Η ποίηση του ποιητή Γιάννη Δάλλα μέσα από το κριτικό βλέμμα του ανθολόγου Ντίνου Χριστιανόπουλου

by ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Η ποίηση του Γιάννη Δάλλα με τα μάτια του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου

  • Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ
  • giorgosbalurdos.blogspot.com 

Ο Γιάννης Δάλλας γεννήθηκε το 1924 στη Φιλιππιάδα της Πρέβεζας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εργάστηκε ως καθηγητής σε διάφορες κωμοπόλεις της Ηπείρου και σήμερα διευθύνει ένα ιδιωτικό γυμνάσιο στα Γιάννενα, όπου διαμένει από το 1954. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1948 με την ωδή “Federico Garcia Lorca”, που αργότερα την παραμέρισε. Είναι κυρίως δοκιμιογράφος’ τα δοκίμιά του, συγκεντρωμένα σε δύο τόμους, δείχνουν καλό στοχαστή και κριτικό, παρόλο που το ύφος τους είναι διανθισμένο με πολλά σχήματα λόγου. Από το 1959 ως το 1967 ο Δάλλας έβγαζε το λογοτεχνικό περιοδικό «Ενδοχώρα» που έδωσε νέα ώθηση στην πνευματική ζωή των Ιωαννίνων και που παρουσίασε πολλούς αξιόλογους νέους Ηπειρώτες λογοτέχνες.

Το ποιητικό του έργο είναι συγκεντρωμένο σε δύο τόμους: την «Εξαγορά 1948-1964» (1965) και την «Ανατομία» (1971). Η «Εξαγορά» περιλαμβάνει τις εξής ποιητικές συλλογές: «Οι εφτά πληγές» (1950), «Απόπειρα μυθολογίας» (1952), «Κυκλοδίωκτα» (1956) και «Πόρτες εξόδου» (1962), από την οποία τα μισά ποιήματα εμφανίζονται σαν ξεχωριστή ενότητα με τον τίτλο «Παρθενία». Η «Εξαγορά» περιέχει αναθεωρημένα τα ποιήματα του Δάλλα, με αρκετές προσθαφαιρέσεις και τροποποιήσεις. Πολλές όμως από τις διορθώσεις αλλοιώνουν τόσο πολύ το νόημα (λ.χ. σ’ ένα ποίημα ο «μπάσταρδος» γίνεται «νυχτερίδα»), ώστε να αναρωτιέται κανείς μήπως ο ποιητής δεν τα πονάει τα ποιήματά του και τα πλάθει κάθε λίγο όπως του ‘ρχεται.

Διαβάζοντας την «Εξαγορά» μένουμε με την εντύπωση μιάς επίδειξης στιχουργικών και γλωσσικών πυροτεχνημάτων. Ο Δάλλας έχει μια καταπληκτική άνεση να δημιουργεί τολμηρούς συνδυασμούς λέξεων που προσφέρουν συχνά νεόκοπες έννοιες και σχήματα, μα που δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη ιδιαίτερου ψυχικού και πνευματικού χώρου. Αφετηρία του στάθηκε το θολό ποιητικό κλίμα της Αθήνας γύρω στα 1945-1950, με τα ξεθυμασμένα επιβιώματα του υπερρεαλισμού. Φαίνεται επίσης πώς δέχτηκε κάποια επίδραση από τον Έλιοτ διαμέσου του Σεφέρη, και πιο πολύ του Πάουντ διαμέσου του Σινόπουλου. Η «Απόπειρα μυθολογίας» κυρίως, αλλά και τα πρίν και τα μετά ποιήματα, δείχνουν εξάρτηση από τα «Κάντος» και τις απομιμήσεις τους από τον Σινόπουλο. Η έλλειψη ιδιαίτερου ψυχισμού φαίνεται και από την ικανότητα του Δάλλα να μιμείται ξένες εκφραστικές, ύμνους πρωτογόνων ( «Ο χορός των μαύρων»), το ύφος του Αγαθάγγελου («Εν τη μονή Ρωγών»), την «Τρελή μάνα» του Σολωμού («Αντιχορικό»), Κάλβο (Συνείδησις»). Καβάφη (Χαίρειν»), Ελύτη («Επωδός), Σινόπουλο («Η βίζιτα»), Αναγνωστάκη («Ανατομία» 31) κ.ά.-και χώρια τα θραύσματα από αρχαίους στίχους, αλά Σεφέρη, που εντειχίζονται στη φανταχτερή τοιχοδομία του Δάλλα. Μόλις στα «Παρθένια» και στις «Πόρτες εξόδου» ο λόγος γίνεται κάπως πιό στιβαρός-σηκώνει όμως κι άλλη επεξεργασία.

Η «Εξαγορά» είναι κι αυτή ένα χρονικό της πρώτης μεταπολεμικής εικοσαετίας, με αναμνήσεις από την κατοχή και τα κατοπινά δύσκολα χρόνια, τους σκοτωμούς, την ταλάντευση της κοινωνικής συνείδησης, τη διφορούμενη στάση τις τύψεις που ζητούν «εξαγορά». Η ευαίσθητη κεραία του Δάλλα συλλαμβάνει καίρια μηνύματα, μα τα εκπέμπει βραχνά. Οι σταθμοί του είναι γεμάτοι παράσιτα. Τα καλά ποιήματα είναι λίγα και οι καλοί στίχοι σκόρπιοι εδώ κι εκεί. Οι καλύτεροι μάλιστα στίχοι δεν είναι και οι πιό αντιπροσωπευτικοί:

 οι μαστοί σου το ξέρεις ωρίμασαν έγιναν δυό δορκάδες δίδυμες
μπαίνουν στον αμπελώνα μου παγιδεύουν τα χρωματιστά πουλιά
τα μάτια σου δυό ποτάμια που καιροφυλακτούν για πλημμύρα
βλέπουν τα μαλλιά σου και ντρέπονται οι φλέβες του χρυσαφιού

ή

Καλύτερα να ρωτήσεις τα μάτια των βοδιών
είναι τα μόνα που μοιάζουν στις μέρες μας σαν αστροφεγγιές
μπορεί να φύλαξαν κάτι απ’ τον αιώνα της απογραφής

Τέτοια fragmenta βρίσκει κανείς αρκετά, κι αυτά δίνουν αξία στο έργο του Δάλλα. Δεν είναι μάλιστα χωρίς σημασία το ότι τα περισσότερα είναι ερωτικά, ενώ ο ποιητής τους θα ήθελε να είναι πιό πολύ κοινωνικός.

Η «Ανατομία» είναι ακόμη πρόσφατη για να αποτιμηθεί. Αν και ισχύουν κι εδώ όσα σημειώθηκαν για την «Εξαγορά», υπάρχει μιά σημαντική διαφορά: κυριαρχούν οι υπαινιγμοί σε θέματα και προβλήματα σχετικά με την τελευταία κατάσταση. Είναι, ας πούμε, ποιήματα «πολιτικά»: ανατομία της σύγχρονης «αντίστασης» και «κατάθεση) αυτοκριτικής, απολογία της «ποίησης της ήττας» σ’ αυτούς που «έχουν το θράσος να παρασταίνουν τον κομμωτή των επαναστάσεων» Η λυρική διάθεση υποχωρεί στο σαρκασμό. «Προς το παρόν παραμένω εκτός πεδίου βολής», εξομολογείται ο Δάλλας’ αλλά κι όταν ήταν «εντός», τι παραπάνω έκανε; Κανενός δεν ιδρώνει το αυτί με κάτι τέτοια. Κι εδώ τα καλά ποιήματα είναι λίγα και δεν απομένει παρά η σταχυολόγηση καλών στίχων:

Πού είναι η αναμενόμενη αυγή;
Αγέννητοι τη δακτυλοδεικτούν
Πένητες την προγεύονται

……………………………………

Και μένει η πλατεία έρημη
Μανιτάρι των παρελάσεων
Καθώς μαδήθηκε η ιαχή
Χωρίς αντήχηση

Αυτή με δύο λόγια είναι η ποίηση του Δάλλα: θολή εκφραστική, πολλές γιρλάντες, συνειρμική «φιλολογία». Ο Δάλλας όμως δεν είναι τυχαία φωνή. Μόνο που θα χρειαστεί να πετάξει τα διάφορα κληροδοτήματα που τον συντηρούσαν ως τώρα και να αρχίσει να σκάβει το νταμάρι του με τα ίδια του τα χέρια. Σελίδες 44-46

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ  ΤΟΥ  ΝΤΙΝΟΥ  ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Γιάννης Δάλλας

Απόπειρα μυθολογίας

ΙΙΙ

Διακόπτω την αλληλογραφία σας άνθρωπε
τώρα που προβιβάστηκα σ’ ένα τοπίο
κι αν ρωτάς τί σαλεύει στο στήθος μου:
δόκανα και φτερά.
Και βέβαια θα σας συναντήσω στα ημερήσια φύλλα
Ανάμεσα από εκπατρισμούς και ιδανικά
πού παρασύρονται απ’ τα ποτάμια μας.

Σ’ αυτή την εκβολή πού η μαχαιριά
συγγενεύει με τα τριαντάφυλλα
θα σε περιμένω.

Σήμα

Πάλι μ’ αποφεύγεις- πώς μ’ αποφεύγεις:
όπως τ’ αστροπελέκι τ’ αλεξικέραυνα
η μάνα το μάτι του μεγάλου παιδιού της
ο έμπορος την ύποπτη πραμάτια
ο πρώην φοιτητής το αίμα της γριάς τοκογλύφας.

Σ’ αυτή την ξερή γούβα του φθινοπώρου
δόξα ανάβαλέ μας για πιό εύθετους χρόνους.

Ξόρκι

Ώ τρέλα κεφαλαίο πτηνό
κουρνιάζεις στου κορμιού τη μοναξιά
μές στα συννεφιασμένα μου μυαλά
τσιμπάς τα μαλακά μου μέρη
σκύβεις και ξεδιψάς στο αίμα μου
το αίμα μου φωνάζει βοήθεια.

Ώρα κινδύνου έρχεται η Σελήνη
θα στήσω το κορμί μου σκιάχτρο.

Πόρτες  εξόδου

2

Κάποτε βγαίναμε απ’ την ίδια πόρτα.
Εσύ σα να ‘χες δυναμίτη στη φωνή
πίσω σου εγώ με την καρδιά τρεμάμενη.
Ξημέρωνε. Κι  οι δυό σα να γυρίζαμε
από ύποπτη συγκέντρωση ή από κλίνη
απ’ την παράλογη σπορά μιάς εποχής.

Τώρα είσαι μιά σημαία πίσω απ’ τα τείχη
κι εγώ σαν σιταγρός μες στις ακρίδες
και δίχως τα υποζύγια που ήξερες
τα επαναστατημένα χέρια.

5

Πώς δεν σκούριασες
χιλιάδες μέρες
σε τόσα δωμάτια.

Είναι να θαυμάζει κανείς.

Κυκλοφορείς ανεπιστρεπτί
απ’ τη μιά πόρτα στην άλλη
όπως οι Κυριακάτικοι Τάιμς

Κι όταν παίρνεις τους δρόμους
ο ουρανός ομπρέλα πού σου ξέφυγε.

Ανατομία

12

Πώς να περιγράψεις αυτή την πλατεία;

Άλλοτε τόπος θερινών αντεγκλήσεων
Τώρα σκοποβολής-
Αλλοιωμένοι πηγαίνομε κάθε πρωί
Βασανιστές και βασανιζόμενοι
Χωρίς να βλέπομε την αλλαγή
Χωρίς αιδώ που θα ‘λεγε ο ποιητής
Καμιά αμφιβολία εννοείται
Πώς είμαστε εμείς τα τεκταινόμενα
Κάθε πρωί με καινουργή προσωπεία

Η άλωσή μας έγινε. Αενάως θα γίνεται
Σ’ αυτά τα τετράγωνα.

7

Κάπως χαμήλωσε τα φώτα κι έδωσε το σύνθημα ν’ αρ-
χίσει η μουσική
Ποιά μουσική;
Αυτός ορκίστηκε πώς άκουσε σαξόφωνα ο άλλος ουρλια-
χτά σφαγείου
Σαν κατεβήκαμε τη σκάλα αναγνωρίσαμε τη μοίρα μας
σ’ αντήχηση παλίνδρομη
Άλλαξε μόνον ο ρυθμός, πιό νευρικά τα πρόσωπα στις σκά-
λες και τους διαδρόμους
Ντοπαρισμένα ως τα κατώγια του άλλου κόσμου

Κι απάνω στα υπερώα οι χρυσοποίκιλτοι
Καθένας με μιά κούκλα νεωτερισμού στην αγκαλιά του.

19

Ποιός ήλιος που αναβοσβήνει, ποιός άνεμος
Μού ‘ριξε ένα κουρέλι σκιάς τόσα χρόνια που γύρευα
Τη φωτεινή σου ανταπόκριση πίσω απ’ τα κιγκλιδώματα;

Γιατί να συμβιβαστείς-δεν λιποταχτούσες καλύτερα;

Τέρμα τα άλλοθι’ η θέση σου είν’ εκεί με το θύτη
Δεν είσαι το χταπόδι που το ‘δειρε η θάλασσα
Παρά σε ξεραίνει ο ήλιος σ’ αυτά τα πλακόστρωτα
Ένα με τους πολύποδες της Συντροφιάς.

Ανθολόγηση Ντίνου Χριστιανόπουλου, σελίδες 47-49

Περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ τετράμηνο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό. Εκδότης Ντίνος Χριστιανόπουλος. Γραφική επιμέλεια Κάρολος Τσίζεκ. Περίοδος Τρίτη. Τόμος 2ος Ιανουάριος- Απρίλιος 1973, τεύχος 4. Δραχμές 300

Μνήμη Ντίνου Χριστιανόπουλου

Ταξίδεψαν και οι δύο για το αιώνιο ταξίδι την ίδια χρονιά, με διαφορά έξι μηνών ο Χριστιανόπουλος.  Γιάννης Δάλλας (Φιλιππιάδα 23/12/1924-24/2/2020). Ντίνος Χριστιανόπουλος (Θεσσαλονίκη 20 Μαρτίου 1931-Θεσσαλονίκη 11 Αυγούστου 2020). Ποιητές, μεταφραστές, εκδότες περιοδικών, επιμελητές έργων, δοκιμιογράφοι, κριτικογράφοι και οι δύο από την ελληνική επαρχία. Καταξιωμένοι δημιουργοί, προβεβλημένοι, αγαπητοί στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και τους έλληνες κριτικούς, πολυδιαβασμένοι. Με πλούσια συγγραφική παρακαταθήκη και οι δύο. Σε δέκα μέρες συμπληρώνονται 2 χρόνια από την κοίμηση του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου. Η παρουσία του ακόμα ζωντανή στη μνήμη μας, τα λόγια του ηχούν στα αυτιά μας, τα ποιήματά του, τα πεζά του και εν γένει η συγγραφική του παρουσία, τα γραπτά του, εξακολουθούν να μας κεντρίζουν, να μας ελκύουν να τα πλησιάσουμε-εκ νέου-λες και τα λησμονήσαμε ποτέ. Πολυτάλαντος και σοβαρός στις πνευματικές και καλλιτεχνικές του καταθέσεις, συνεπής ερευνητής και ανασκαφέας της πολιτιστικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης μας κληροδότησε ένα έργο πολύπλευρο, πολύχρωμο, πολυδιάστατο, πρωτότυπο. Ένα κληροδότημα που μπορεί να περιστρέφεται κυρίως, γύρω από την γενέθλια πόλη του, την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη, δεν έμειναν οι συγγραφικές του αγάπες και τα ενδιαφέροντα όμως, μόνο στην συμπρωτεύουσα. Η αναστήλωση κειμένων του πειραιώτη Βασίλη Λαούρδα από τον εκδοτικό του οίκο, την γνωστή μας «Διαγώνιο», η παρουσίαση της ποίησης του επίσης πειραιώτη ποιητή του μεσοπολέμου Νίκου Χαντζάρα από τον ποιητή και εκδότη Τάσο Κόρφη στο περιοδικό που εξέδιδε για χρόνια, και άλλα πολλά, μας δηλώνουν την ευρεία παιδεία και καλλιέργεια του Θεσσαλονικιού ποιητή και εκδότη. Προσθετικά να συμπληρώσουμε και την μουσική αγάπη που έτρεφε ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος για το Ρεμπέτικο Τραγούδι, την Ανθολογία που συνέταξε και φυσικά την λατρεία του για τον εθνικό συνθέτη και ρεμπέτη Βασίλη Τσιτσάνη. Η ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου εξακολουθεί να γονιμοποιεί την φαντασία μας και μάλλον, ορισμένων σύγχρονων νεανικών ποιητικών φωνών και τα γραπτά τους. Ο δοκιμιακός του λόγος και τα κριτικά του σημειώματα, -όχι όλα- είναι αποδελτιωμένα και καταγεγραμμένα με επιμέλεια τόσο από τον ίδιο τον ποιητή όσο και από τους επίσημους βιβλιογράφους του. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν δύο βιβλία που αναφέρονται στην παρουσία του και στα μαθητικά του γραπτά. Σε προγενέστερο σημείωμα έχω αναφερθεί. Πάντα το έργο του βρίσκεται στην επιφάνεια των αναγνωστικών μου προτιμήσεων. Πέρα από την ποίησή του, μελετώ τα κριτικά του σημειώματα, σχόλια και παρατηρήσεις για άλλους ομοτέχνους τους. Όπως στην προκειμένη περίπτωση της ποίησης του Γιάννη Δάλλα. Κρίσεις εύστοχες, καίριες, ορθές και ακριβείς, με έναν λόγο απλό, κατανοητό μια κριτική γλώσσα καθόλου κουλτουριάρικη, κάτι που ενοχλούσε τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Επικουρικά, η ανθολόγηση ποιητικών μονάδων του Γιάννη Δάλλα από τον Χριστιανόπουλο, φανερώνει την ευσυνειδησία της κριτικής τεκμηρίωσής του και την ευστοχία των επιλογών του. Εδώ, να προβώ σε μία μικρή παρένθεση. Σε μία του απαντητική επιστολή προς εμένα όταν του απέστειλα την μοναδική μου ποιητική συλλογή, ο Χριστιανόπουλος, μου απάντησε αρνητικά για την πρωτόλεια ποιητική μου κατάθεση αλλά, στην ενάμιση σελίδες επιστολή του, στο ένα τρίτο εξέφραζε τις ενστάσεις του, στα υπόλοιπα δύο τρίτα, μου έγραφε τίτλους ποιημάτων μου που του άρεσαν και επιλεγμένους στίχους από διάφορα ποιήματα που θεωρούσε καλογραμμένους. Κάτι που δείχνει ότι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, παρ’ ότι φτασμένος και καταξιωμένος συγγραφέας, δεν απαντούσε στους νεότερους που του έστελναν τα βιβλία τους-τις ποιητικές τους συλλογές-δήθεν και με τυπική ευγένεια αλλά, διέθεται χρόνο και διάβαζε τα βιβλία που είχε μπροστά του παρά τις συγγραφικές και εκδοτικές του ενασχολήσεις. Είχε γνώμη, άποψη, κρίση και κυρίως, θέση τόσο για αυτά που διάβαζε όσο και για την ποίηση συνολικότερα.

Η παράθεση της κριτικής και της ανθολόγησης της ποίησης του Γιάννη Δάλλα από τον Θεσσαλονικιό ποιητή στο παρόν σημείωμα μνήμης της απώλειάς του, έχει αυτόν τον σκοπό. Να δείξει τον σεβασμό του γράφοντα στο πρόσωπο του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, έστω και αν έχουν περάσει μόλις δύο χρόνια από το φευγιό του.

Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος ευτύχησε όσο βρίσκονταν στη ζωή να δει το πολύπλευρο έργο του να διαβάζεται, να σχολιάζεται, να συζητιέται. Πολλές οι συνεντεύξεις του σε διάφορα έντυπα. Ευδόκησε να δει να γράφονται άρθρα, μελέτες, κριτικά, δοκίμια για αυτό. Να κυκλοφορούν ογκώδεις μελέτες. Η πολυσέλιδη και εμπεριστατωμένη εργασία της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου, “Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου” Μιά εκ βαθέων δεκαετής συνομιλία 2004-2012, εκδόσεις “Ιανός” 2019 που είδε το φως της δημοσιότητας αποδεικνύει το διαρκές ενδιαφέρον για τον Θεσσαλονικιό φιλόλογο, εκδότη, ποιητή, πεζογράφο και ερευνητή. Είδε η σημαντική και σπουδαία πολιτιστική προσφορά του προς την συμπρωτεύουσα, την Θεσσαλονίκη, που δεν εγκατέλειψε ποτέ, να αναγνωρίζεται. Να τον τιμούν για την αμέριστη αγάπη του και πρωτίστως για την ερευνητική και αποδελτιωτική καταγραφή της πολιτιστικής ιστορίας και ταυτότητας της πόλης του. Ο αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, μας άφησε το ελληνιστικό ιστορικό άρωμα της πόλης του, της Αλεξάνδρειας μέσα στην  ερωτική και ιστορική ποίησή του. Ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης έγραψε την δική του υμνητική «προσευχή» για την γενέθλια πόλη του, το πρώτο λιμάνι της χώρας. «Ο Χριστός Πειραιάς μου». Η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους η κλασικοτραφή Αθήνα, υμνήθηκε από τον δάσκαλο ποιητή Κωστή Παλαμά, και, τον λόγο του Γεωργίου Δροσίνη. Ο κρητικός ποιητής και συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης σε όλα του τα έργα, περιστρέφεται και απεικονίζει την Κρητική πατρώα γη. Την Αθήνα και τους έρωτές της ύμνησε και ο πεζογράφος Μένης Κουμανταρέας με μια λεπτομερειακή γραφή παρόμοια με εκείνη που ανέδειξε τις ομορφιές της Αττικής γης και υπαίθρου ο Δημήτρης Καμπούρογλου. Η νύφη του Θερμαϊκού, η πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη, ευτύχησε να δοξαστεί από τα πνευματικά της τέκνα. Έναν Ντίνο Χριστιανόπουλο, έναν Γιώργο Βαφόπουλο, έναν Πέτρο Ωρολογά, έναν Πέτρο Σπανδωνίδη, έναν Περικλή Σφυρίδη και μια σειρά άλλες πεζογραφικές, ποιητικές και κριτικές φωνές, που την τίμησαν και τιμήθηκαν από την πόλη τους. Την ανέδειξαν και αναδείχτηκαν από αυτήν. Να σημειώσουμε επίσης στη μνήμη του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, ότι τα σύγχρονα των ημερών μας λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Διαγώνιος, ο Παρατηρητής, το Εντευκτήριο κ. ά. συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάδειξη των νέων ποιητών, πεζογράφων και εν γένει δημιουργών της συμπρωτεύουσας. Συνεχίζοντας την παλαιά παράδοση των «Μακεδονικών Ημερών» και όχι μόνο. Και επειδή «ού λόγων μάλλον ή έργων εστίν η αλήθεια» της αναγνωστικής μνήμης μας, δημοσιεύω το μικρό αυτό σημείωμα στη μνήμη του Ντίνου Χριστιανόπουλου, που σε δέκα μέρες συμπληρώνονται δύο χρόνια από την απώλειά του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 1 Αυγούστου 2022

The following two tabs change content below.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ

Ο Γιώργος Μπαλούρδος γεννήθηκε στον Πειραιά. Έχει εκδόσει τα εξής βιβλία: "Άσμα ασμάτων - Τάκης Σινόπουλος" (δοκίμιο, 1990), "Ολίγη Λίβας" (ποίηση 1998), "Μυρτιώτισσα", επιμέλεια, παρουσίαση Γ.Μπαλούρδος (2002). Δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα εξής περιοδικά: Διαβάζω, Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Ο Πολίτης, Κυμοθόη, Επτανησιακά Φύλλα, Οδός Πανός, Αιολικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Φιλολογική Στέγη, Κ.ΛΠ., Η Γραφή, Μικροφιλολογικά και σε πολλά άλλα καθώς και σε διάφορές εφημερίδες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή