Άγγελος Τερζάκης: “Η βροχή” | Διήγημα

… Απόψε, συνεχίζω, τα ματογυάλια μου είναι αχνισμένα από τη βροχή. Όλα τα βλέπω θολά και τα φώτα είναι αχτιδωτά, σα ζωσμένα με στεφάνι. Ούτε το πρόσωπό μου μπορώ να ιδώ καθαρά. Έχει γύρω ένα φωτοστέφανο.

by Times Newsroom

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Η βροχή

Απόψε είμαι μεθυσμένος.

Τι ήπια ; Είναι μια ζάλη μεταξένια, άχνινος καπνός που ανεβαίνει και με θολώνει. Μπορεί πάλι να είναι κ’ η μυρωδιά της γης. Η νοτερή μυρωδιά. Βρέχει απόψε και το χώμα αχνίζει.

Γυρίζω στους δρόμους της πολιτείας που το νερό έχει λουστράρει. Τα φώτα καθρεφτίζονται χάμου, πληθαίνουν κι αναστρέφονται. Όλα αναστρέφονται απόψε. Τίποτα δεν έχει πάνω και τίποτα κάτω. Σα να περπατώ σε διάφανο γυαλί. Φοβάμαι μη σπάσει και βυθιστώ στην άβυσσο.

Όλα είναι θολά, τα ματογυάλια μου άχνισαν και με τυφλώνουν. Κ’ η μυρωδιά της βροχής, η υγρή μυρωδιά… Το νερό πέφτει ψιλό, συρματένιο, μικρές ατσάλινες βελόνες. Μπροστά στα φανάρια είναι όπως μια μπόρα αθόρυβη από φωτεινές οξείες. Κατεβαίνουνε πλήθιες, μαζωχτές, να τονίσουνε κάποιαν ανύπαρχτη φράση.

Το κάτω-κάτω για όλα τούτα δε φταίει κανείς. Είμαι ένας άνθρωπος ιδιότροπος. Οι άλλοι άνθρωποι ζούνε λογικά, μ’ ένα χάρακα στο χέρι. Τραβούνε γραμμές, ίσιες, καλοστρωμένες γραμμές, μαύρες και κόκκινες, και γράφουνε νούμερα, τον απολογισμό της ημέρας. Νούμερα δεξιά, νούμερα αριστερά. Δούναι, λαβείν. Τα νούμερα είναι σεβαστά, βαρυσήμαντα. Τόσο πιο σεβαστά όσο περισσότερα σέρνουνε πίσω τους μηδενικά. Μα εγώ δε ζω έτσι…

Εγώ ζω αλλιώτικα, με τις στιγμές. Αχ, είναι μεγάλο πράμα οι στιγμές !.. Σαν κόμποι φωτεινοί που σταλάζουν από άστρο ανέσπερο. Άκουσε λοιπόν : ν’ ανοίξεις την καρδιά σου στις στιγμές. Είναι ένα κομπολόι από αγγελούδια, που κατεβαίνουνε κυκλικά και μας αγγίζουνε με το φτερό τους. Αγγίζουνε πάνω μας και γινόμαστε χαρούμενοι. Αγγίζουνε πάνω μας και γινόμαστε θλιμμένοι. Φεύγοντας όμως κάτι παίρνουν από μας μαζί τους. Κι άλλοτε πάλι μας φέρνουνε. Γονατιστοί στο χορτάρι της γης μεταλαβαίνουμε από το δισκοπότηρό τους. Μα η μετάληψη που μας δίνουν είναι πικρή και το χαρούμενο φως του μετώπου τους φωτοστέφανο μαρτυρίου.

Μια νύχτα της περασμένης άνοιξης, μ’ άγγιξε έτσι κι εμένα με τη φτερούγα του ένας άγγελος χαμένος στο σκοτάδι. Από τότε είναι που με πλημμυρίζει η λαχταριστή τούτη χαρά. Συλλογιέμαι πως η χαρά είναι ένα μαρτύριο, για τούτο και τόσο βαρύτιμη. Φτεροκόπημα της καρδιάς που θέλει να πετάξει και που νιώθει πως δεν το μπορεί.

***

Περνάει δίπλα, αθόρυβη, με το φόρεμά της σφιχτό στο λιγνό κορμί. Το βήμα της είναι βιαστικό και ταράζει τον αγέρα με μουγκό θρόισμα, σαν το μαλακό φτερούγισμα της νυχτερίδας.

Περνάει και φεύγει.

Εγώ πηγαίνω άνεργος, με το συρτό μου βάδισμα του ακαμάτη. Κατεβαίνω το μεγάλο δρόμο που είναι γεμάτος θόρυβο, κουδουνίσματα και φωνές. Η βροχή έχει ξεχύσει γύρω μια βιαστική κίνηση, φυγή. Στρίβω αριστερά και τρυπώνω στο σκοτεινό σοκάκι. Δεν αντέχω στο πολύ φως, σαν τα παιδιά που γεννήθηκαν σε φυλακή. Κάθε μεγάλη σοφία με θαμπώνει. Είμαι μια τιποτένια ψυχή της σκιάς.

Βρίσκω δεξιά μου το μικρό φωτισμένο μαγαζί, ένα γαλακτοπωλείο τρίτης τάξης, και λέω να μπω. Πεντέξι τραπεζάκια άδεια, κίτρινο φως, τα τζάμια αχνισμένα. Μπαίνω και τη βλέπω που κάθεται στη μέση. Σα να είχε εγκατασταθεί εκεί από ώρα, από αιώνες. Είναι ασάλευτη κ’ ποι δυο της αγκώνες στηρίζονται όρθιοι στο τραπέζι. Το πρόσωπο, τριγωνικό, ισορροπεί στις δυο μικρές γροθιές.

Κοιτάζει κατά την πόρτα, με μάτια ασάλευτα. Τα μάτια της είναι πολύ σκοτεινά. Θαρρώ πως ούτε με είδε καν να μπαίνω.

Κάθομαι στη γωνιά και τότε αρχίζει η ιστορία.

Έξω η βροχή, το κρουνέλιασμα του χαντακιού μπροστά στην πόρτα, η υγρασία που μπαίνει περονιαστή και μυρμιδίζει παντού. Εγώ που κοιτάζω την κοπέλα, αυτή που κοιτάζει την πόρτα. Δεν περιμένει τίποτα και το ξέρω πως δεν περιμένει. Πώς το ξέρω όμως δε μπορώ να πω… Έχω μια ξεροκέφαλη βεβαιότητα για κάτι πράγματα ολότελα ξένα. Δεν αλλάζω γνώμη… Νιώθω πως η σιωπή παγώνει γύρω μας, σφίγγει και μας καθηλώνει, ακούνητους, σαν απολιθώματα. Έπειτα, με την ώρα, γίνεται περισσή, γεμίζει το χώρο και πια δεν αφήνει γωνιά για τίποτα. Δεν ξέρω όμως πώς έγινε και τα μάτια της, που, όχι, καθόλου δεν με κοιτάζανε, τώρα είναι στυλωμένα πάνω μου, δίχως καν να σαλέψουν.

Εγώ, στη γωνιά, κάθομαι πιο αναπαυτικά και στηρίζω τη ράχη μου στον τοίχο. Σηκώθηκε κι εκείνη κ’ ήρθε να καθίσει δίπλα μου.

– Είσαι βρεμένος ; με ρώτησε.

Ποιος της έδωσε την άδεια να ενδιαφερθεί κιόλας για μένα ;Η φωνή της είναι βαριά κι έχει μιαν αυστηρή τρυφερότητα.

– Όχι, της αποκρίθηκα.

Στο στόμα της δίπλα, στην άκρη, είχε ένα λοξό άσπρο σημαδάκι, σαν από πέσιμο παιδιάτικο.

– Εγώ κουράστηκα, μου λέει. Περπάτησα πολύ…

Έπειτα άρχισε να μου λέει κάτι για τη θεία της, το σπίτι, δυο μικρά όλα κι όλα δωμάτια που κρατούν οι δυο τους. Έχει ένα ρολόι καθιστό, ξυπνητήρι, και κάθε βράδυ το γυρίζει δυο ώρες πίσω, τη στιγμή που η θειά της αποκοιμιέται στην πολυθρόνα. Το κάνει αυτό για να βγει έξω. Σα γυρίζει, η θειά κοιμάται ακόμη. Ξυπνάει, βλέπει πως είναι έντεκα και πάει να πλαγιάσει.

– Πού πας στο μεταξύ ;

– Στον κινηματογράφο, μόνη μου.

Με την ώρα η βροχή σιγάνευε. Το χαντάκι κρουνέλιαζε δισταχτικά, σαν κουρασμένο, και μια νάρκη ανέβαινε, ζαλιστική. Μισόκλειναν τα μάτια.

– Σε ξέρω από καιρούς, λέω εγώ.

Με κοιτάζει.

– … Πριν από καιρό, μπορεί και χρόνια. Είτανε στο δρόμο, ένα ανοιξιάτικο βράδυ. Περνούσες βιαστική κ’ είχες ένα άρωμα, φτηνή κολώνια. Μ’ άγγιξες, θαρρώ με τον αγκώνα σου, τυχαία… Ύστερα, άλλοτε πάλι, στο τραμ, μια νύχτα. Κοίταζα το τζάμι που καθρεφτιζότανε το πρόσωπό σου και ταξίδευε μετέωρο, σε κόσμο φανταστικό. Στράφηκε κ’ είδα πως δε σου έμοιαζε. Στην αλήθεια ήσουν καθώς τώρα. Στο τζάμι άλλη έκφραση, ένα πρόσωπο θλιμμένο. Είπα πως είτανε της στιγμής και περίμενα. Κοίταζα το τζάμι, κοίταζα, και ξάφνου στρέφομαι κατά σένα, απότομα. Το ίδιο πάλι. Σα να με γελούσες. Όχι συ να με γελούσες, μα κάτι άλλο… Κ’ είχα – τούτο είναι το περίεργο – την εντύπωση πως το αληθινό σου πρόσωπο δεν είτανε το ζωντανό μα το άλλο, στο τζάμι.

Γέλασε κ’ είπε, σα να μ’ αποκρινόταν :

– Είμαι ανύπαντρη. Είμαι κορίτσι. Δουλεύω βέβαια, μανικιουρίστα για την ακρίβεια, και ζω μαζί με τη θειά μου.

Την κοίταξα χαμογελώντας :

– Θαρρώ πως δε συνεννοούμαστε.

– Ναι, ναι, συνεννοούμαστε. Μιλάμε με τον εαυτό μας.

– Αλήθεια, λέω κι εγώ. Συνεννοούμαστε πάντα. Έτσι μονάχα συνεννοούνται οι άνθρωποι. Όλες τις άλλες στιγμές που κουβεντιάζουνε παρεξηγιόνται.

– Βλέπεις, λοιπόν ; μου λέει. Εγώ ονειρεύομαι τη στιγμή που θα ῤθει. Τη μεγάλη μου στιγμή. Θα ’ναι σ’ ένα μικρό σπιτάκι, χαμηλό, στο βάθος μιας μικρής αυλής με λεμονιές. Ο ήλιος θα περνάει από τα φύλλα και θα σαλεύει φέγγη πορτοκαλιά στον τοίχο. Εκεί. Θα του δοθώ και θα με κάνει γυναίκα… Όποιος και να ’ναι. Έπειτα θα γίνω μητέρα και θ’ αποχτήσω ένα μικρό παιδί. Ένα μικρούλι παιδάκι με τριανταφυλλένιο κορμί. Εκείνος τότε θα μ’ αφήσει και θα φύγει, για πάντα. Θα με παρατήσει. Κι εγώ θα μείνω έρημη και πονεμένη… Έτσι θα γίνει.

– Παράδοξο όνειρο ! Δεν ονειρεύεσαι την ευτυχία αλλά τον πόνο ; ρωτώ.

– Αυτή είναι η ευτυχία, το κλάμα. Το γλυκό κλάμα που βαλσαμώνει την καρδιά. Η χαρά φεύγει. Σαν κλαις νιώθεις πως γίνεσαι καλύτερος αγνός,… ψέματα ; Αυτή είναι η ευτυχία.

Ας διηγηθώ κι εγώ μιαν ιστορία, να τη διασκεδάσω :

– Κάποιος φίλος μου, μια φορά, αγάπησε ένα κορίτσι. Το ’βλεπε από μακριά, στην εκκλησία, στο παράθυρο, κι έλεγε πως σίγουρα ένα φωτοστέφανο αόρατο το ζώνει, μια γοητεία ανέγγιχτη και φωτεινή. Ποτέ δε θα γινότανε αυτός, ο ταπεινός, να τ’ αγγίσει. Τόσο του φαινότανε πλάσμα θείο, απόκοσμο. Έτσι γίνεται άλλωστε πάντα… Τέλος, οι διατυπώσεις έγιναν, μια γρια μεσολάβησε, τα συμφώνησαν με τους δικούς της και την επήρε. Τότε τον έχασα για καιρό. Αργότερα, μια μέρα, τον βρίσκω κατά τύχη. Είτανε τσακισμένος. Πάνω στην κουβέντα που κάναμε τον ρωτώ για το φωτοστέφανο. Πάει, έσβησε, μου λέει. Είτανε καθαρή φαντασία… Έτσι γίνεται άλλωστε πάντα…

“Όμως εδώ τώρα ρωτώ κι εγώ : Είταν αλήθεια φαντασία το φωτοστέφανο ; Και γίνεται να σβήσει κάτι που δε στάθηκε ποτέ ; Γίνεται ;

– Όχι βέβαια…

– Λοιπόν να ποια είναι η αλήθεια : Το φωτοστέφανο υπάρχει, πάντα, μόνο που πρέπει να μη τ’ αγγίξεις, να το κοιτάζεις από μακριά. Είναι σαν τη χρυσή σκόνη που βρίσκεται πάνω στ’ απαλά φτερά της πεταλούδας. Μόλις ακουμπήσεις το δάχτυλο πέφτει και τότε η πεταλούδα δε μπορεί να πετάξει πια.

Γελώ, δίχως λόγο.

– … Απόψε, συνεχίζω, τα ματογυάλια μου είναι αχνισμένα από τη βροχή. Όλα τα βλέπω θολά και τα φώτα είναι αχτιδωτά, σα ζωσμένα με στεφάνι. Ούτε το πρόσωπό μου μπορώ να ιδώ καθαρά. Έχει γύρω ένα φωτοστέφανο. Αν κάνω έτσι, και τα βγάλω τα ματογυάλια μου…

Μου σταματάει το χέρι.

– Όχι ! Κάνει ζωηρά και τα μάτια της μεγαλώνουν.

Κατέβασα το χέρι μου. Στο πρόσωπό της έφεξε μια έκφραση αγγελική, χαρούμενη ευγνωμοσύνη.

– Ευχαριστώ, μου λέει.

***

Σα βγήκαμε πάλι έξω, η βροχή είχε κοπάσει. Κάναμε κατά το μεγάλο δρόμο που τώρα είταν ερημωμένος. Αραιές σταγόνες έπεφταν, βαριά, ίσως από τις στέγες των σπιτιών κι από τα σύρματα του τραμ.

– Δε θα σε ξαναϊδώ, της λέω. Η πολιτεία είναι τόσο μεγάλη…

Να πάλι μια από τις ξεροκεφαλιές μου. Μου έχει ριζωθεί η ιδέα πως δε θα την ξαναδώ, ποτέ.

– Όχι, είπε κι εκείνη.

Δώσαμε τα χέρια. Δε θα μπορέσω πουθενά να τη ζητήσω, δεν ξέρει πώς με λένε, δεν ξέρω τ’ όνομά της. Μα σα να διαβάζει στη σκέψη μου, λέει πάλι :

– Ευχαριστώ…

Γιατί μ’ ευχαριστεί ; Επειδή δεν ξέρω τ’ όνομά της ;

Καθώς κρατούσαμε εκεί τα χέρια μας, σφιγμένα, μια, δυο σταγόνες της βροχής έπεσαν πάνω, σαν αργυρά καρφιά, να τα καρφώσουνε. Μα τίποτα βέβαια δεν έγινε και τα χέρια μας χωρίσαν. Ύστερα και μια άλλη σταγόνα τής έπεσε στο μέτωπο και κύλησε., χοντρή, σαν κόμπος ιδρώτα. Γέλασε μ’ αυτό και την άφησε να τρέξει. Κύλησε στο ριζομύτι, ύστερα στη βρύση του ματιού κι από κει στο μάγουλο. Τώρα είτανε σα χοντρό δάκρυ.

Με το ίδιο χαμόγελο, δίχως ν’ αλλάξει, στράφηκε κι έφυγε. Περπατούσε όπως πρώτα, με βήμα μικρό και γοργό. Το φουστάνι της, που τάραζε σιγανά τον αγέρα, είχε ένα μουγκό θρόισμα, όπως το μαλακό φτερούγισμα της νυχτερίδας.

Πρώτη δημοσίευση : ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Μηνιαία Λογοτεχνική Επιθεώρηση. Διευθυντής : Αντρέας Καραντώνης. Χρόνος Α΄, Αριθμός 4, Απρίλης 1935.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή