Γιώργος Σκιάνης: “Το βαρύ πεπόνι”

Δε θέλω νανούρισμα, λέει το πεπόνι. Θέλω να με λες αστυνόμο, ασφαλίτη, έστω μπάτσο. Εσένα πώς σε λένε;

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

Το βαρύ πεπόνι

 

Ο Χρήστος ο Κανούσης αγαπούσε την κηπουρική. Η δουλειά του στο υπουργείο ήταν το ζην, ο κήπος του το ευ ζην.

Άπειρες ώρες περνούσε στον κήπο και πολλές ώρες στην έρευνα για την καλλιέργεια των ζαρζαβατικών και των φρούτων ώστε να αποδίδει ο κόπος του.

Τα ζαρζαβατικά του πήγαιναν σφαίρα. Ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές, αγγούρια, κολοκύθια, σέλινα, κρεμμύδια, σπανάκια, λάχανα Βρυξελών, κουνουπίδια, όλα τελοσπάντων αυτά τα ωραία  ήταν το καμάρι του. Πήγαιναν οι φίλοι, τους έκανε ξενάγηση και τα φωτογράφιζαν με ενδιαφέρον.

Και το αμπελάκι του με τον ροδίτη πήγαινε καλά. Έβγαζε το κρασάκι του και το εμφιάλωνε, με ετικέτα παρακαλώ. Κτήμα Κανούσης. Μάλιστα.

Τώρα, στα καρπούζια δεν είχε και τόση επιτυχία αλλά εκεί που τα πήγαινε πραγματικά άσχημα ήταν στα πεπόνια. Πανωλεθρία. Πρακτικά δεν είχε βγάλει ούτε ένα πεπόνι της προκοπής.

Ο Χρήστος ο Κανούσης δεν την άντεχε την αποτυχία. Τον τρέλαινε. Κάθε τόσο ρωτούσε τον γερο-Νικόλα που ήταν φίνος μπαξεβάνης με παράδοση. Αυτός του έδινε πάντα θετικές οδηγίες αλλά στα πεπόνια δεν είχε βοηθήσει.

Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο του Νικόλα και ακούστηκε ο Χρήστος απελπισμένος: Νικόλα έκανα όλα όσα μού ‘πες. Αποστάσεις, λιπάσματα, κάλυψη, κορφολόγημα, τα πάντα. Τζίφος.

Ο γερο-Νικόλας τον λυπήθηκε: άκουσε Χρήστο. Θα σου πω ένα μυστικό που δεν το ξεστομίζω συχνά γιατί κάποιοι με πήραν στο ψιλό όταν τους το εμπιστεύτηκα. Πρέπει να πιάνεις την κουβέντα με τα μικρά πεπονάκια. Πώς δηλαδή; Θα πηγαίνεις το βραδάκι και θα πιάνεις συζήτηση. Θα τα καλοπιάνεις και θα τα ηρεμείς.

Ο Χρήστος τον έχει Θεό τον Νικόλα. Ότι του λέει είναι νόμος. Έτσι, με το που ξεπρόβαλε το πρώτο πεπονάκι, άφησε την Ρηνιώ μπροστά στην τηλεόραση λέγοντάς της ότι πάει μια βόλτα στον μπαξέ. Τώρα, βραδιάτικα, άνθρωπέ μου; Μύγα σε τσίμπησε; Εσύ δουλειά σου κυρά Ρήνη! Χάζεψε στο κουτί να δεις χαΐρι!

Μια και δυο στο πεπονάκι ο Χρήστος, κάθισε δίπλα του και άρχισε τα γλυκόλογα: Έλα παιδάκι μου, πάρε το νεράκι σου από το χωματάκι που σου έβαλα και έχει όλες τις θρεπτικές ουσίες, πρόσεχε τον ήλιο τον πολύ, είδες ότι σου έβαλα ειδικό κάλυμμα, θα μεγαλώσεις και θα γίνεις κουκλί! Θες να σου πω ένα γλυκό νανούρισμα;

Δε θέλω νανούρισμα, λέει το πεπόνι. Θέλω να με λες αστυνόμο, ασφαλίτη, έστω μπάτσο. Εσένα πώς σε λένε; Χρήστο Κανούση, απαντάει με τα μάτια γουρλωμένα ο κηπουρός. Τό ‘ξερα! Τό ‘ξερα ότι θά ‘πεφτα σε γνωστό, του σιναφιού! Εμένα με λέγανε Ζούζουλα. Με θυμάσαι; Συνάδελφος του πατέρα σου. Γενική Ασφάλεια; Σπουδαστικό;

Πώς, θυμάμαι ! Σε φωνάζανε βαρύ πεπόνι!

Νάτα λοιπόν! Τώρα μπορούμε να συνεννοηθούμε. Για τη μετεμψύχωση έχεις ακούσει, έτσι; Κάτι λίγα. Ε, λοιπόν ισχύει απολύτως. Και ισχύει ότι γεγονότα, συναισθήματα και συμπεριφορές σου καθορίζουν το είδος και την ποιότητα της επόμενης ύπαρξής σου. Τι μου λες; Δηλαδή επειδή εσένα σε φωνάζανε βαρύ πεπόνι, στην επόμενη ζωή έγινες πεπόνι; Ναι, έπαιξε ρόλο. Τον πατέρα μου τον φώναζαν καπετάνιο, τώρα υπάρχει ένα παιδί που σε λίγα χρόνια θα μπαρκάρει και είναι ο πατέρας μου;

Μπορεί αλλά μάλλον όχι. Στο μεταγωγών, που περιμέναμε για να μπούμε στην καινούρια μας ύπαρξη, ξέρεις τι λέγανε; Τι λέγανε; Όσο τα κολοκύθια είναι φαΐ άλλο τόσο οι ασφαλίτες είναι άνθρωποι.

Δηλαδή ο μπαμπάς μου θα είναι κι αυτός ζαρζαβατικό; Έτσι το βλέπω, καμιά μάπα, κάνα αγγούρι…

Για να πούμε την αλήθεια, λέει σκεφτικός ο Χρήστος, μάλλον σας άξιζε η κατάντια. Είχατε ρίξει πολύ ξύλο. Φάλαγγα, ηλεκτροσόκ…

Ρε φίλε, εντολές εκτελούσαμε. Προστατεύαμε το καθεστώς! Και δεν υπήρχε άλλος τρόπος; Βλέπεις εσύ άλλο τρόπο; Εγώ δεν βλέπω ξύλο και βασανιστήρια. Να σου πω κάτι; Αυτοί που δίνανε τις εντολές δεν λέρωσαν τα χέρια τους ούτε με ξύλο ούτε με βασανιστήρια. Και τώρα προσκαλούνται πρώτοι-πρώτοι, αυτοί και τα τέκνα τους, στη γιορτή αποκατάστασης της δημοκρατίας.

Αυτοί δεν είναι σαν τα κολοκύθια; Στην επόμενη ζωή τους δεν θα γίνουν μελιτζάνες; Κανείς δεν ξέρει, είπε το πεπόνι, ο Ζούζουλας. Δικαιοσύνη δεν υπάρχει πουθενά. Μα τώρα με παρασκότισες. Τράβα να κοιμηθείς και άσε τα νανουρίσματα.

Την άλλη μέρα το πεπονάκι ήταν ξερό και ο Χρήστος περίμενε το επόμενο με την ελπίδα ότι δεν θα ήταν ο Σμαΐλης.

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ

Ο Γιώργος Σκιάνης γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τους Ταξιάρχες (Κακολύρι) της Εύβοιας και την Σύρο. Μεγάλωσε στην Αθήνα όπου τελείωσε το σχολείο. Σπούδασε Φυσική στο ΕΚΠΑ και συμμετείχε στην αντιδικτατορικό αγώνα. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικό στη Γεωφυσική στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Από το 1982 εργάζεται στο Γεωλογικό Ινστιτούτο (ΙΓΜΕ, τώρα ΕΑΓΜΕ) σαν ερευνητής. Ενδιαφέρεται για την φιλοσοφία, την ιστορία, την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την λογοτεχνία όπως και τον κινηματογράφο. Έχει γράψει ανέκδοτα κινηματογραφικά σενάρια και λίγες μικρές ιστορίες. Ζει στα Βριλήσσια με την γυναίκα του, την σκυλίτσα και την γάτα τους. Έχει δύο γιους.

Τελευταία άρθρα απόΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΙΑΝΗΣ (δείτε τα όλα μαζί)

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή