Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, “Αδιάβροχες λέξεις” | εκδ. Μανδραγόρας

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την τουρκική εισβολή στο Νησί και οι πληγές παραμένουν. Οι άνθρωποι ωριμάζουν παρέα με τα τραύματά τους, ενηλικιώνονται με τις μνήμες που εξακολουθούν να βαραίνουν την ύπαρξή τους

by Times Newsroom
  • Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
  • Αδιάβροχες λέξεις,
  • Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση, εκδ. Μανδραγόρας
  • Αθήνα, Ιανουαρίου, 2024, σελ. 96, αριθμ. εκδ. 400,
  • ISBN: 978-960-592-182-8, τιμή: 12.72 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ

Λίγο μετά τον κατακλυσμό

 Ερπύστριες θα χαρακώνουν
όλα τα όνειρα που θα ’ρθουν
Μία νεκρική σημαία με κυματίζει
πάνω από κάμπο αγνοούμενο
Ποτάμι με όλες τις πέτρες του στα νύχια
Όσο αντέχει μέσα μου η μνήμη
εξοστρακίζω έναν θάνατο
που με απέφυγε με οίκτο

Μικρό το σώμα μου
δεν πρόσφερε
το επαρκές εμβαδόν μιας φρίκης

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την τουρκική εισβολή στο Νησί και οι πληγές παραμένουν. Οι άνθρωποι ωριμάζουν παρέα με τα τραύματά τους, ενηλικιώνονται με τις μνήμες που εξακολουθούν να βαραίνουν την ύπαρξή τους: «Σε κάθε κατακλυσμό/ εκπαιδευμένος πια/ διασώζω/ αδιάβροχες τις λέξεις μου// Και ζευγαρώνω», γράφει στην πρόσφατη ποιητική της συλλογή η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου που ώριμη πια προσπαθεί να ερμηνεύσει με μάτι παιδικό όσα έμειναν χαραγμένα από τότε μέσα της κι εξακολουθούν να τη βαραίνουν ως την ωριμότητά της: Έχω ένα καλοκαίρι σήμαντρο/ που μέσα μου ηχεί/ Προσπάθησα τη λέξη πραξικόπημα/ να γράψω πρόχειρα σ’ ένα χαρτί/ όπως την άκουα/ με εκρήξεις από φόβο/ Το όμικρον σαν βόμβα έμοιαζε/ να θρυμματίζει τα δάχτυλά μου/  Το ιώτα και το ήτα ανακατεύονταν/ Κοπίδι η μέρα/ Κι εγώ μικρά κομμάτια αθωότητας/ πεταμένα στην καρδιά του Ιούλη [ ] διαφεύγοντας από τη Λευκωσία/ φορώντας ανάποδα την ιστορία της/ Τρέχοντας πίσω στην Αμμόχωστο/ Στη θάλασσά της/ Κάθε τόσο απ’ το παράθυρο ένα λιοντάρι χυμά/ Καταβροχθίζει την παιδική μου σάρκα/ Πυροβολώντας/ Πυροβολώντας/ Πυροβολώντας… Κι ο περιεκτικός 15σύλλαβος συμπυκνώνει τα πολλά και δύσκολα που παραμένουν ενεργά ηφαίστεια: Από παιδί το χτύπημα/ σ’ ένα σπασμένο τζάμι.

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου ανήκει στη νέα γενιά Κυπρίων ποιητών που αποφορτίστηκε εξαρχής από το βάρος της εισβολής του Αττίλα καταθέτοντας ως περιεχόμενο της δουλειάς της έναν σύγχρονο ποιητικό λόγο με τα γνωστά χαρακτηριστικά και υπαρξιακά γνωρίσματα της μοντέρνας ποίησης. Φαίνεται εντούτοις, κι εδώ έγκειται η επιτυχία του έργου της, πως τα γεγονότα βάρυναν μέσα της δίχως ωστόσο να τη συμπαρασύρουν αισθητικά, καλλιτεχνικά. Αντίθετα μετουσιώνει τα [ατομικά] υπαρξιακά τραύματα σε γενικότερη πανανθρώπινη κραυγή. Περισσότερο ελλειπτική η νεότερη κυπριακή ποίηση έχει από ετών ενταχθεί στον κορμό της σύγχρονης ποίησης αφήνοντας πίσω της τον επιβαρυμένο από την εισβολή «στρατευμένο» ποιητικό λόγο. Ο συμβολισμός, η αφαίρεση, το υπαινικτικό έντεχνα δομημένο ύφος είναι γνωρίσματα της δόκιμης πλέον ποίησης δίχως ωστόσο να απαλύνεται/απαλείφεται το βάρος των βιωμάτων. Κι αυτό αναδεικνύεται σήμερα μέσα από τις αδιάβροχες λέξεις που φέρνει μαζί της με τον ολοζώντανο ποιητικό της λόγο: [ ] Από θνητό μου Ποσειδώνα/ γεμίζει γλάρους και Μεσόγειο το βολάν/ Πολυτέλεια από κτήρια που γίνονται lego μικρά/ Nα ξαναχτίσουνε τα μάτια μου/ Οι σχολιαστές απρόσμενα αυτοσαρκάζονται/ Μια ξένη σάρκα σαν τον τίγρη στον αυχένα// Κι αν δεν αλλάζει αυτή η διαδρομή/ Αλλάζω συνεχώς τον δρόμο μέσα μου («Highway Maintenance»).

Επειδή όμως η ζωή προχωρά, όπως κι η ποίηση, η ποιήτρια με μια σύγχρονη γραφή επιλέγει να συνδέσει τα πολιτικά γεγονότα και τις συνέπειές τους με τα προσωπικά αδιέξοδα της ζωής: …Σαλπάρω για όλα τα μέρη που ξέρω πλέον με ωριμότητα/ πως θα φιλοξενήσουν μόνο εκδοχές/ Παραλλαγές της φαντασίωσης/ Με τα ίδια έπιπλα της νιότης/ Τις φτηνές κουρτίνες/ Τις αποταμιεύσεις για τελευταίες προσδοκίες/ Στα ποτήρια για βότκα, τζιν, κονιάκ, ουίσκι/ Σιγομουρμουρίζει, απόγευμα αναβράζον, το τσάι/ Στα έπιπλα χασκογελάνε οι αράχνες/ Πιάσαμε μούχλα, μιλάω καγχάζοντας/ σε μια ταπετσαρία που ξεκολλά/ Έξω ο Μάης κλείνει τα μάτια/ κρύβομαι/ Είναι η άνοιξη σαν μοναστήρι άβατο/ για γυναικεία μου λύπη («Η Πρωτομαγιά των 50 plus»).

Η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου ως έκφανση και περιεχόμενο παραμένει βαθιά προσωπική, αναγνωρίσιμη, εσωτερική, εσωστρεφής κοιτώντας με επιμονή προς τον μέσα της κόσμο, πασχίζοντας έτσι να ερμηνεύσει όσα την περιβάλλουν/περικλείουν κάποτε ασφυκτικά όπως τα αυθαίρετα όρια που μπήκαν ξαφνικά μέσα στον ίδιο της τον τόπο. Αυτό το δισυπόστατο ατομικής ζωής/ωριμότητας και de facto πολιτικής πραγματικότητας όπως επιβλήθηκαν σχεδόν ερήμην μας αποτελούν μια ενδιαφέρουσα σύλληψη που διατρέχει τα 64 ποιήματα της συλλογής και τις δύο ποιητικές ενότητες: «Ημερολογιακές καταγραφές Ι-XXVI» και «Nocturnes I-VIII».μερολοΗ

Με ώριμο τρόπο συνθέτει το ποιητικό της τοπίο βέβαιη πως ό,τι γράφεται ριζώνει μέσα μας και αναπλάθει ένα καινούργιο φως και μια ελπίδα:

Ανακαλύπτω δρόμους που άφησα πίσω
στις τρυφερότητες ανθρώπων
Κάποτε καταχρηστικός ο πόνος
Ό,τι χάθηκε ξαναγεννιέται με καινούργιο δάκρυ
Η συγκίνηση στέκει μονοσύλλαβη
ανάμεσα σε λύπη και χαρά
Πάντα θα μένει απροσδιόριστη.

Κι αυτό είναι η αξία της τέχνης.          Μ

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον τομέα της Εκπαιδευτικής Διοίκησης. Ασχολείται με την ποίηση και τη λογοτεχνία, καθώς και με τη θεατρική γραφή, το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο. Οι Αδιάβροχες λέξεις είναι η δέκατη τρίτη ποιητική της συλλογή, ενώ έχει εκδώσει εννέα βιβλία για παιδιά και μία συλλογή διηγημάτων. Το λογοτεχνικό της έργο έχει τύχει πολλών διακρίσεων. Είναι η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Λάρνακας.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή