Φτιάχνουν σενάρια για τον αποκεφαλισμό του «βέτο» και κλείνουν το μάτι σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις

Οι σχεδιασμοί της ΕΕ μετά τις εκλογές, τα διλήμματα και οι επιλογές της Κύπρου - Ποιες σκέψεις γίνονται για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η εκλογή του/της Προέδρου της Επιτροπής και οι προϋπολογισμοί

by Times Newsroom

Γιάννος Χαραλαμπίδης

Η ΕΕ οδηγείται στις 9 Ιουνίου σε ευρωεκλογές. Και η Ευρώπη αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Γι’ αυτό και γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις, που, δυστυχώς, δεν ήταν αντικείμενο του προεκλογικού, αλλά υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, οι οποίες εκτιμούν ότι θα τεθούν επί τάπητος μετά την έγκριση του Κολεγίου της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ποια είναι λοιπόν τα ζητήματα που απασχολούν την ΕΕ και είναι εκ των πραγμάτων συναφή με την Κύπρο; Αφενός θα πρέπει να γίνουμε κοινωνοί τους και, αφετέρου, θα πρέπει να διατυπώσουμε ως λαός, κόμματα και Κυβέρνηση, θέση.

Μπορεί η Κύπρος να συνδέσει την κατάργηση του «βέτο» με την κατοχή και πώς;

Σχετίζεται και πώς η Γερμανική, με την Τουρκική Ευρώπη;

«Βέτο», δημοκρατία συμφέροντα

Έχουμε, λοιπόν, και λέμε:

  1. Κατάργηση ή όχι του «βέτο» σε θέματα κυρίως της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής. Επί τούτου, υπάρχουν δυο σχολές σκέψης. Η μια είναι αυτή που ισχυρίζεται ότι μικρά ή μεσαίου μεγέθους κράτη δεν μπορούν να μπλοκάρουν την πολιτική της ΕΕ, γεγονός που συνέβη στην περίπτωση της Ουγγαρίας στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας και σε άλλα ζητήματα. Προβάλλεται, μάλιστα, ο ισχυρισμός ότι θα υπάρξουν ειδικές πλειοψηφίες ακόμη και «minority blocking vote», αναλόγως βεβαίως της περιπτώσεως, για να κατοχυρωθούν τα μικρά κράτη. Αυτό σημαίνει ότι με έναν αριθμό κρατών, που θα αντιστοιχεί σε ποσοστό πληθυσμού, θα έχει η μειοψηφία τη δυνατότητα οιονεί «βέτο». Η άλλη σχολή προβάλλει το ορθό νομικό και πολιτικό επιχείρημα ότι το «βέτο» ανήκει στον σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας και συνιστά θεμελιώδη απόδειξη της ισότητας και ισοτιμίας μεταξύ των κρατών μελών, ανεξαρτήτως μεγέθους. Τάσσεται, δηλαδή, εναντίον του σεναρίου για τον αποκεφαλισμό του δικαιώματος της αρνησικυρίας. Θέτει, μάλιστα, το ακόλουθο συναφές ερώτημα: Πώς θα λειτουργήσει μια ΕΕ χωρίς «βέτο», όταν δεν έχει δική της αυτόνομη άμυνα και εξωτερική πολιτική και όταν θεσμικά, δηλαδή διά των συνθηκών, είναι αγκιστρωμένη στο ΝΑΤΟ, εφόσον πλην της Κύπρου, της Μάλτα και της Αυστρίας, οι υπόλοιπες χώρες είναι μέλη της Συμμαχίας; Επί τούτου εγείρονται τα εξής ερωτήματα: Α) Είναι έτοιμα όλα τα κράτη – μέλη να πληρώσουν για μια αυτόνομη άμυνα; Β) Ποιες θα είναι οι σχέσεις της με το ΝΑΤΟ; Γ) Ποια είναι η θέση των ΗΠΑ, με τις οποίες πλείστες των κρατών – μελών της ΕΕ έχουν σχέση εξάρτησης, ειδικώς μετά την κρίση στην Ουκρανία και την ανάδειξη μιας νέας ρωσικής απειλής; Πώς η ΕΕ θα απεγκλωβιστεί από το δόγμα, «Αμερική, η μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή Δύναμη»; Και τι θα συμβεί με τη Γερμανία; Οικονομικά είναι η ισχυρότερη δύναμη. Εάν γίνει και στρατιωτικά; Ήδη έχουμε, κατά πολλούς, μια Γερμανική Ευρώπη αντί μια Ευρωπαϊκή Γερμανία. Δεν υπάρχει το δίλημμα εάν η Γερμανία είναι δημοκρατική ή όχι, αλλά εάν, πλέον, εκτός από οικονομικά, θα κυριαρχήσει και στρατιωτικά. Θα της επιτραπεί από τις ΗΠΑ, των οποίων ποια θα είναι η νέα πολιτική προσέγγιση εάν χάσουν οι Δημοκρατικοί τις εκλογές σε έναν χρόνο, στο τρίγωνο Ευρώπη, Ρωσία και Κίνα;

Το διαπραγματευτικό όπλο και ο Αττίλας…

Το θέμα αυτό, δηλαδή της απώλειας του «βέτο», αφορά άμεσα την Κύπρο. Διότι, αν έχει ένα νομικό, πολιτικό και διπλωματικό όπλο στην υπό κατοχή κατάσταση που της επιβάλλεται από την Τουρκία, αυτό είναι το «βέτο». Εάν δεν το χρησιμοποιεί, είναι λόγω λανθασμένης πολιτικής προσέγγισης ή συγκυριών. Άλλωστε, η σημασία του «βέτο» δεν είναι η άσκησή του, αλλά η απειλή, που προκαλεί, για να μπει ένα μικρό ή μεσαίας εμβέλειας κράτος σε μια διαπραγμάτευση με τους πιο ισχυρούς. Αλλιώς, συνθλίβεται. Πώς η Κύπρος να ταχθεί υπέρ της κατάργησης του «βέτο», όταν η κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας, καθώς και η εξωτερική πολιτική της ΕΕ δεν τερματίζουν την κατοχή, λόγω δικών μας λανθασμένων πολιτικών επιλογών και ένεκα συμφερόντων μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, που θέτουν στο περιθώριο τις αρχές και αξίες της δημοκρατίας και φέρνουν στην επιφάνεια τα συμφέροντα και δη τα γεωπολιτικά; Επί του τομέα αυτού αποτύχαμε, διότι ούτε το Δόγμα προωθήσαμε ως υποσύστημα ασφάλειας της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στο πλαίσιο της στρατηγικής πυξίδας, αλλά ούτε και κάτι άλλο πράξαμε. Όπως θα έπρεπε να ήταν η σύνδεση της εισβολής της Ουκρανίας με το Κυπριακό και η δημοκρατική λύση αντί της ομοσπονδίας και της ισότιμης κυριαρχίας που αποτέλεσε την Κερκόπορτα για την ισότιμη κυριαρχία και τα δύο κράτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Κυπριακή Δημοκρατία ουδόλως μπορεί να δώσει την τελευταία ασπίδα και όπλο αμύνης της ύπαρξής της, δηλαδή το «βέτο», με άλλα λόγια την κυριαρχία της σε επίπεδο άμυνας και εξωτερικής πολιτικής στις Βρυξέλλες.

Προϋποθέσεις αρχών…

Συζήτηση για το «βέτο» της Κύπρου μπορεί να γίνει, εάν αυτό συνδεθεί από τώρα με:

Α) Την ενίσχυση της Εθνικής Φρουράς με οπλικά συστήματα από τα κράτη – μέλη της ΕΕ, όπως συμβαίνει με την Ουκρανία, για την αποτροπή της τουρκικής απειλής.

Β) Την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο και την αποδοχή από πλευράς Τουρκίας για ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, ώστε ν’ αποτελέσει η φόρμουλα αυτή συμμαχική σχέση και απαλλαγή μας από τις συνθήκες εγγύησης.

Γ) Λύση στο Κυπριακό επί τη βάσει των αρχών και αξιών της ΕΕ για τον τερματισμό της παραβιασθείσας από την Τουρκία εννόμου τάξεως του ενιαίου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτό εντάχθηκε στην ΕΕ επί τη βάσει του Πρωτοκόλλου 10. Εννοείται ότι δεν μπορεί να δοθεί το «βέτο» εάν η ΕΕ δεν πιέσει την Τουρκία να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 καθορίζει, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα του κεκτημένου. Διότι δεν θα παραμείνουμε εκλιπούσα για την Άγκυρα και χωρίς «βέτο», δηλαδή κυριαρχία, στον σκληρό πυρήνα εντός της ΕΕ. Και στο έλεος των συμφερόντων των εταίρων μας και της Τουρκίας.

Δημοψήφισμα και πηγή κυριαρχίας

Αυτές είναι μερικές από τις προϋποθέσεις, που μπορούν να τεθούν στο τραπέζι. Άλλωστε, για να προχωρήσει η διαδικασία, επιβάλλεται αλλαγή Συνθηκών και ομόφωνη απόφαση από το Συμβούλιο και τα κράτη – μέλη. Είτε μέσω των Κοινοβουλίων είτε μέσω δημοψηφισμάτων. Στη δική μας περίπτωση, ουδόλως μπορεί να ληφθεί η απόφαση όπως στην περίπτωση του Ευρωσυντάγματος στο παρελθόν από τη Βουλή, αλλά μόνο μέσω δημοψηφίσματος, διότι είναι ζήτημα υψηλής κυριαρχίας και μόνο ο λαός έχει δικαίωμα με άμεση δημοκρατία να αποφασίσει. Ο λαός είναι η πηγή της κυριαρχίας. Αυτό άλλωστε είχε γίνει στο παρελθόν στη Γαλλία και την Ολλανδία. Και επί τούτου θα πρέπει να υπάρξει σαφής δέσμευση και της Βουλής και δη του Προέδρου.

  1. Αλλαγή του τρόπου επιλογής τού ή της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σήμερα η πρόταση έρχεται από το Συμβούλιο λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων στις Ευρωεκλογές, δηλαδή της δύναμης των κομμάτων. Και εν συνεχεία: Α) Τα κράτη καθορίζουν ένα έκαστο τον Επίτροπό τους και γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη τού ή της Προέδρου της Επιτροπής, η σύνθεση του Κολεγίου. Β) Κάθε Επίτροπος, αναλόγως του χαρτοφυλακίου του, εξετάζεται ενώπιον της αντίστοιχης Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για έγκριση και ψήφο εμπιστοσύνης με απόλυτη πλειοψηφία. Τελική ψήφος δίνεται από την Ολομέλεια. Εάν έστω και ένας από τους Επιτρόπους απορριφθεί, τότε απορρίπτεται ολόκληρο το Κολέγιο, και η διαδικασία στην Ευρωβουλή επιστρέφει στο αρχικό στάδιο. Η Πρόεδρος ή ο Πρόεδρος παραμένουν στη θέση τους. Αντικαθιστούν, συνήθως, όποιον ή όποιους έχουν απορριφθεί. Σήμερα υπάρχει μια τάση, που θέλει την εξής μεταρρύθμιση: Να μείνει εκτός εκλογής τού ή της Προέδρου της Επιτροπής το Συμβούλιο και να αναλάβει εξουσίες εξολοκλήρου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Δηλαδή να εκλέγει το ίδιο ποιος ή ποια θα είναι η Πρόεδρος και το Κολέγιο. Στην πρόσθετη ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπάρχει η αντίληψη ότι, πλέον, θα πρέπει να αποφασίζει μόνο του για τους επταετείς προϋπολογισμούς της ΕΕ και όχι όπως συμβαίνει σήμερα. Τι συμβαίνει σήμερα; Το Κοινοβούλιο συναποφασίζει με το Συμβούλιο. Πρόκειται για μια αντίληψη, που θέλει να φέρει την ΕΕ πιο κοντά σε ένα οιονεί Κοινοβουλευτικό Σύστημα. Το πρόβλημα με τους προϋπολογισμούς είναι ότι αφορά άμεσα τη λειτουργία των κρατών – μελών, που δίνουν και παίρνουν, και δη χρήματα για να καλύψουν διάφορους τομείς και πολιτικές, από τη γεωργία ώς τις επιχειρήσεις και την αλιεία, οπότε θα είναι δύσκολο να αφήσουν εαυτούς εκτός λήψης αποφάσεων. Σημαίνει ότι, όπως και στην περίπτωση του «βέτο», κάθε θεσμική μεταρρύθμιση χρειάζεται την ομοφωνία όλων των κρατών – μελών μέσω των εθνικών τους θεσμικών διαδικασιών, όπως είναι είτε τα Κοινοβούλια είτε τα δημοψηφίσματα.

Το δίλημμα και η μπουκιά του θηρίου

Βεβαίως, υπάρχουν μια σειρά άλλων ζητημάτων, που απασχολούν την ΕΕ, από τη διεύρυνση ώς τη λεγόμενη αυτόνομη άμυνα και τις σχέσεις της με την Τουρκία, που λογικά θα έπρεπε να περνούν μέσω του Κυπριακού. Η πλήρης ένταξη δεν φαίνεται να είναι μια πρακτική επιλογή. Διότι, εκτός των άλλων, η Τουρκία δεν έχει πρόθεση να προχωρήσει σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και εις γάμου κοινωνίαν με την ΕΕ, δηλαδή σε πλήρη ένταξη. Εγείρεται ζήτημα συνοχής, διότι η χώρα λειτουργεί επί τη βάσει δημοκρατικών ελλειμμάτων, ενώ η ΕΕ επί της κάλυψης της δημοκρατίας. Άρα η συνοχή των δυο πλευρών στηρίζεται σε αντίστροφους δείκτες. Και, πέραν τούτου, η Τουρκία είναι μια περιφερειακή δύναμη παγκοσμίων διαστάσεων. Το θέμα της πλήρους ένταξής της εγείρει ένα ερώτημα ανάλογο του γερμανικού: Εάν, δηλαδή, θα έχουμε μια Ευρωπαϊκή Τουρκία ή μια Τουρκική – Μουσουλμανική Ευρώπη; Όταν μια τέτοια εξέλιξη τρομάζει τα μεγάλα κράτη της ΕΕ πόσω μάλλον εμάς, που είμαστε μια μπουκιά από το στόμα του θηρίου….

*Δρ των Διεθνών Σχέσεων

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com