά πλούτη, ἀποσύρθηκε στό μοναστήρι πού εἶχε κτίσει ἴδια στίς ὄχθες τοῦ Βόλγα. Τό παράδειγμά της ἀκολούθησαν καί ἄλλες εὐγενεῖς, ἀκολουθώντας τό μοναχικό τυπικό τό ὁποῖο εἶχε δώσει ὁ ῞Οσιος Διονύσιος στήν Θεοδώρα.

Τό γεγονός ὅτι ὅλοι οἱ μαθητές τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου ἵδρυσαν κοινόβια μοναστήρια, μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ἀδελφότητα τῆς μονῆς πού ἵδρυσε ὁ ἴδιος στίς ἀρχές τοῦ 1335 ἦταν ἕνα ἀπό τά πρῶτα κοινόβια τῆς βόρειας Ρωσίας.

Στίς 19 Φεβρουαρίου 1374, ὁ ῞Οσιος Διονύσιος ἐχειροτονήθηκε ᾿Επίσκοπος τῆς Σουζδαλίας ἀπό τό Μητροπολίτη ᾿Αλέξιο, τοῦ ὁποίου τίς ἀπόψεις ἀκολούθησε σχετικά μέ τήν πολιτική ἑνοποίηση ὅλων τῶν πριγκίπων κάτω ἀπό τήν ηγεμονία τῆς Μόσχας.

῞Οταν ὁ Μητροπολίτης ᾿Αλέξιος ἐκοιμήθηκε († 1378), ὁ Διονύσιος μαζί μέ τόν ῞Οσιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ καί τόν ῞Οσιο Θεόδωρο τοῦ Σιμωνώφ, ἀντιτάχθηκαν μέ σκληρότητα ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς τοῦ μοναχοῦ Μιχαήλ στή χηρεύουσα Μητρόπολη. ῾Η δραστική εἰσήγηση τοῦ Διονυσίου στή Σύνοδο, τήν ὁποία συγκάλεσε ὁ πρίγκιπας τῆς Μόσχας Δημήτριος ᾿Ιβάνοβιτς, προκάλεσε τήν ὀπισθοχώρηση τοῦ τελευταίου ἀπό τήν ἀξίωσή του νά χειροτονήσει τόν ὑποψήφιό του στήν Μόσχα, πράγμα τό ὁποῖο θά ἦταν κανονικό ἀτόπημα καί θά ὑπαινισσόταν τήν αὐτοκεφαλία τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο Μιχαήλ ἐστάλθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου νά χειροτονηθεῖ ἀπό τόν συναινετικό Πατριάρχη Μακάριο, ἐνῶ ὁ ῞Οσιος Διονύσιος ἐφυλακίσθηκε. Μέ τή διαμεσολάβηση τοῦ ῾Οσίου Σεργίου, ἐλευθερώθηκε δίνοντας τήν ὑπόσχεση πώς δέν θά ἐγκαταλείψει τή Ρωσία καί ἐγκαταστάθηκε στό Νόβγκορτ. ᾿Από ἐκεῖ ταξίδεψε στήν Κωνσταντινούπολη καί παρέστη στή Σύνοδο τοῦ 1380, ὅπου ὁ νέος Πατριάρχης Νεῖλος ἐχειροτόνησε ὡς νέο Μητροπολίτη Κιέβου καί τῆς Μεγάλης Ρωσίας τόν ἀρχιμανδρίτη Ποιμένα, ἕναν ἐκ τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Δημητρίου πού συνόδευε τόν Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε κατά τή διάρκεια τοῦ ταξιδίου.

῾Ο ῞Οσιος Διονύσιος προκάλεσε τό θαυμασμό τῶν ῾Ελλήνων ᾿Επισκόπων ὄχι μόνο μέ τήν ἀσκητικότητά του, ἀλλά καί γιά τίς νηστεῖες του, γιά τίς ὁλονύκτιες προσευχές του καί γενικά γιά ὅλες τίς χάρες πού εἶχε ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Θαυμασμό προκαλοῦσε καί γνώση του ἐπάνω στά ῾Ιερά Κείμενα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. ῾Ο Πατριάρχης τόν ἀνύψωσε σέ ᾿Αρχιεπίσκοπο καί μέ τόν τρόπο αὐτό κατέστη ὁ δεύτερος στήν ἱεραρχία τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο ῞Οσιος Διονύσιος παρέμεινε στή Βασιλεύουσα μέχρι τά τέλη τοῦ 1382. Τό 1381, ἀπέστειλε στή Ρωσία μέ τόν ῞Ελληνα μοναχό Μαλαχία τόν Φιλόσοφο δύο ἀντίγραφα τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς ῾Οδηγήτριας, προκειμένου νά τοποθετηθοῦν μία στό ναό τοῦ Σωτῆρος στό Νίζνϊυ Νόβγκοροντ καί ἄλλη στόν καθεδρικό ναό τῆς Σουζδαλίας.

Τήν 1η ᾿Ιανουαρίου τοῦ 1383, ὁ ῞Οσιος Διονύσιος ἦταν παρών στήν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ στάρετς Παύλου Βισόσκϊυ, πού ἦταν μαθητής του καί γιά τό χαμό τοῦ ὁποίου ἔκλαψε πολύ, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν διάφορες πηγές.

᾿Από ἐκεῖ ἐπῆγε στή Σουζδαλία καί στό Νόβγκοροντ, ἀπ᾿ ὅπου ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Αλέξιος τόν ἔστειλε στό Πσκώφ. ᾿Εκεῖ ὁ ῞Οσιος Διονύσιος ἔστειλε στούς μοναχούς τῆς μονῆς Σνετογκόρσκϊυ μία ἐπιστολή σχετικά μέ τό τυπικό τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Τό σπουδαιότερο δέ πρόβλημα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει στό Πσκώφ ὁ Διονύσιος ἦταν αἵρεση τῶν Στριγγολνίκων, οἱ ὁποῖοι, κατά τό πρότυπο τῶν Βογομόλων, ἀρνοῦνταν τήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία ὡς ἀντικανονική, ἀρνοῦνταν τά Μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας καί τό θρησκευτικό ἐνταφιασμό, ἐκτός ἀπό μία παράδοξη ὁμολογία πρός τή γῆ.

᾿Επιστρέφοντας ἀπό τό Πσκώφ, ὁ ῞Οσιος Διονύσιος εἶχε νά ἀντιμετωπίσει τό μοναχικό κίνημα ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου Ποιμένος. Προκειμένου νά τόν ἐξαναγκάσουν σέ παραίτηση, τόν ἐφυλάκισαν ἀμέσως μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Μέ τήν παρέμβαση τοῦ ῾Οσίου Διονυσίου ἀποκαταστάθηκε στό θρόνο του καί πάλι.

Τό 1383, συνοδευόμενος ἀπό τόν Θεόδωρο Σιμωνόφσκι (ἀνιψιό τοῦ ῾Οσίου Σεργίου) ἐπιστρέφει στήν Κωνσταντινούπολη ὡς πρέσβης τοῦ μεγάλου πρίγκιπος Δημητρίου καί σύμφωνα μέ τά ρωσικά χρονογραφήματα, προήχθη σέ Μητροπολίτη Κιέβου καί πάσης Ρωσίας. ῾Η ἀντικανονικότητα αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς ὁδηγεῖ κάποιους στό συμπέρασμα ὅτι ἐπρόκειτο στήν πραγματικότητα γιά μία συμφωνία, κατά τήν ὁποία ὁ ῞Οσιος Διονύσιος θά ἀνελάμβανε τή διοίκηση μέχρι τή διευθέτηση τοῦ προβλήματος πού ὑπῆρχε μεταξύ τῶν Ποιμένος καί Κυπριανοῦ πού ἦσαν διεκδικητές τοῦ μητροπολιτικοῦ θρόνου.

῾Ο ῞Οσιος Διονύσιος ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, δέν κατάφερε νά φθάσει στή Μόσχα, διότι περνώντας ἀπό τό Κίεβο συνελήφθη ἀπό τό Λιθουανό πρίγκιπα Βλαδίμηρο ᾿Ολγκέρδοβιτς καί μετά ἀπό ἕνα χρόνο ἀπομονώσεως, ἐκοιμήθηκε στίς 15 ᾿Οκτωβρίου 1385. ᾿Ενταφιάσθηκε στή Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου καί εἶχε ξεκινήσει τό μοναχικό του βίο.

Τά ἱερά λείψανα τοῦ ῾Οσίου ἐχάθησαν μεταξύ τοῦ 1638 καί 1686. ῎Εχει τή φήμη τοῦ θαυματουργοῦ καί τό ὄνομά του εἶναι καταγεγραμμένο στή λίστα ὅλων τῶν ῾Αγίων τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου. Στό Συνοδικό τῆς μονῆς τῆς ᾿Αναλήψεως μνήμη τοῦ ῾Οσίου ἑορτάζεται στίς 26 ᾿Ιουνίου, ἀλλά καί στίς 15 ᾿Οκτωβρίου, μέρα τῆς κοιμήσεώς του.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή