3 Ιουνίου γιορτάζουν…

by Times Newsroom 1
  • Άγιος Λουκιλλιανός, Παύλη και τα νήπια Κλαύδιος, Υπάτιος, Παύλος και Διονύσιος
  • Όσιος Αθανάσιος ο θαυματουργός
  • Οσία Ιέρεια
  • Όσιος Πάππος
  • Άγιος Ιωσήφ Ιερομάρτυς Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
  • Άγιος Δωρόθεος Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως, ο Πρώιος
  • Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Δέρκων
  • Άγιος Κέβιν ο εξ Ιρλανδίας
  • Μετακομιδή του Ιερού λειψάνου του Αγίου Δημήτριου του Μοσχοβίτη του Θαυματουργού
  • Άγιος Αχιλλάς Επίσκοπος Αλεξανδρείας
  • Άγιοι Περγεντίνος και Λαυρεντίνος οι Μάρτυρες οι αυτάδελφοι
  • Άγιος Καικίλιος διδάσκαλος του Αγίου Κυπριανού
  • Άγιος Ιλάριος Επίσκοπος Καρκασσόν της Τουλούζης
  • Αγία Γλοτίλδη η εκ Γαλλίας
  • Όσιος Λιφάρδος ο εν Ορλεάνη
  • Όσιος Ουρβίκιος
  • Όσιος Κρονανός o εξ Ιρλανδίας
  • Άγιος Γενέσιος Επίσκοπος Κλερμόντ
  • Άγιος Ισαάκ ο εξ Ισπανίας

************************************************************************************************************

  • Άγιος Λουκιλλιανός, Παύλη και τα νήπια Κλαύδιος, Υπάτιος, Παύλος και Διονύσιος

Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν». Δηλαδή, εκείνα που είναι αδύνατο να γίνουν με την ασθενική δύναμη και λογική του ανθρώπου, αυτά είναι κατορθωτά και δυνατά από το Θεό. Πράγματι, ποιος θα περίμενε από έναν άνθρωπο που πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή μέσα στην ειδωλολατρία, της οποίας, μάλιστα, ήταν και ιερέας, να γίνει χριστιανός; Κι όμως. Αυτό συνέβη με το γέροντα ιερέα ειδωλολάτρη Λουκιλλιανό, που έζησε στα χρόνια του βασιλιά Αυρηλιανού το 270 μ.Χ.

Όταν,λοιπόν ο Λουκιλλιανός, άκουσε για πρώτη φορά χριστιανικό κήρυγμα στην πατρίδα του Νικομήδεια, η θεία χάρη δημιούργησε μέσα του πραγματικό σεισμό. Γκρεμίστηκαν σαν χάρτινοι πύργοι οι ειδωλολατρικές του πεποιθήσεις, που τόσο βαθιά ήταν ριζωμένες στην ψυχή του. Τα γεροντικά του μάτια άνοιξαν και με νεανική ζωηρότητα διακήρυξε την πίστη του στο Χριστό. Προσπάθησε, μάλιστα, να φέρει με το κήρυγμα του και άλλες ψυχές σ’ Αυτόν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον κόμη Λιβάνια. Με θάρρος ο Λουκιλλιανός ομολόγησε μπροστά του το Χριστό. Τότε ο κόμης, πιεζόμενος και από τους ειδωλολάτρες ιερείς, που θεώρησαν το Λουκιλλιανό λιποτάκτη της θρησκείας τους, διέταξε και τον βασάνισαν. Έπειτα τον έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά δυνατή βροχή έσβησε τη φωτιά. Τότε τον έστειλαν στο Βυζάντιο, όπου ο Λουκιλλιανός αξιώθηκε να μαρτυρήσει με σταυρικό θάνατο.

Στη φυλακή μέσα ο Άγιος Λουκιλλιανός βρήκε τέσσερα παιδιά, τον Κλαύδιο, τον Υπάτιο, τον Παύλο και τον Διονύσιο, που για τον ίδιο λόγο ήταν φυλακισμένα και κατόπιν αποκεφαλίστηκαν. Μετά τον θάνατο και του Αγίου, η παρθένος Παύλη, πήρε τα Ιερά του λείψανα και τα ενταφίασε. Τότε όμως, συνελήφθη και αυτή, βασανίζεται σκληρά και στο τέλος αποκεφαλίζεται.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Ὡς ἄστρον φαεινόν, ἐκ νυκτὸς τῆς ἀπάτης, ὦ Λουκιλλιανέ, εὐσεβῶς ἀναλάμψας νομίμως ἠγώνισαι καὶ τὸν δόλιον ἔκτεινας· ὅθεν πρέσβευε σὺν τῇ θεόφρονι Παύλῃ καὶ τοῖς τέσσαρσι παισὶ Χριστῷ, ἀθλοφόρε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Τοὺς μάρτυρας Χριστοῦ, ἱκετεύσωμεν πάντες, αὐτοὶ γὰρ τὴν ἡμῶν, σωτηρίαν αἰτοῦνται, καὶ πόθῳ προσέλθωμεν, πρὸς αὐτοὺς μετὰ πίστεως, οὖτοι βρύουσι τῶν ἰαμάτων τὴν χάριν, οὖτοι φάλαγγας, ἀποσοβοῦσι δαιμόνων, ὡς φύλακες τῆς πίστεως.

  • Όσιος Αθανάσιος ο θαυματουργός 

Από νεαρή ακόμα ηλικία ο Αθανάσιος, αφιερώθηκε ολόψυχα στην υπηρεσία του Ευαγγελίου, κηρύττοντας και πράττοντας αυτό. Έτσι ο Θεός, του έδωσε τη δύναμη να θεραπεύει ασθένειες του σώματος και του πνεύματος. Οι προσευχές του σε πολλούς έδιναν την υγεία, και γι’ αυτό το σκοπό πολλοί έτρεχαν κοντά του ή τον προσκαλούσαν στα σπίτια τους.
Μετά από καιρό, θέλησε να συναναστραφεί με τους άνδρες της μοναστηριακής ζωής. Πήγε λοιπόν σε κάποιο μοναστήρι, κοντά στον ποταμό Σάγαρι, που ηγούμενος του ήταν κάποιος πρώην συγκλητικός. Αλλά στο μοναστήρι αυτό είχαν περάσει κοσμικά πάθη. Ο Αθανάσιος λοιπόν, με παράκληση του ηγουμένου, δέχτηκε να εργαστεί για τη διόρθωση των ατίθασων μοναχών. Οι προσπάθειες του, είχαν καταπληκτική επιτυχία. Ο θερμός λόγος του, το άμεμπτο παράδειγμα του, οι αδελφικές του παρακλήσεις, οι ολονύκτιες δεήσεις του προς τον Θεό, επέφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα. Και έτσι, στις πριν ακατέργαστες και σκληρές ψυχές, μπήκε η κατάνυξη και η αγιότητα.
Κατόπιν ο Αθανάσιος πήγε στο μοναστήρι του Τραϊανού, όπου και έμεινε σαν Ιερέας. Εκεί φιλοτεχνούσε θρησκευτικά συγγράμματα, που τα πουλούσε, και τα χρήματα διέθετε για τους φτωχούς. Πέθανε ειρηνικά σε βαθιά γεράματα.

  • Οσία Ιέρεια 

Δυστυχώς για τους μελετητές του Βίου της Αγίας Ιερείας (ή Ιερίας) δεν υπάρχει συναξαριακό υπόμνημα. Από το Συναξάριο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως (10ος μ.Χ. αι.) και μέχρι τις σύγχρονες εκδόσεις συναξαριστών γνωρίζομε ότι ετελειώθη εν ειρήνη και ότι η μνήμη της ορίζεται να τιμάται στις 3 Ιουνίου εκάστου έτους.
Μοναδικό κατάλοιπο αναφοράς στο πρόσωπο της είναι το δίστιχο του Μηνολογίου:
«Ούσα φρονουσών του μέρους Ιερεία, νυμφώνος ουκ έμεινας έξω Κυρίου».
Τα περισσότερα στοιχεία λαμβάνομε από τον βίο της Αγίας όσιοπαρθενομάρτυρος και πολυάθλου Φεβρωνίας (βλέπε 25 Ιουνίου). Από αυτό τον βίο αντλούμε περί της Αγίας Ιερείας τις εξής πληροφορίες:
Στην Νίσιβη της Μεσοποταμίας ευρίσκετο επί της βασιλείας του Διοκλητιανού Κοινοβιακός Παρθενώνας με πενήντα μονάστριες υπό την Ηγουμένη Βρυαίνη (βλέπε 30 Αυγούστου). Εκεί ησκείτο και η ανεψιά της, η πανέμορφη και ενάρετη Φεβρωνία, η οποία ήταν τότε είκοσι ετών. Κάποτε επεσκέφθη τον Παρθενώνα η ευγενούς καταγωγής ειδωλολάτρισσα νέα, η Ιερεία, και εζήτησε να μιλήσει με την ονομαστή Φεβρωνία. Η συζήτηση γέννησε κατάνυξη στην ψυχή της Ιερείας ώστε να μείνη άγρυπνη όλη νύχτα χύνοντας ποταμούς δακρύων. Επιστρέφοντας στο σπίτι της, διηγήθηκε στους δικούς της τα της Φεβρωνίας και πρότεινε να ακολουθήσουν οικογενειακώς τον χριστιανισμό.
Όταν ο Ρωμαίος έπαρχος Σελήνος επέδραμε εναντίον του Παρθενώνος της Βρυαίνης, οι μονάστριες διελύθησαν ενώ κοντά της έμειναν μόνον η Φεβρωνία και η Θωμαίς. Η αμετάθετη γνώμη της Φεβρωνίας στις αρχές του Χριστιανισμού και του μοναχισμού ήταν αιτία να οδηγηθή σε φρικτά μαρτύρια. Η Ιερεία κατ’ εκείνη την στιγμή ήταν παρούσα και έβλεπε από κοντά το αιματηρό πάθος της Φεβρωνίας. Η ευαίσθητη καρδία της δεν άντεξε· διαμαρτυρήθηκε με κραυγές και υπερασπίσθηκε την Αγία Φεβρωνία. Μάταια όμως πάσχιζε· ο Σελήνος με μεγαλύτερη ωμότητα έδωσε εντολή να κατακοπή το σώμα της Μάρτυρος μεληδόν και στο τέλος να αποκεφαλισθήκε.
Ο ανεψιός του Σελήνου, Λυσίμαχος, μετέφερε τα λείψανά της στον Παρθενώνα όπου η Ηγουμένη και οι μοναχές (που επέστρεψαν πλέον στην άσκησή τους) τα δέχθηκαν θρηνώντας. Το άδικο μαρτύριο της Φεβρωνίας γιγάντωσε την πίστη της Ιερείας η οποία έσπευσε να βαπτισθεί οικογενειακώς και εν συνεχεία εκάρη μοναχή στον Παρθενώνα της Βρυαίνης (+30 Αυγούστου) όπου και ετελειώθη εν ειρήνη πλάι στα θαυματουργά άγια λείψανα της πολυφίλητης αδελφής και πνευματικής της χειραγωγού, όσιοπαρθενομάρτυρος Φεβρωνίας.
Δύο αναφορές στο πρόσωπο της Αγίας Ιερείας βρήσκουμε σε υμνολογικά κείμενα:
1) Σε παλαιότερη αναφορά:
Στο βιβλίο «Τριώδιον» της Εκκλησίας μας, στον Όρθρο του Σαββάτου της Τυρινής. Αμέσως μετά το «Συναξάριον» στην ζ’ ωδή στον Κανόνα των Αγίων Πατέρων που είναι γραμμένος σε ήχο πλ. δ’ γίνεται αναφορά στις Όσιες Γυναίκες. Στο β’ τροπάριο που είρεται στο «Ο τους Παίδας δροσίσας…», διαβάζομε: «Η χριστοφόρος Βρυαίνη, συν την θεία Φεβρωνία τιμάσθω, και Θωμαίδι, και Ιερεία, και Πλατωνίς δε άδεται, συν αυταίς και Μελανθία πιστώς».
Έχουμε λοιπόν αναφορά όλων των Αγίων Γυναικών που αναφέρονται στον βίο της Αγίας Ιερείας.
2) Σε νεώτερη αναφορά:
Στην «Ακολουθία των Οσίων Γυναικών πασών των εν ασκήσει λαμψασών μετά του βίου και των εικοσιτεσσάρων εις αυτάς οίκων», που συνέθεσε ο Όσιος Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης εν έτει 1968 μ.Χ., εγκρίθηκε από την Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 7 Νοεμβρίου 1968 μ.Χ., τυπώθηκε με δαπάνη της Ιεράς Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Λυκοβρύσεως Αττικής και ψάλλεται το Σαββάτο της Δ’ Εβδομάδος των Νηστειών.
α. Στον κανόνα του Όρθρου, στην στ’ ωδή, σε ήχο πλ. δ’ κατά το «Ίλάσθητί μοι Σωτήρ» διαβάζομε: «Ιούστης την βιοτήν, και Ισιδώρας την άσκησαν, και Ιερείας σεμνής την θείαν λαμπρότητα, Ιουλιανής ομού, τους στερρούς αγώνας, μακαρίσωμεν γηθόμενοι».
β. Στο Συναξάριο διαβάζομε:
Τη αυτή ήμερα μνήμη της Όσιας Μητρός ημών Ιερείας. Στίχοι. Ιερείον έμψυχον Θεώ προσήχθης, Ιερεία πάνσεμνε τη ση ασκήσει.
γ. Στο δε επισυναπτόμενο συναξαριακό υπόμνημα διαβάζομε:
«Ιούστα δε και Ιουλίττα και Ιερεία και Ισιδώρα και Ιουλιανή η παρθένος διά λαμπράς ασκητικής πολιτείας τω Θεώ ευηρέστησαν, κατά διαφόρους χρόνους το της αρετής διανύσασαι στάδιον. Και η μεν Ιούστα τιμάται τη κστ’ Απριλίου, η Ιουλίττα τη ιδ’ Ιουνίου, η δε Ιερεία τη γ’ Ιουνίου και τέλος η Ισιδώρα τη α’ Μαΐου».
δ. Στους Χαιρετισμούς των Όσιων Γυναικών στο γράμμα «Ο» διαβάζομε:
«Χαίρε Ιουλίττα Όσια πανένδοξε, Χαίρε Ιερεία Άγιων συμμέτοχε».

Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
(υπό Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου.)
Θείου Πνεύματος τας ενεργείας, ως ζωήρρυτον πυρ δεξαμενή, Ιερεία τη λαμπρά πολιτεία σου, διαθερμαίνεις ημών την διάνοιαν, και διαλύεις κακίας τον σύνδεσμον· μήτερ ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν Ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Κοντάκιον
Ήχος β΄. Τοις των αιμάτων σου.
(υπό Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου.)
Ταις επομβρίαις οσία των πόνων σου, κατασβεννύεις παθών υπεκαύματα και καταρδεύεις ημών την διάνοιαν, προς αληθή ευκαρπίαν· διό σε Ιερεία γεραίρομεν.

Μεγαλυνάριον
(υπό Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου.)
Βίον υπελθούσα αγγελικόν, της υπερκοσμίου ηξιώθης μαρμαρυγής, Ιερεία μήτερ την δόξαν καθορώσα, του δια σου άτρωτους ημάς φυλάττοντος.

  • Όσιος Πάππος

Ο Όσιος Πάππος απεβίωσε ειρηνικά. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Οσίου.

Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Ιωσήφ Ιερομάρτυς Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

  • Άγιος Ιωσήφ Ιερομάρτυς Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης 

Ο Ιωσήφ, καταγόμενος από τη Δημητσάνα της Πελοποννήσου, διετέλεσε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κατά τη δύσκολη περίοδο της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα κατά τους χρόνους πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως, κατά την έναρξη της οποίας συνελήφθη από τους Τούρκους και θανατώθηκε· γι’ αυτό και θεωρείται ως εθνομάρτυς. Αν και δεν υπάρχει επίσημη πράξη ανακηρύξεως της αγιότητάς του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επειδή, όπως είναι φυσικό, κάτι τέτοιο θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις από μέρους της Τουρκικής κυβερνήσεως, εν τούτοις κρίθηκε σκόπιμο να περιληφθεί και ο μητροπολίτης Ιωσήφ στο Αγιολόγιο της Θεσσαλονίκης, αφού έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του χριστιανικού πληρώματος όχι μόνο ως εθνομάρτυς, αλλά και ως ιερομάρτυς.

Την προσωπικότητα του Ιωσήφ ανασυνθέτουμε από σποραδικές ειδήσεις που υπάρχουν περί του προσώπου του, εφ’ όσον δεν διαθέτουμε κάποια πλήρη βιογραφία του. Κυρίως οι πληροφορίες που διαθέτουμε προέρχονται από τις δύο περιόδους κατά τις οποίες διετέλεσε συνοδικός αρχιερέας στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Κατ’ αυτές τις περιόδους λοιπόν συναντούμε την υπογραφή του Ιωσήφ σε πολλά σπουδαία συνοδικά έγγραφα.

Ο Ιωσήφ καταγόταν από τη Δημητσάνα, η οποία ανέδειξε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας αξιόλογους άνδρες, που εργάστηκαν τόσο στο χώρο της Εκκλησίας όσο και για την απελευθέρωση του Εθνους. Από τη Δημητσάνα άλλωστε καταγόταν και ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ (βλέπε 10 Απριλίου), με τον οποίο ο Ιωσήφ πρέπει να ήταν συνομήλικος ή ίσως και λίγο νεώτερός του. Ο Ιωσήφ προερχόταν από τη γνωστή οικογένεια των Αντωνόπουλων, η οποία προσέφερε πολλά στον αγώνα του 1821. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η άποψη ότι έφερε το επώνυμο Δαλιβήρης, ώσπου δημοσιεύτηκαν τα Απομνημονεύματα του Κανέλου Δεληγιάννη, όπου, αναφερόμενος ο Κανέλος στο γεγονός της ιδρύσεως πυριτιδόμυλων στη Δημητσάνα, λέγει ότι στην προσπάθεια αυτή των δύο αδελφών, του Νικολάου και του Σπυρίδωνα Σπηλιωτοπούλου συνέβαλε σημαντικά και ο προκριτώτερος της πόλεως «᾿Αθανάσιος ᾿Αντωνόπουλος, ἀδελφὸς τοῦ ᾿Ιωσὴφ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ὅστις ἐφονεύθη ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου Γρηγορίου, τοῦ Δέρκων, ᾿Εφέσου καὶ ἄλλων ἀρχιερέων…».

Την πρώτη μόρφωσή του ο Ιωσήφ πιθανώτατα την έλαβε στη γενέτειρά του, όπου άλλωστε και πριν τη σύσταση της γνωστής Ελληνικῆς Σχολής λειτουργούσε ανεπίσημα σχολείο. Άγνωστος παραμένει ο τόπος όπου συνέχισε τις σπουδές του· πιθανότατα μετέβη στη Σμύρνη, όπου συνήθιζαν να καταφεύγουν πολλοί από την πατρίδα του, όπως π.χ. ο Γρηγόριος ο Ε’, αλλά και οι ιδρυτές της Σχολής της Δημητσάνας. Ενας άλλος τόπος που προσέλκυε πολλούς νέους προερχόμενους από τη Δημητσάνα ήταν η Κωνσταντινούπολη, όπου διέμεναν πολλοί πλούσιοι έμποροι καταγόμενοι από αυτή. Αλλά και το Άγιο Όρος αποτελούσε έναν σημαντικό πόλο έλξης. Σε κάποιον λοιπόν από αυτούς τους χώρους ο Ιωσήφ συμπλήρωσε τη μόρφωσή του, για την οποία άλλωστε ο μοναχός Χριστόφορος ο Προδρομίτης σημειώνει: «ἱκανὴν παίδευσιν, τήν τε θύραθεν καὶ μάλιστα τῶν καθ᾿ ἡμᾆς παιδευμάτων“ικανήν παίδευσιν, την τε θύραθεν και μάλιστα των καθ ἡμᾆς παιδευμάτων».

Αργότερα, όταν ο Γρηγόριος ο Ε’ ανέρχεται στον πατριαρχικό θρόνο, συναντούμε τον Ιωσήφ αρχιδιάκονο του μητροπολίτη Εφέσου. Στη συνέχεια γίνεται Μ. Πρωτοσύγκελλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ από τις 20 Αυγούστου του 1787 μ.Χ. εξελέγη μητροπολίτης Δράμας. Μεταξύ της γενέτειράς του και της εκκλησιαστικής του επαρχίας υπήρχε ένας μυστικός στενός σύνδεσμος, αφού πολλοί από τους συμπατριώτες του είχαν περάσει από τη Δράμα, όπως π.χ. ο Διονύσιος ο Α’, ο οποίος θεωρείται δεύτερος κτίτωρ της μονής της Εικοσιφοινίσσης, ο Γρηγόριος ο Ε’, ο οποίος κατέφυγε στην ίδια μονή, ο μητροπολίτης Δράμας Αθανάσιος (1593 – 1608 μ.Χ.), αλλά και πολλοί άλλοι.

Στο εξώφυλλο μιας χειρόγραφης λειτουργίας του 1736 μ.Χ. βρίσκουμε μία ιδιόγραφη σημείωση του Ιωσήφ, που φέρεται ότι είναι γραμμένη το Μάρτιο του έτους 1800 μ.Χ. Στη σημείωση αυτή αναφέρονται τα ονόματα όλων των προκατόχων του Ιωσήφ, ο οποίος φαίνεται ότι προβαίνει σ’ αυτή την ενέργεια από σεβασμό στη μνήμη όλων όσων αρχιεράτευσαν νωρίτερα στην ίδια μητρόπολη και ιδιαίτερα των συμπατριωτών του.

Ο Ιωσήφ διακρινόταν ιδιαίτερα για την μόρφωσή του, την ευσέβεια και την εργατικότητά του. Συνέβαλε μάλιστα οικονομικά στην έκδοση διαφόρων έργων, όπως π.χ. της «Επιτομῆς χρονολογικῆς τῆς Γενικῆς ῾Ιστορίας, ἐκ τῆς Γαλλικῆς εἰς τὴν ἡμετέραν μετενεχθείσης διάλεκτον μετὰ πλείστων σημειώσεων ἐπαυξηθείσης ὑπὸ τοῦ φιλογενοῦς Λάμπρου ᾿Αντωνιάδου, τοῦ ἐκ Μοισίας» και της «Γεωγραφίας» του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, η οποία εκδίδεται για πρώτη φορά το 1818 μ.Χ. Επίσης προέτρεψε τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (βλέπε 14 Ιουλίου) στη σύνταξη του Συναξαριστού, ενός έργου την έκδοση του οποίου είχε υποσχεθεί να χρηματοδοτήσει. Πράγματι, μετά το θάνατο του Νικοδήμου, το 1819 μ.Χ., ο Ιωσήφ εκπλήρωσε την υπόσχεσή του, επιθυμώντας μόνο να παραμείνει μυστική η προσφορά του. Τέλος, ενίσχυσε οικονομικά και τη Σχολή της γενέτειράς του.

Από το φθινόπωρο πιθανότατα του 1808 – 1809 μ.Χ. ο Ιωσήφ μετείχε στην Πατριαρχική Σύνοδο ως μητροπολίτης Δράμας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συναντούμε την υπογραφή του σε διάφορα συνοδικά έγγραφα μεταξύ των οποίων και στο έντυπο σιγίλλιο του πατριάρχου Καλλινίκου Ε’ το 1809 μ.Χ., που συνιστά υποταγή στην οθωμανική εξουσία τόσο στους μητροπολίτες όσο και στους χριστιανούς.

Κατά το Νοέμβριο του 1810 μ.Χ. ο Ιωσήφ μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη για να διαδεχθεί τον αποθανόντα Γεράσιμο. Η μητρόπολη της Δράμας ήταν μία πτωχή εκκλησιαστική περιφέρεια σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη· έτσι η προαγωγή αυτή αποτελούσε μια πράξη αναγνωρίσεως της προσφοράς του Ιωσήφ.

Από την περίοδο της ποιμαντορίας του στη Θεσσαλονίκη διασώζεται μία ενθύμηση σ’ ένα χειρόγραφο του ΙΕ’ – ΙΣΤ’ αι., που αναφέρεται σε κάποια επίσκεψή του στη μονή Βλατάδων. Σημειώνεται λοιπόν πως «αωιβ’ (1812) Φεβρουαρίῳ β’ ἦλθεν ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης κῦρ ᾿Ιωσήφ. ῾Ο γράψας σύγκελλος ῎Ανθιμος».

Αργότερα, το 1815 μ.Χ., σε κώδικα του 1789 μ.Χ. που ανήκε στον ιερό ναό της Παναγούδας, βρίσκουμε μία σημείωση που αναφέρει ότι εθεωρήθη ο λογαριασμός του επιτρόπου Γ. Πάϊκου κατά τον Ιούνιο του 1815 μ.Χ. ενώπιον του αρχιερέως· στο τέλος υπάρχει υπογραφή του μητροπολίτη «οὕτως † ὁ Θεσ­σαλονίκης ᾿Ιωσὴφ ὑποβεβαιοῖ».

Κατά τα έτη 1819 – 1821 μ.Χ., ο Ιωσήφ μετείχε και πάλι στην Πατριαρχική Σύνοδο, αυτή τη φορά βέβαια ως μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ετσι συναντούμε την υπογραφή του σε αρκετά συνοδικά έγγραφα και γράμματα, όπως στην εγκύκλιο του 1820 μ.Χ., την οποία απευθύνει ο Γρηγόριος ο Ε’ προς το μητροπολίτη, τους επισκόπους και το λαό της Θεσσαλονίκης, με σκοπό να μην παρασυρθούν από το κίνημα του Αλή, αλλά να παραμείνουν πιστοί στο Σουλτάνο. Επίσης, το 1821 μ.Χ. ο Ιωσήφ ως συνοδικός υπογράφει και την αφοριστική επιστολή των πρωταγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνος. Αυτές οι ενέργειες του Ιωσήφ δεν πρέπει, όπως έχει αποδειχθεί από την ιστορική έρευνα, να εκληφθούν ως προδοτικές, αλλά να ερμηνευθούν σε συνδυασμό με το όλο κλίμα της περιόδου και κυρίως με το δύσκολο ρόλο που είχε αναλάβει το πατριαρχείο ως προστάτης του χριστιανικού πληθυσμού.

Μετά την έκρηξη της επανάστασης στις παραδουνάβιες περιοχές, ο πατριάρχης διατάχθηκε δια φιρμανίου στις 9 Μαρτίου να στείλει στην Πύλη κάποιους από τους προκρίτους αρχιερείς. Ισως όμως αυτό να συνέβη όταν γνωστοποιήθηκε στο Σουλτάνο η εξέγερση της Πελοποννήσου, οπότε και του ζητήθηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, διαφορετικά θα όφειλε να θέσει και τον εαυτό του στην ομάδα των αποσταλέντων αρχιερέων στην Πύλη.

Μάλιστα οι συλλήψεις των αρχιερέων πρέπει να έγιναν σταδιακά· πρώτος πρέπει να συνελήφθη και να φυλακίσθηκε ο Εφέσου Διονύσιος, αφού δεν συναντούμε την υπογραφή του σε κανένα από τα πατριαρχικά έγγραφα που αποκηρύσσουν το κίνημα. Μετά ακολούθησαν ο Νικομηδείας Αθανάσιος και ο Αγχιάλου Ευγένιος που θανατώθηκαν μαζί με τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε¢. Μετά την 10η Απριλίου ή κατ’ αυτήν συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν στο Φούρνο του Μποσταντζήμπαση ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος και ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ. Η φυλάκιση των αρχιερέων διήρκεσε για αρκετό χρονικό διάστημα. Στις 27 Μαΐου, όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε την πυρπόληση του τουρκικού δικρότου στη Λέσβο διέταξε προς αντεκδίκηση τη θανάτωση των φυλακισμένων. Ετσι, στις 3 Ιουνίου τα θύματα μαζί με το δήμιό τους μεταφέρθηκαν στην ευρωπαϊκή παραλία του Βοσπόρου για να εκτελεσθούν. Πρώτος απαγχονίσθηκε ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος στο Αρναούτκιοϊ, μετά ο Αδριανουπόλεως στο Μεγάλο Ρεύμα, τρίτος ο Ιωσήφ στο Νεοχώρι και τέλος ο Δέρκων στα Θεραπειά. Η παράδοση διατηρεί κάποιες λεπτομέρειες αναφερόμενες στο τέλος των μητροπολιτών, οι οποίες όμως πιθανότατα πηγάζουν από τη φαντασία και το θαυμασμό των απλών χριστιανών.
Μετά το θάνατο του Ιωσήφ η περιουσία του δημεύθηκε και έτσι στερήθηκε και η Σχολή της πατρίδας του την οικονομική ενίσχυση που δεχόταν από αυτόν. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους στο μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης μετατέθηκε ο Αίνου Ματθαίος, ο οποίος παρέμεινε μέχρι το 1824 μ.Χ.

  • Άγιος Δωρόθεος Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως, ο Πρώιος 

Ο Άγιος Δωρόθεος ήταν εθνομάρτυρας και από τους σπουδαιότερους λόγιους ιεράρχες του 19ου αιώνα μ.Χ. Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας (1805 – 1813 μ.Χ.) και Αδριανουπολεως (1813 – 1821 μ.Χ.).

Γεννήθηκε στη Χίο, όπου και έμαθε τα εγκύκλιο γράμματα. Κατόπιν φοίτησε στην Πατμιάδα Σχολή, όπου χρημάτισε μαθητής του Δανιήλ Κεραμέα. Συνδέθηκε φιλικά με τον Βενιαμίν Λεσβίο, όπως δείχνει η αλληλογραφία τους. Η φιλία τους έμεινε αδιατάρακτη, γιατί είχαν κοινά ενδιαφέροντα, ως φίλοι της παιδείας και του γένους.

Το 1786 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος και αναχώρησε για ευρύτερες σπουδές στην Ιταλία και Γαλλία. Τον Σεπτέμβριο του 1793 μ.Χ. διορίστηκε διδάσκαλος στη Σχολή της Χίου, όπου δίδαξε τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, με διευθυντή τον Αθανάσιο Πάριο. Το 1796 μ.Χ. όμως εγκατέλειψε τη θέση αυτή, για να αναλάβει τη διδασκαλία των παιδιών του Κωνσταντίνου Χαντζερή, δραγομάνου του τουρκικού στόλου, και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη (1797 μ.Χ.). Όταν ο Χαντζερής διορίστηκε ηγεμόνας στη Βλαχία, ο Δωρόθεος τον ακολούθησε, παίρνοντας για βοηθό του εκεί τον μαθητή του Νεόφυτο Βάμβα.

Μετά τον αποκεφαλισμό του Χαντζερή από τους Τούρκους, ο Δωρόθεος αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη (1799 μ.Χ.). Το πατριαρχείο τον ονόμασε ιεροκήρυκα της Μεγάλης Εκκλησίας, προχειρίζοντάς τον σε Αρχιμανδρίτη.

Όταν ο Δημήτριος Μουρούζης ίδρυσε τη Σχολή του Γένους στο Κουρουτσεσμέ (Ξηροκρήνη), το 1804 μ.Χ., η διεύθυνσή της ανατέθηκε στον Δωρόθεο. Παρέμεινε στη διεύθυνση της σχολής μέχρι το 1807 μ.Χ., ενώ στο μεταξύ είχε εκλεγεί μητροπολίτης Φιλαδέλφειας.

Δίδαξε τη φυσική, τα μαθηματικά, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και τη λογική. Από έγγραφα τους και τα χειρόγραφα βοηθήματα, με τα όποια εφοδίαζε τους μαθητές του, φαίνεται η άρτια συγκρότηση και η διοικητική ικανότητά του κατά τη σχολαρχία του. Δεν περιοριζόταν μόνο στα διοικητικά και διδακτικά καθήκοντά του, αλλά επιδόθηκε και σε άλλα, ωφελιμότερα για το γένος έργα. Τέτοιο είναι η σύνταξη του μεγάλου λεξικού της ελληνικής γλώσσας, με τον τίτλο «Κιβωτός», που το ενίσχυαν ηθικά και οικονομικά οι Ζωσιμάδες. Συνεργάτες του Δωροθέου στο έργο αυτό ήταν ο Ν. Βάμβας και ο Νικ. Λογάδης. Ο πρώτος τόμος του λεξικού εκδόθηκε το 1819 μ.Χ. Ως σχολάρχης ο Δωρόθεος αλληλογραφούσε με επιφανείς Έλληνες, ζητώντας τη συμπαράσταση τους στη λειτουργία της σχολής.

Το 1807 μ.Χ. άφησε ως διάδοχό του στη σχολή τον Πανταλέονα Φραγκιάδη (μετέπειτα Πλάτωνα, μητροπολίτη Χίου) και εγκαταστάθηκε στη Φιλαδέλφεια, την έδρα της μητρόπολης του.

Το 1813 μ.Χ. μετατέθηκε στη μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Προσπάθησε να ιδρύσει στην πόλη Ιερατική σχολή, χωρίς όμως επιτυχία. Οργάνωσε πάντως σχολείο και βιβλιοθήκη με τη συνεργασία του Αδριανουπολίτη Γ. Σακελλαρίου, ο όποιος ήταν από τους πλουσιότερους εμπόρους της Αυστρίας. Σχολάρχης, διορίστηκε ο Στέφανος Καραθεοδωρής, δίδασκε όμως και ο Δωρόθεος θεολογία, φιλοσοφία και επιστήμες.

Το 1820 μ.Χ. κλήθηκε ως συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ένα έτος μετά (Απρίλιος 1821 μ.Χ.) συνελήφθη από τους Τούρκους, μαζί με τον οικουμενικό πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, και άλλους αρχιερείς και επιφανείς λαϊκούς και απαγχονίστηκε στο Μέγα Ρεύμα.

Ο Δωρόθεος ανήκει στους μεγάλους διδασκάλους του γένους κατά τη φθίνουσα τουρκοκρατία και συνέβαλε στον ελληνοκεντρικό διαφωτισμό του, στη μύηση δηλαδή στις επιστήμες, αλλά μέσα στα πλαίσια της παράδοσης του. Σπουδαία βοήθεια προσέφερε με τα συγγράμματά του, παρόλο που δεν επιχείρησε δημοσίευση επιστημονικών μελετών, αλλά περιορίστηκε στη σύναξη βοηθημάτων για τους μαθητές του. Τα πολλά όμως αντίγραφά τους, που σώζονται σε διάφορες βιβλιοθήκες, βεβαιώνουν το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε πολύ πλατιά η αξία του ως διδασκάλου. Τα σωζόμενα χειρόγραφα περιλαμβάνουν αριθμητική, γεωμετρία, άλγεβρα και τη Λογική του Γενουηνσίου. Κατά πληροφορία του C. Iken (Leucothea, Ι. Λειψία 1825, σ. 240/241) ο Δωρόθεος συνέγραψε Εκκλησιαστική Ιστορία, που όμως δεν εκδόθηκε ποτέ. Επιμελήθηκε την α’ έκδοση του πηδαλίου του Αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου (1800 μ.Χ.).

  • Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Δέρκων

Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στο χωριό Ζουμπάντα της Αχαΐας και σπούδασε στη Δημητσάνα, στο Ναύπλιο και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Η μόρφωση και το ήθος του Γρηγορίου είλκυσαν την εκτίμηση του Οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου Β’ (1774 – 1780 μ.Χ.), ο όποιος τον Φεβρουάριο του 1777 μ.Χ. τον χειροτόνησε μητροπολίτη Λακεδαιμόνιας σε διαδοχή του άλλου εθνομάρτυρα μητροπολίτη Ανανία Λαμπάρδη (1750 – 1767 μ.Χ.).
Το 1790 μ.Χ. κατόρθωσε να διαφύγει τη σύλληψη από τον πασά της Τριπόλεως και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Μη δυνάμενος να επανέλθει στη Λακεδαίμονα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον μετέθεσε στη μητρόπολη Βιδύνης (1791 – 1801 μ.Χ.). Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον Πασβάνογλου, ο όποιος το 1797 μ.Χ. αποστάτησε κατά του σουλτάνου.
Επί της πατριαρχίας Καλλινίκου Ε’ (α’ 1801 – 1806 μ.Χ. ,β’ 1808 – 1809 μ.Χ.) ο Γρηγόριος μετατέθηκε στη μητρόπολη Δέρκων.
Υπήρξε από τους πρώτους Φιλικούς και προσέφερε πολλές και μεγάλες υπηρεσίες στην Εκκλησία και στο Έθνος. Μετά την εισβολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία (9 Μαρτίου 1821 μ.Χ.), ο Γρηγόριος φυλακίστηκε μαζί με τους μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Τιρνάβου Ιωαννίκιο και Αδριανουπόλεως Δωρόθεο. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο (23-25 Μαρτίου 1821 μ.Χ.) και τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν, διατάχθηκε η θανάτωση των φυλακισμένων Ιεραρχών οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Τιρνάβου Ιωαννίκιος και Αδριανουπόλεως Δωρόθεος απαγχονίστηκαν στο Αρναούτκιο, ενώ για τον Γρηγόριο η αγχόνη είχε στηθεί στην αυλή του σπιτιού του στα Θεραπεία της Κωνσταντινούπολης. Ο Γρηγόριος προσευχήθηκε, ευλόγησε τη θηλειά της αγχόνης του και την πέρασε στον τράχηλο του, έκαμε το σημείο του Σταυρού και έτσι τελείωσε την επίγεια ζωή του ο μάρτυρας αυτός του Χριστού και του Γένους, ο Μέγας Δέρκων Γρηγόριος, την 3η Ιουνίου 1821 μ.Χ.

  • Άγιος Κέβιν ο εξ Ιρλανδίας 

Ο Άγιος Κέβιν (Kevin) καταγόταν από ευγενή οικογένεια και μορφώθηκε κοντά σε διακεκριμένους μοναχούς της Ιρλανδίας. Όταν ενηλικιώθηκε, ίδρυσε μονή στην περιοχή των Δύο Λιμνών. Ήταν τόση φήμη της αγιότητος του βίου του, ώστε γύρω από αυτόν συγκεντρώθηκαν πολλοί μοναχοί και η περιοχή εκείνη εξελίχθηκε σε πόλη. Χειροτονηθείς Επίσκοπος έκτισε κοντά στη μονή τον καθεδρικό αυτού ναό. Ο Άγιος Κέβιν κοιμήθηκε με ειρήνη, το 618 μ.Χ., σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών.

  • Μετακομιδή του Ιερού λειψάνου του Αγίου Δημήτριου του Μοσχοβίτη του Θαυματουργού 

Ο Άγιος Δημήτριος (Ιβάνοβιτς) γεννήθηκε στη Μόσχα το 1581 μ.Χ. Ήταν υιός του τσάρου Ιβάν Δ’ του Τρομερού από τον έβδομο γάμο του, και αποδόθηκε σε αυτόν ο τίτλος του «τσάρεβιτς», δηλαδή του διαδόχου του θρόνου, καθ’ όσον υπήρχε φόβος μην πεθάνει άτεκνος ο πρεσβύτερος αδελφός αυτού, Θεόδωρος. Αυτός, αφού ανήλθε στον θρόνο, άφησε όλη την εξουσία στο γυναικαδελφό του Βορίς Γκουτουνώφ, ο οποίος, φιλοδοξώντας την κατάληψη του θρόνου, αποφάσισε να απαλλαγεί από τον Δημήτριο. Περιόρισε, λοιπόν, το νεαρό τσάρο στο Ούγκλιχ μαζί με την μητέρα του Μαρία Θεοδώροβνα.
Ο νεαρός Δημήτριος είχε εμπνεύσει στους Ρώσους μεγάλες ελπίδες, οι οποίες χάθηκαν από τον αιφνίδιο θάνατό του. Ο θάνατός του, το 1591 μ.Χ., παρέμεινε μυστηριώδης, μεταξύ δε των ιστορικών υπάρχουν διαφωνίες, εάν επήλθε τυχαία ή κατόπιν εγκλήματος. Η ιστορία όμως στιγμάτισε ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του, τον Γκουτουνώφ.
Στις 3 Ιουνίου 1606 μ.Χ., τα λείψανά του, που είχαν μεταφερθεί στην Μόσχα για να αποκαλύψουν την άπατη του ψευδο-Δημητρίου, βρέθηκαν άφθορα και επιτέλεσαν πολλά θαύματα, ιδιαίτερα στην ίαση παιδιών.

  • Άγιος Αχιλλάς Επίσκοπος Αλεξανδρείας

Ο Άγιος Αχιλλάς (311 – 312 μ.Χ.) ήταν Επίσκοπος Αλεξανδρείας και κοιμήθηκε με ειρήνη.

  • Άγιοι Περγεντίνος και Λαυρεντίνος οι Μάρτυρες οι αυτάδελφοι

Οι Άγιοι Μάρτυρες Περγεντίνος και Λαυρεντίνος μαρτύρησαν, το 251 μ.Χ., στην πόλη Αρέτσο της Ιταλίας, επί αυτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.).

  • Άγιος Καικίλιος διδάσκαλος του Αγίου Κυπριανού

Ο Άγιος Καικίλιος έζησε κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ. και ήταν πρεσβύτερος στην Καρθαγένη της Αφρικής. Υπήρξε χειραγωγός στο Χριστιανισμό του Αγίου Κυπριανού, Επισκόπου Καρχηδόνος (βλέπε 2 Οκτωβρίου).
Ο Βαρώνιος και άλλοι ιστορικοί τον θεωρούν φίλο του φιλοσόφου Οκταβίου και του νομικού Μάρκου Μινουτίου Φήλικος.
Μεταστραφείς στο Χριστιανισμό, ο Άγιος Καικίλιος αγωνίσθηκε για την πατρώα ευσέβεια και τη διδασκαλία των θείων Γραφών.

  • Άγιος Ιλάριος Επίσκοπος Καρκασσόν της Τουλούζης

Ο Άγιος Ιλάριος έζησε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. και διετέλεσε Επίσκοπος της πόλεως Καρκασσόν της Τουλούζης στη Γαλλία. Κοιμήθηκε με ειρήνη.

  • Αγία Γλοτίλδη η εκ Γαλλίας

Η Αγία Γλοτίλδη γεννήθηκε στην πόλη Λυών της Γαλλίας το 474 μ.Χ. Φρόντισε για τη βάπτιση του βασιλέως συζύγου της και των τέκνων της και αγωνίσθηκε για τη διάδοση του Ευαγγελίου. Η Αγία Γλοτίλδη κοιμήθηκε με ειρήνη, το 545 μ.Χ.

  • Όσιος Λιφάρδος ο εν Ορλεάνη

Ο Όσιος Λιφάρδος έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Ορλεάνη. Σπούδασε τη νομική επιστήμη και ο ζήλος του για τα πνευματικά τον οδήγησε στη μελέτη του θείου λόγου και τη συμμετοχή του στα μυστήρια της Εκκλησίας. Σε ηλικία σαράντα ετών ακολούθησε το μοναχικό βίο και χειροτονήθηκε διάκονος. Μαζί με τον Όσιο Ουρβίκιο (βλέπε ίδια ημέρα) έζησαν μια ζωή ασκητική πολύ αυστηρή και σκληρή. Λόγῳ της μεγάλης του αρετής χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έγινε γούμενος της μονής του Μένουνγκ που είχαν ιδρύσει μαζί με το συμμοναστή του. Ο Όσιος Λιφάρδος, αφού έζησε θεοφιλώς, κοιμήθηκε με ειρήνη, το 550 μ.Χ.

  • Όσιος Ουρβίκιος

Ο Όσιος Ουρβίκιος έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε μαζί με τον Όσιο Λιφάρδο (βλέπε ίδια ημέρα), τον οποίο διαδέχθηκε στην ηγουμενία της μονής του Μένουνγκ. Ο Όσιος Ουρβίκιος, αφού ασκήτεψε θεοφιλώς, κοιμήθηκε με ειρήνη.

  • Όσιος Κρονανός o εξ Ιρλανδίας

Ο Όσιος Κρονανός έζησε τον 7ο αιώνα μ.Χ. και ανήκε στη συνοδεία του Αγίου Κέβιν (βλέπε ίδια ημέρα). Κοιμήθηκε με ειρήνη, το 617 μ.Χ.

  • Άγιος Γενέσιος Επίσκοπος Κλερμόντ

Ο Άγιος Γενέσιος έζησε τον 7ο αιώνα μ.Χ. και διετέλεσε Επίσκοπος της πόλεως Κλερμόντ. Διακρίθηκε για την αυστηρότητα του βίου του, τη φιλανθρωπία και την αγάπη προς τους πτωχούς και τους πάσχοντες. Ο Όσιος Γενέσιος, αφού ποίμανε θεοφιλώς το ποίμνιό του, κοιμήθηκε με ειρήνη, το 662 μ.Χ.

  • Άγιος Ισαάκ ο εξ Ισπανίας

Ο Άγιος Οσιομάρτυς Ισαάκ έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. και γεννήθηκε στην πόλη Κόρδοβα της Ισπανίας, το 825 μ.Χ. Ήταν συμβολαιογράφος και αργότερα έγινε μοναχός σε μοναστήρι κοντά στη γενέτειρά του. Μαρτύρησε για την πίστη του Χριστού, το 852 μ.Χ., από τους Μωαμεθανούς.

Πηγή: http://www.saint.gr

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή