Φρανσουά Κουπρέν (1668 – 1733) Γάλλος συνθέτης, οργανίστας και τσεμπαλίστας της μπαρόκ περιόδου

Γνωστός και ως Couperin le Grand (Κουπρέν ο Μέγας) καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια μουσικών, εξέχον μέλος της οποίας ήταν και ο θείος του, Λουί Κουπρέν

by Times Newsroom

Ο Φρανσουά Κουπρέν (François Couperin, 10 Νοεμβρίου 1668 – 11 Σεπτεμβρίου 1733) ήταν Γάλλος συνθέτης, οργανίστας και τσεμπαλίστας της μπαρόκ περιόδου. Γνωστός και ως Couperin le Grand (Κουπρέν ο Μέγας) καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια μουσικών, εξέχον μέλος της οποίας ήταν και ο θείος του, Λουί Κουπρέν.

Γεννημένος στο Παρίσι, ο Κουπρέν έλαβε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον πατέρα του Σαρλ, ο οποίος απεβίωσε όταν ο Φρανσουά ήταν μόλις 10 ετών, καθώς και τον Ζακ-Ντενί Τομλέν (Jacques-Dennis Thomelin). Το 1685 διαδέχτηκε τον πατέρα του ως οργανίστας της εκκλησίας του Saint-Gervais στο Παρίσι, θέση την οποία αργότερα θα διαδεχόταν ο εξάδελφός του Νικολά, καθώς και άλλα μέλη της οικογένειας των Κουπρέν. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1689, παντρεύεται τη Μαρί-Αν Ανσώ (Marie-Anne Ansault). Από το γάμο αυτό κάνει τουλάχιστον τέσσερα παιδιά, εκ των οποίων η δεύτερη κόρη του — Μαργκερίτ-Αντουανέτ (Marguerite-Antoinette) — θα γίνει αργότερα συνθέτις και μουσικός.

Το 1693 ο Φρανσουά διαδέχτηκε τον καθηγητή του Τομλέν ως οργανίστας του βασιλικού παρεκκλησίου (Chapelle Royale), λαμβάνοντας τον τίτλο του βασιλικού οργανίστα της αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Την ίδια περίπου εποχή ο Κουπρέν λαμβάνει τη βασιλική άδεια να εκδώσει τα πρώτα του έργα. Πρόκειται για τις δύο λειτουργίες για όργανο (βλ. παρακάτω), τα μοναδικά έργα για όργανο που εξέδωσε ποτέ. Σημαντική ώθηση για την κίνηση αυτή είχε από έναν εξίσου γνωστό αυλικό συνθέτη, τον Μισέλ-Ρισάρ Ντελαλάντ, κάτι που διαφαίνεται από την approbation του στην ίδια έκδοση (εγκριτική επιστολή που απαντάται στις περισσότερες εκδόσεις της εποχής). Παράλληλα με τα καθήκοντα της νέας του θέσης, αναλαμβάνει τη διδασκαλία αρκετών μαθητών· ως καθηγητής του Δούκα της Βουργουνδίας, του Κόμη της Τουλούζης, της Πριγκήπισσας του Κοντί καθώς και των κορασίδων του Δούκα της Βουρβώνης, καταφέρνει να φτάσει το ετήσιο εισόδημα των 1000 λιβρών. Ένα νέο -πολυτελέστερο- διαμέρισμα στην οδό St. François είναι το επιστέγασμα της επαγγελματικής του ανόδου, ενώ το 1702 λαμβάνει και τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος των Λατράνων (Chevalier de l’Ordre de Latran). Ο τίτλος του βασιλικού μουσικού (ordinaire de la musique de la chambre du Roi) ήρθε το 1712· τα καθήκοντά του περιελάμβαναν μια εβδομαδιαία συναυλία, που είχε συνήθως τη μορφή σουίτας για βιολί, βιόλα ντα γκάμπα, όμποε, φαγκότο και τσέμπαλο, του οποίου ήταν και εμπνευσμένος ερμηνευτής. Το 1717 διαδέχτηκε τον Ντ’Ανγκλεμπέρ (D’ Anglebert) ως βασιλικός τσεμπαλίστας, ενώ παράλληλα είχε ήδη αρχίσει να επεκτείνει την εκδοτική του δραστηριότητα. Το 1713 εκδίδει το πρώτο βιβλίο για τσέμπαλο και τα επόμενα χρόνια ακολουθούν και τα υπόλοιπα. Ανάμεσα στα έργα που εξεδόθησαν εμφανίζονται και τα περίφημα Leçons de tenébres· δυστυχώς μόνο τρία από τα συνολικά εννέα σώζονται, δείγμα εξαίρετης γραφής για φωνή και συνεχές βάσιμο.

Με τον θάνατο του Λουδοβίκου το 1715 τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Ο Κουπρέν έβρισκε υπερβολικά ελαφρά την ατμόσφαιρα στην αυλή, ωστόσο συνέχισε τα καθήκοντά του. Το 1723 η κατάσταση της υγείας του άρχισε να χειροτερεύει, οδηγώντας τον να ζητήσει τη βοήθεια του ανεψιού του Νικολά, και εν τέλει παραδίδοντάς του το πόστο του οργανίστα στην εκκλησία του St Gervais. Μάλιστα, στον πρόλογο της έκδοσης του τέταρτου βιβλίου για τσέμπαλο το 1728, ο ίδιος ο Κουπρέν αναφέρεται στη φθίνουσα κατάσταση της υγείας του. Εν τέλει, τρία χρόνια αργότερα, παραιτήθηκε από τα αυλικά του καθήκοντα και προώθησε την κόρη του Μαργκερίτ-Αντουανέτ, η οποία και ανέλαβε τη θέση της αυλικής τσεμπαλίστα το 1736.

Το 1733 ο Κουπρέν πεθαίνει. Το όνομά του είναι ήδη γνωστό όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά στην Ιταλία και τη Γερμανία. Ο σεβασμός που εμπνέει σε πολλούς συνθέτες και μουσικούς είναι εμφανής σε πολλά κείμενα της εποχής. Δεν είναι γνωστό αν το επίθετο le grand του είχε αποδοθεί όσο ήταν εν ζωή· πάντως σε κείμενο του 1780 που υπογράφει ο La Borde, αναφέρεται η φράση “François Couperin, surnommé le grand“. Η αλληλογραφία που φημολογείται ότι διατηρούσε με τον Μπαχ δεν βρέθηκε ποτέ. Ωστόσο, ο Γερμανός συνθέτης κατείχε παρτιτούρες του και η επιρροή είναι εμφανής σε ορισμένα έργα, τόσο σολιστικά όσο και ορχηστρικά.

Το όνομά του ξεχνιέται μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε και ο Μπραμς (σε συνεργασία με τον Friedrich Chrysander) επιμελήθηκε την πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση των έργων του, το 1888. Τα έργα του επηρέασαν αρχικά τον Ρίχαρντ Στράους, τον Κλωντ Ντεμπυσσύ, αλλά και τον Μωρίς Ραβέλ, ο οποίος έγραψε προς τιμή του το έργο “Le tombeau de Couperin” (“Ο τάφος του Κουπρέν”). Το 1932 αρχίζει μια πιο συστηματική μελέτη του έργου του, φτάνοντας στη δεκαετία του 1980, με τις αναθεωρημένες και πιο “αυθεντικές” (Urtext) εκδόσεις των Davitt Moroney και Kenneth Gilbert.

Η μουσική του

Ο Κουπρέν επηρεάστηκε σημαντικά από τον Ιταλό συνθέτη και βιολονίστα Αρκάντζελο Κορέλλι, πατέρα της τριο-σονάτας. Το νέο μουσικό είδος εισήγαγε στη Γαλλία με τον όρο sonate en trio, καθιερώνοντάς την με το αριστουργηματικό “Παρνασσός, ή Η Αποθέωση του Κορέλλι” (“Le Parnasse, ou L’apothéose de Corelli“). Στο έργο αυτό διαφαίνεται η συνύφανση του γαλλικού με το ιταλικό ύφος, ιδιαιτέρως δε σε μια σειρά κομματιών που ονόμασε “Les goûts réunis” (“Τα Ενωμένα Ύφη”).

Το πιο γνωστό, παιδαγωγικό του βιβλίο είναι το “L’art de toucher le clavecin” (“Η Τέχνη του Παίζειν Κλειδοκύμβαλο” -1716), στο οποίο, μέσα από μια σειρά μαθημάτων, δίνει οδηγίες και προτάσεις πάνω σε θέματα δακτυλισμού, αφής, καλλωπισμών και άλλων θεμάτων που αφορούν στο τσέμπαλο. Φαίνεται ότι ο Μπαχ επηρεάστηκε απ’ το έργο αυτό και κατόπιν υιοθέτησε τη μέθοδο δακτυλισμού με τη χρήση του αντίχειρα.

Ο Κουπρέν εξέδωσε τέσσερις τόμους με μουσική για τσέμπαλο (Παρίσι 1713, 1717, 1722 και 1730), στους οποίους περιέχονται πάνω από 230 αυτοτελή κομμάτια, τα οποία μπορούν να εκτελεστούν κατά μόνας ή κατά σύνολο. Ο Κουπρέν τα ομαδοποίησε κατά τάξη (ordre) και όχι κατά σουίτα, όπως ήταν καθιερωμένο εκείνη την εποχή. Στην ουσία οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι, ωστόσο ο Κουπρέν εμπλουτίζει τις τάξεις τόσο με χορούς όσο και με περιγραφικά κομμάτια.

Τα περισσότερα απ’ αυτά τα κομμάτια έχουν εξαιρετικά υποβλητικούς και γραφικούς τίτλους, ενώ είναι γραμμένα σε τονικότητες που σχετίζονται με τη θεματολογία τους. Με τις τολμηρές αρμονίες και τις διάφωνες συγχορδίες τους, τα κομμάτια αυτά μοιάζουν με μινιατουρίστικα τονικά ποιήματα, κάτι που προκάλεσε τον Ρίχαρντ Στράους να ενορχηστρώσει μερικά.

Έργα για όργανο

Μόνο μία συλλογή με κομμάτια για όργανο του Κουπρέν έχει σωθεί, η οποία έχει τίτλο Pièces d’orgue consistantes en deux messes (Κομμάτια για όργανο που αποτελούν δύο λειτουργίες -1689). Οι δύο αυτές λειτουργίες προορίζονταν για διαφορετική χρήση η μία από την άλλη: η πρώτη –Messe à l’Usage des Paroisses– απευθύνονταν σε ενορίες, ενώ η δεύτερη –Messe propre pour les convents de religieux et religieuses– σε μονές και αββαεία.

Η “Λειτουργία για Όργανο” δεν ήταν κάτι άγνωστο στους Γάλλους συνθέτες της εποχής· υποκαθιστώντας τη χορωδία, τα κομμάτια είναι γραμμένα πάνω στην ακολουθία μιας θείας λειτουργίας: Kyrie, Gloria, Sanctus), Agnus Dei, και τα συμπληρωματικά Offertoire και Deo gratias για την ολοκλήρωση του μυστηρίου. Όπως και οι προκάτοχοί του, Νιβέρ, Λεμπέγκ, Μπουαβέν κ.ά., ο Κουπρέν αντλεί τη θεματολογία του από Γρηγοριανούς Ψαλμούς και χρησιμοποιεί τα μέλη ως μοτίβα. Η ανάπτυξη αυτού του υλικού συνυφαίνεται με μουσικές φόρμες, όπως η φούγκα και η άρια, καθώς και με τη χορευτική μουσική της περιόδου, καθιστώντας τη μουσική αυτή ένα πολύχρωμο και πολύρρυθμο παλίμψηστο.

Πηγή: wikipedia

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή