Η επίθεση είχε σημειωθεί τον Μάρτιο του προηγούμενου έτους κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Χάμπι, στο κρατίδιο Καρνατάκα, μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, όπου μια ομάδα επισκεπτών παρατηρούσε τον νυχτερινό ουρανό.
Στην παρέα των θυμάτων συμμετείχαν πέντε άτομα: δύο Ινδοί υπήκοοι από τα κρατίδια Μαχαράστρα και Οντίσα, μία Αμερικανίδα τουρίστρια, μία Ισραηλινή τουρίστρια και η τοπική οικοδέσποινα, Κοπαλ. Οι τρεις καταδικασθέντες πλησίασαν την ομάδα αρχικά απαιτώντας χρήματα και στη συνέχεια επιτέθηκαν βίαια. Η Ισραηλινή τουρίστρια και η οικοδέσποινα υπέστησαν ομαδικό βιασμό, ενώ οι υπόλοιποι τρεις άνδρες της παρέας ρίχθηκαν σε ένα κοντινό κανάλι.
Δύο από τους άνδρες κατάφεραν να σωθούν, όμως ο 26χρονος Μπίμπας Ναϊάκ από την Οντίσα πνίγηκε, προσπαθώντας να προστατεύσει τα υπόλοιπα μέλη της παρέας. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι εισαγγελείς παρουσίασαν μαρτυρίες αυτοπτών και ιατροδικαστικά στοιχεία που συνέδεαν τους τρεις κατηγορούμενους με την επίθεση.
Το δικαστήριο επέβαλε τη θανατική ποινή για την ανθρωποκτονία και πρόσθετες ποινές κάθειρξης για άλλες κατηγορίες, όπως ο ομαδικός βιασμός, η ληστεία και η επιθετική συμπεριφορά. Οι καταδικασθέντες ταυτοποιήθηκαν ως Μάλλες (γνωστός και ως Χαντιμάλα), Σάι και Σαρανάπα. Η υπόθεση προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον λόγω της συμμετοχής ξένων τουριστών και τονίστηκε η σημασία των νομικών συνεπειών για εγκλήματα μεγάλης βίας.
Η δίκη περιελάμβανε λεπτομερείς καταθέσεις θυμάτων και αυτοπτών μαρτύρων, ενώ το δικαστήριο ανέλυσε τις επιβαρυντικές περιστάσεις που οδήγησαν στην απόφαση για την επιβολή της θανατικής ποινής. Το περιστατικό σημειώθηκε σε περιοχή τουριστικής σημασίας και αποτέλεσε αφορμή για εκτενή δημοσιότητα τόσο στην Ινδία όσο και διεθνώς.
