«Αιολική Γη: Μια χειμωνιάτικη νύχτα στη Σκωτία»

Σιγά - σιγά η θύελλα κόπαζε, έσβηνε ο άνεμος, δε βογκούσαν τα δέντρα. Η ησυχία πέρασε μέσα απ' τις πόρτες, μέσα απ' τους τοίχους, ήρθε και στάθηκε...

by Times Newsroom

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Κεφάλαιο Πρώτο: Μια χειμωνιάτικη νύχτα στη Σκωτία

 

ΧΕΙΜΩΝΑΣ του 1850. Νύχτα. Στη Σκωτία, στα μέρη του Λο – Λόμοντ η θύελλα έρχεται κύματα – κύματα απ’ τη Βόρεια Παγωμένη Θάλασσα και σπαράζει απάνω στα δέντρα και στη γη. Κανένα φως δε φαίνεται να ξαγρυπνά και να δείχνει πως τα ζωντανά πλάσματα ζουν στα μέρη αυτή τούτη τη νύχτα της οργής. Οι άνθρωποι λούφαξαν κάτω απ’ τις ανεμοδαρμένες στέγες τους. Τριγυρισμένοι απ’ το σκοτάδι ακούνε έξω τη θύελλα που βογκά, ενω ο Φόβος, πανάρχαια θεότητα της γης, στέκεται απάνω τους και εποπτεύει την ιστορία των ψυχών.

Ωστόσο ένα φως, ένα μονάχα φως δεν έχει σβήσει αυτή τη νύχτα στα μέρη του Λοχ – Λόμοντ. Ο σερ Άρθουρ Κάστιμπαλ ξαγρυπνά μονάχος μες στη βιβλιοθήκη του πύργου των προγόνων του. Ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα, μπροστά στο μεγάλο τζάκι, παρακολουθεί τις σκιές που έρχουνται απ’ τη φωτιά και σαλεύουν στους τοίχους. Τα χρόνια βαραίνουν πολύ στο κάτασπρο κεφάλι του. Και οι σκιές βαραίνουν. Ό,τι τώρα πια μπορεί ν’ αλαφρώσει τη χειμωνιάτικη ώρα της μοναξιάς, να την κάμει λιγότερο οδυνηρή, είναι μονάχα οι μνήμες. Δεν είναι οι μνήμες του έξω κόσμου, των πραγμάτων. Συντροφεύουν ένα ταξίδι που πέρασε όλο σε τοπίο ακίνητο: μέσα στους τέσσερεις τοίχους του πύργου.

Γεννήθηκε καχεκτικό, αδύνατο παιδί, κι εγώ και είκοσι χρόνια τον είχε βρει η παράλυση που τον κράτησε από τότε δεμένο στην πολυθρόνα του. Όμως μες στο άρρωστο αυτό κορμί σπαρταρούσε μια δύναμη που, θρεμμένη απ’ την ακινησία, έγινε με τον καιρό σαν το κύμα του Ωκεανού. Ήταν το αίμα της ράτσας και των προγόνων του που έβραζε μέσα του, η αγάπη για την περιπέτεια, για το ταξίδι, για τη δύσκολη στιγμή της ζωής. Μη έχοντας άλλη διέξοδο η ακατάβλητη τούτη δύναμη χύθηκε μες στα βιβλία. Σε βιβλία ταξιδιών, σε κουρσάρικες ιστορίες, σε απομνημονεύματα για περιηγήσεις  ξένων τόπων, σε ημερολόγια εξερευνητών. Ο παράλυτος άρχοντας έμαθε σιγά-σιγά να ζει τις ξένες ιστορίες σα δικές του, γιατί ήταν ετοιμασμένος να τις αισθάνεται στην αληθινή τους ποιότητα: στην ποιότητα του πάθους. Έτσι και το αδύναμο αυτό σκαρί, το καρφωμένο σε μια πολυθρόνα στη Σκωτία, συνεννούτανε περίφημα με τον Μαγελάνο, με τον Μάρκο – Πόλο, με τον Μπέριγκ, με τον Βάσκο ντε Γκάμα. Έκανε με τη φαντασία του τα ταξίδια όλων των ωκεανών, όλες τις πειρατείες, όλες τις ανακαλύψεις των μυθικών νησιών. Έζησε όλες τις κουρσάρικες περιπέτειες της Αυτοκρατορίας, πέρασε τις Ινδίες, την Ερυθρή Θάλασσα, κατέβηκε πιο χαμηλά, έκαμε το γύρο της Αφρικής απ’ το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Είχε φτάξει στα στενά του Γιβραλτάρ, κόντευε να τελείωσει το ταξίδι του γυρισμού, όταν ο πειρασμός τον τράβηξε: μπήκε στη Μεσόγειο. Ύστερα απ’ όσα είχε ζήσει, ύστερα απ’ τη μοίρα των ωκεανών, η θάλασσα τούτη τού ήταν σα λίμνη, σαν παιχνίδι. Έλεγε ν’ ανασάνει λίγο τον αγέρα της και να βγει πάλι έξω απ’ τα στενά, χωρίς να πολυσκοτιστεί μαζί της. Όμως στη Μεσόγειο φυσούνε ανακατεμένοι άνεμοι, ρέματα δυνατά. Αυτά τον τράβηξαν χαμηλότερα. Ακόμα πιο χαμηλά. Πιο χαμηλά. Ώσπου τον φέραν στη χώρα του Αιγαίου, στη χώρα του μύθου.

Αναγνώστη, εσύ που ρωτάς τί πάρε – δώσε έχουν τα φανταστικά ταξίδια ενός παράλυτου άρχοντα της Σκωτίας με την ιστορία της Αιολικής Γης, με την απλή τούτη ιστορία που λέει για έναν τόπο που τον βρέχει το Αιγαίο, θα καταλάβεις τώρα τον ιστό που σιγά – σιγά τυλίγει τον ξένο. Ο άνθρωπος ήρθε στην Ελλάδα. Και καθώς μπήκε στον τόπο των Θεών και των Σατύρων, στη Γυμνή και Γαλάζια Χώρα, δεν το μπορεί πια να φύγει. Ταξίδεψε όλους τους ωκεανούς και μπόρεσε να φύγει απ’ όλους τους τόπους όπου είχε φτάξει. Γιατί όλοι κάτι είχαν που δεν ήταν τελειωμένο, που δεν ήταν πλήρες. Όμως η Ελλάδα δεν αφήνει χώρο για επιθυμία και για χίμαιρα. Η Ελλάδα είναι η Χίμαιρα.

Ο σερ Άρθουρ Κάστιμπαλ από τότε ζει με την Ελλάδα. Έμαθε όλα τα παραμύθια της κι όλα τα νησιά του Αρχιπελάγου της. Έκει που ταξίδευε πιο πολύ, σχεδόν κάθε νύχτα, είναι τα νησιά των Κυκλάδων. Το μελτέμι τον παίρνει μαζί του, τον παίρνουν τα κύματα. Στήνει τ’ αυτί του κι ακούει απ’ το βάθος να έρχονται ήχοι. Απ’ το βάθος του χρόνου, απ’ το βάθος του Μύθου. Λένε για Νύμφες και για Σατύρους, για Θεούς με πάθη και αδυναμίες, με φόβους και με πονηριές – για τους μόνους σωστούς Θεούς που ήρθαν στη γη και κατανόησαν τον άνθρωπο, επειδή ήταν πολυ ανθρώπινοι. Έκαμαν τη φύση φίλο του – τον Κεραυνό, και τη Βροχή, και την Αστραπή, και τον Άνεμο – σύντροφο χρήσιμο στα πάθη και στις χαρές τους, όχι όπλο για την καταδυνάστευση του ανθρώπου.

Λένε τα κύματα…

Ένας υπηρέτης που μπήκε κείνη την ώρα τον τράβηξε απ’ τους λογισμούς του.

– Ο νέος Κύριος ρωτά αν μπορεί να ‘ρθει, είπε στάθηκε περιμένοντας απάντηση.

Στο πρόσωπο του παράλυτου γέροντα η λόχη της φωτιάς έλαμψε πιο ζωηρά.

– Να ‘ρθει.

Ο «νέος Κύριος» που ήρθε ήταν ένας έφηβος ίσαμε δεκαπέντε χρονώ. Ψηλό, ξανθό αγόρι.

– Να συνεχίσουμε απόψε, θείε; ρώτησε αφού χαιρέτησε.

– Κάθισε κοντά μου, Ρόμπερτ.

Το αγόρι κάθισε στο πάτωμ, μπρος στα πόδια του θείου του. Ακούμπησε στην πολυθρόνα το ξανθό κεφάλι του με τα σγουρά μαλλιά. Τότε τα δάχτυλα του γέροντα αποτεθήκανε απάνω στο νεανικό κεφάλι και το χάιδεψαν σιωπηλά.

– Ας συνεχίσουμε το ταξίδι μας στην Ελλάδα, είπε.

Κι ενώ έξω βογκούσε η θύελλα, και τα κύματα άφριζαν στον Ωκεανό, και τα δέντρα πέφταν χτυπημένα από τ’ αστροπελέκι, η γαλήνη ερχόμενη απ’ τους παλιούς χρόνους του Αιγαίου μπήκε μες στον ανεμοδαρμένο πύργο της Σκωτίας τον γέμισε φως και ποίηση.

Τοιάυτα πάθεα μέλεα θρεομένα λέγω

λιγέα βαρέα δακρυοπετή,

ιή ιή, ιηλέμοισιν εμπρεπή

ζώσα γόοις με τιμώ.

Ιλέομαι μεν Απίαν βούνιν,

καρβάνα δ’ αυδάν

ευ, γα, κοννείς.

πολλάκι δ’ εμπίτνω ξυν λακίδι

λίνοισιν η

Σιδονία κανύπτρα.

Σιγά – σιγά η θύελλα κόπαζε, έσβηνε ο άνεμος, δε βογκούσαν τα δέντρα. Η ησυχία πέρασε μέσα απ’ τις πόρτες, μέσα απ’ τους τοίχους, ήρθε και στάθηκε. Και απ΄την ησυχία αυτή σκιές βγήκανε κι άρχισαν να σαλεύουν στο μισοσκότεινο χώρο. Γυναίκες ήταν. Ήταν κόρες ντυμένες με κίτρινους χιτώνες που κατέβαιναν ως τα πόδια τους. Τα μαύρα μαλλιά τους, λυμένα, πέφταν στον κορμό τους, ενώ η Έρημος, ατάραχτη και πυκνή, βάδιζε αργά πίσω τους. Ικέτιδες ήταν και παρακαλούσαν. Μα στα πρόσωπά τους η αγωνία της ικεσίας, περασμένη μέσα απ’το διάστημα του καιρού, μέσα απ’ την ποίηση, έχανε τη δύναμή του σπαραγμού, γινόταν πνεύμα. Έχανε τις σκληρές γραμμές, γινόταν μόνο φως. Και τα κύματα του Ελληνικού Αρχιπελάγου, συγκινημένα, πορεύονταν πλάι στην έρημο της Αιγύπτου, ύστερα πέρασαν πάνω απ’ την έρημο της Αιγύπτου, ύστερα πέρασαν πάνω απ’ την έρημο της Αιγύπτου – κι όλα γινήκανε γαλάζια

Πολλή ώρα βάσταξε το διάβασμα. Ώσπου το αγόρι κουράστηκε, σώπασε. Οι Ικέτιδες σιγά σιγά διαλύονταν, φεύγαν.

Πάλι ήρθε η θύελλα, και πάλι ακούστηκε το βουητό του ανέμου που ούρλιαζε στο δάσος.

– Τί παράξενα που είναι όλα αυτά, ψιθύρισε το αγόρι. Τι παράξενα παραμύθια…

Κι έπειτα πάλι σε λίγο:

– Άραγε… άραγε να ζει ακόμα αυτή η χώρα; ρώτησε για την Ελλάδα, σα να μιλούσε για τον εαυτό του.

Το χέρι του γέρου Σκωτσέζου πάλι έπαιξε πάνω στα μαλλιά του εφήβου.

– Ζει, παιδί μου, είπε. Αυτή η χώρα δεν πεθαίνει.

– Ζει έτσι… έτσι σαν παραμύθι;

– Έτσι ζει. Σαν παραμύθι.

Κι ύστερα από λίγο:

– Ο Λορντ Μπάϋρον, είπε ο γέροντας. Ο Λορντ Μπάϋρον πήγε κει για να πεθάνει.

Για να μπορέσει, είπε, ένας Εγγλέζος ν’ αφήσει το νησί του και να πάει σ’ άλλη χώρα να πεθάνει, να πάει μονάχα για να πεθάνει – α, αυτή η μαγεία δεν μπορεί παρά να ζει…

Πάλι σώπασε. Κι ύστερα:

– Θα πας κάποτε κει κάτω, Ρόμπερτ. Η μοίρα σου είναι να πας. Μονάχα η δική μου δεν ήταν.

Και μες στη σιγή του πύργου της Σκωτίας ο παράλυτος άρχοντας, κλείνοντας τα μάτια, πήρε το αγόρι και το ταξίδεψε, του το περίγραψε σα να το ‘βλεπε, το ταξίδι των Κυκλάδων. Δεν είναι μια θάλασσα εκεί γαλήνια, χωρίς έκφραση, η θάλασσα του Αρχιπελάγου. Το μελτέμι φυσά πάντα δυνατά, πάντα. Το γαλάζιο νερό πίνει φως από ψηλά, απ’ τον ουρανό που λάμπει, απ’ τον ήλιο που λάμπει. Και για να διαλύσει αυτό το φως, για να το κάμει πάλμο και κίνηση, για να το κάμει αρμονία, η θάλασσα φωνάζει το μελτέμι. Και γίνουνται κύματα. Όχι βουβά μεγάλα κύματα σαν του Ωκεανού, σκοτεινά πλάσματα που δε δουλεύουν σε σκοπό. Μικρά κύματα, στα μέτρα του χώρου, τόσο όσο είναι αναγκαίο για να ξεπεταχτούν από μέσα τους και να ισορροπήσουν οι αυστηροί, γυμνοί, οι κομμένοι κάθετα βράχοι των νησιών. Χτυπά το φως απάνω στους βράχους και πάλλονται.  Πάλλονται και τα κύματα, και τα δελφίνια βγαίνουν χαρούμενα και παίζουν με τον αφρό. Όταν έρχεται το βράδυ Ο ήλιος πάει να κοιμηθεί πίσω απ’ τα βουνά των νησιών. Έπεσε. Τότε στο βάθος αρχίζουν να προβέλνουν με απίθανη διαύγεια τα διαφορετικά στρώματα οι όγκοι. Εκεί που πριν ήταν μια γραμμή, ένα βουνό μονάχα, τώρα γράφονται, η μια  πίσω απ’ την άλλη, οι θεωρίες των βουνών. Το πρώτο είναι σε βαθύ σκούρο χρώμα, ενώ τ’ άλλα στο βάθος είναι ακόμα φωτεινά. Σα να μη βασίλεψε γι’ αυτά ο ήλιος. Σα να βασίλευε ανάμεσά τους, πηγαίνοντας μες στις χαράδρες τους  να κοιμηθεί.

– Θα πας κάποτε εκεί, Ρόμπερτ; Ψιθύρισε συγκινημένος ο γέροντας της Σκωτίας.

 


ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Ο Ηλίας Βενέζης (πραγματικό όνομα: Ηλίας Μέλλος, Αϊβαλί, 4 Μαρτίου 1904 – Αθήνα, 3 Αυγούστου 1973) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έγινε γνωστός με τα μυθιστορήματά του Το νούμερο 31328,και Γαλήνη. Στη διάρκεια της πολύχρονης παρουσίας του στα γράμματα, ασχολήθηκε με όλες σχεδόν τις μορφές γραπτού λόγου. Δημοσίευσε και εξέδωσε μυθιστορήματα, διήγηματα, μελέτες, χρονογραφήματα, βιογραφίες, οδοιπορικά, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και έγραψε και το θεατρικό έργο «Μπλοκ C». Επίσης υπήρξε γραμματέας και διευθύνων σύμβουλος του Εθνικού θεάτρου την περίοδο 1950-1952 καθώς και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του από το 1964 έως το 1967, συνεργάτης του ΕΙΡ (Εθνικού ιδρύματος Ραδιοφωνίας) από το 1954 έως το 1966 αλλά και πρόεδρος του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης από το 1963 έως το 1966.

 


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

  • Συγγραφέας: Ηλίας Βενέζης
  • Κουβερτούρα και εικονογράφηση: Σπύρος Βασιλείου
  • Τίτλος: Αιολική Γη
  • Μυθιστόρημα
  • Εκδόσεις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι. Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε.
  • Τριακοστή πρώτη έκδοση

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή